| 9 Ιουλίου 1959 |

Στο Τακτικό Στρατοδικείο Αθηνών ξεκινάει η δίκη
των Γλέζου, Τρικαλινού, Βουτσά, Ευθυμιάδη, Συγγελάκη και Καρκαγιάννη
για «αδικήματα στρεφόμενα κατά της ασφαλείας του κράτους» |
Υπάρχουν δίκες που γίνονται για να αποδοθεί δικαιοσύνη και υπάρχουν δίκες που γίνονται για να θεμελιωθεί το συναίσθημα του φόβου μέσα στην κοινωνία και να οικοδομηθεί πάνω του το καθεστώς της υποταγής. Ένα σχετικά πρόσφατο, ιστορικά, γεγονός αυτής της δεύτερης κατηγορίας ήταν η δίκη του Μανώλη Γλέζου, τον Ιούλιο του 1959. Ήταν μια δίκη πάνω στην οποία στήθηκε το σκηνικό της πολιτικής πειθαρχίας, που έπρεπε να θυμίσει στην ελληνική κοινωνία ότι αυτός που είχε πλέον το πάνω χέρι, αυτός που όριζε τα επιτρεπτά όρια της μνήμης, της αντίστασης και της δημοκρατίας, ήταν το καθεστώς-νικητής του Εμφυλίου, το οποίο έκανε όλο και πιο αυταρχική τη διακυβέρνηση της χώρας.
Είχαν προηγηθεί οι εκλογές της 11ης Μαΐου 1958, στις οποίες η ΕΔΑ αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση, γεγονός που προκάλεσε έντονη ανησυχία στον αστικό πολιτικό κόσμο και στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ακολούθησαν επιθέσεις σε γραφεία της ΕΔΑ, συλλήψεις και εκτοπίσεις στελεχών της, ενώ η κυβέρνηση αντιμετώπιζε την ΕΔΑ ως πολιτικό φορέα που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση του παράνομου ΚΚΕ. Τον Δεκέμβριο του 1958 συνελήφθησαν δεκαεπτά στελέχη της Αριστεράς, μεταξύ των οποίων και ο Μανώλης Γλέζος, διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή».
Κύρια κατηγορία κατά του Γλέζου αποτέλεσε η συνάντησή του με τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ, Κώστα Κολιγιάννη, ο οποίος ερχόταν παράνομα στην Ελλάδα. Οι επαφές του Κολιγιάννη παρακολουθούνταν στενά από τις μυστικές υπηρεσίες. Γι’ αυτό και, το 1958, ο Γλέζος συνελήφθη μαζί με άλλους συνεργάτες του στο σπίτι της αδελφής του, όπου, σύμφωνα με τις κατηγορίες, παραβίασε τον αναγκαστικό νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας και, συγκεκριμένα, περί κατασκοπείας υπέρ της ΕΣΣΔ.
Η σύλληψη του Γλέζου και η επικείμενη δίκη προκάλεσαν διεθνείς αντιδράσεις και ανησυχία. Περί τα τέλη Απριλίου του 1959 έφτασαν στην Ελλάδα αντιπρόσωποι διεθνών οργανώσεων, οι οποίοι ερευνούσαν την υπόθεση και ζητούσαν την παραπομπή της στα τακτικά δικαστήρια. Στις αρχές Μαΐου του 1959 ιδρύθηκε, με έδρα το Παρίσι, Διεθνής Επιτροπή για την υπεράσπιση του Γλέζου και των συνεργατών του. Ο Αλμπέρ Καμύ, Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, σε επικοινωνία του με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Πέρα από κάθε κομματικό πνεύμα, θα ήθελα να σας εκφράσω τα συναισθήματα με τα οποία οι ελεύθεροι Γάλλοι διανοούμενοι παρακολουθούν την υπόθεση Γλέζου. Η φιλία και το χρέος της προσωπικής ευγνωμοσύνης που αισθανόμαστε για τη χώρα σας μάς οδηγούν να πάρουμε θέση στην υπόθεση αυτή. Απευθύνοντας έκκληση στα πιστεύω σας περί δικαιοσύνης, θα ήμασταν ευγνώμονες εάν θελήσετε να δείξετε ευμένεια ως προς τον διανοούμενο Γλέζο, του οποίου δεν ασπάζομαι τις πεποιθήσεις, αλλά θεωρώ ότι η γενναιότητά του είναι άξια, αν μη τι άλλο, εκτίμησης».
Οι πιέσεις από το εξωτερικό δεν σταμάτησαν εκεί. Έντονη στήριξη έδειξαν τα περισσότερα Κομμουνιστικά Κόμματα της Ευρώπης, αλλά και διανοούμενοι με σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες πεποιθήσεις από όλο τον κόσμο, οι οποίοι ανησυχούσαν για τις συνεχείς καταδίκες αντιφρονούντων από στρατοδικεία στην Ελλάδα, αμφισβητώντας την Ελληνική Δικαιοσύνη.
Πρόεδρος του Στρατοδικείου ορίστηκε ο συνταγματάρχης Ν. Πολυχρονόπουλος, ενώ στη θέση του Βασιλικού Επιτρόπου βρισκόταν ο συνταγματάρχης της στρατιωτικής δικαιοσύνης Χ. Σκόρδας. Στη θέση των συνηγόρων υπεράσπισης βρέθηκαν κορυφαίοι ποινικολόγοι, μεταξύ των οποίων ο Η. Ηλιού, ο Σ. Κανελλόπουλος, ο Κ. Στεφανάκης, ο Γ. Μαγκάκης και άλλοι.
Το πρωί της 9ης Ιουλίου 1959, στο Τακτικό Στρατοδικείο Αθηνών, ξεκίνησε η δίκη με κατηγορούμενους στελέχη του ΚΚΕ και της ΕΔΑ για «αδικήματα στρεφόμενα κατά της ασφαλείας του κράτους». Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Μανώλης Γλέζος παρείχε βοήθεια στους συγκατηγορουμένους του Γ. Τρικαλινό, Ε. Βουτσά, Θ. Ευθυμιάδη, Α. Συγγελάκη και Α. Καρκαγιάννη, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι κατασκόπευαν τη χώρα υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης.
Τα αστυνομικά μέτρα που είχαν ληφθεί ήταν δρακόντεια. Απαγορεύτηκαν όλες οι συγκεντρώσεις γύρω από το παλαιό κτήριο του Στρατοδικείου, στην οδό Ακαδημίας, ενώ ο έλεγχος στους εισερχόμενους δικηγόρους, δημοσιογράφους και λοιπούς ήταν εξονυχιστικός. Μέσα στο δικαστήριο επιτρεπόταν να παρευρίσκονται μόνο δημοσιογράφοι, μάρτυρες κατηγορίας, συγγενείς, συνήγοροι και αστυνομικά όργανα.
Η δίκη άρχισε με τους συνηγόρους υπεράσπισης να υποβάλλουν ένσταση κατά της αρμοδιότητας του Στρατοδικείου, υποστηρίζοντας την αντισυνταγματικότητα του νόμου 375 και ζητώντας την παραπομπή των κατηγορουμένων στα τακτικά δικαστήρια. Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση. Στις 16 Ιουλίου ο Γλέζος κλήθηκε να απολογηθεί και υποστήριξε ότι η κατηγορία εναντίον του ήταν σκευωρία, καθώς απώτερος σκοπός ήταν να εμφανιστεί η ΕΔΑ ως κατασκοπευτικός οργανισμός και να αποξενωθεί από τον ελληνικό λαό. Την εποχή εκείνη η ΕΔΑ παρουσίαζε εντυπωσιακή άνοδο, με την ανάδειξή της στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, γεγονός που, όπως αναφέρει και ο αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου Γιάννης Σακκάς στην «Καθημερινή», θορύβησε την ελληνική κοινωνία και ώθησε την τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή σε σκληρότερη στάση απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους.
Παράλληλα, υποστηρίζοντας ότι δεν συνάντησε ποτέ τον Κολιγιάννη, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Αν ήξερα ότι ο Κολιγιάννης ήταν εδώ, θα επεδίωκα να τον συναντήσω για λόγους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς», παρουσιάζοντας ταυτόχρονα άλλοθι για την ημέρα και την ώρα που υποτίθεται ότι τον συνάντησε. Δύο ημέρες αργότερα, ο Βασιλικός Επίτροπος, ζητώντας να επιβληθούν βαριές ποινές σε ορισμένους από τους κατηγορούμενους και να απαλλαγεί ο Γλέζος από την κατηγορία της κατασκοπείας, τόνισε πως «είναι πρώτα κομμουνιστής και ύστερα Έλλην. Στο όνομα του Γλέζου ο διεθνής κομμουνισμός δίδει μάχες κατά της Ελλάδος… Τον Γλέζο τον μεταχειρίζεται ο διεθνής κομμουνισμός όπως οι Αμερικανοί τους πιθήκους και τα ποντίκια εντός των πυραύλων και όπως οι Ρώσοι τη Λάικα μέσα εις τον Σπούτνικ». Παράλληλα, ζήτησε να κατηγορηθεί επειδή γνώριζε και δεν ενημέρωσε τις αρχές για τους σκοπούς των πέντε κατηγορουμένων για κατασκοπεία.
Στις 22 Ιουλίου, το Στρατοδικείο ανακοίνωσε την απόφασή του. Ο Μανώλης Γλέζος καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση, τέσσερα χρόνια εκτόπιση και οκτώ χρόνια στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Η αντίδραση της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ δεν άργησε να έρθει. Υποστήριξε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν βαρύτατες και ότι το αποτέλεσμα της δίκης κατέδειξε στην παγκόσμια κοινή γνώμη την «έκταση του διωγμού που υφίσταται στην Ελλάδα η δημοκρατία». Τελικά, ο Γλέζος αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962, ύστερα από έντονες διεθνείς και εγχώριες κινητοποιήσεις.
Μετά τη δίκη, τον Δεκέμβριο του 1959, η Σοβιετική Ταχυδρομική Υπηρεσία εξέδωσε αναμνηστική σειρά μ’ ένα γραμματόσημο με προσωπογραφία του Μανώλη Γλέζου, ο οποίος εικονίζεται ανάμεσα στην Ακρόπολη και σε δάφνινο κλαδί, με την επιγραφή στα ρωσικά «Στον Μανώλη Γλέζο». Στο άνω μέρος υπάρχει επιγραφή, επίσης στα ρωσικά «Ελευθερία στον ηρωικό ελληνικό λαό». Η Ελλάδα απαντάει πολύ γρήγορα.
Στις 8 Δεκεμβρίου 1959 εκδίδεται μία ελληνική σειρά 2 γραμματοσήμων 4.50 και 6 δραχμών, που ήταν τότε τα ταχυδρομικά τέλη για την Ευρώπη και τον λοιπό κόσμο αντίστοιχα. Στα γραμματόσημα αυτά εικονίζεται ο Ίμρε Νάγκυ, πρωθυπουργός της Ουγγαρίας κατά την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων το 1956, ο οποίος εκτελέστηκε μετά από απόφαση «λαϊκού δικαστηρίου». Στα γραμματόσημα αναγράφεται 1956-59 IMRE NAGHI / ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ.
Ο Μανώλης Γλέζος ήταν, είναι και θα είναι σύμβολο της αντίστασης. Αψήφησε κάθε πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνθήκη και υποστήριξε τα πιστεύω του μέχρι το τέλος. Η διαδρομή του στα κοινά ξεκίνησε κατά τη δικτατορία του Μεταξά, αρχικά ως δημοσιογράφου και στη συνέχεια ως πολιτικού. Αποκορύφωμα της πορείας του αποτέλεσε η νύχτα της 30ής Μαΐου 1941, όταν, μαζί με τον Απόστολο Σάντα και διακινδυνεύοντας τη ζωή του, κατέβασε από την Ακρόπολη τη σημαία με τη σβάστικα. Η πράξη αυτή προκάλεσε διεθνή θαυμασμό και σεβασμό προς το πρόσωπό του, που δεν έπαψε μέχρι σήμερα.
Η ιστορία, όμως, δεν κάνει ποτέ το χατίρι όσων επιχειρούν να τη γράψουν αλλιώς, ακόμα κι αν αυτοί είναι οι νικητές. Και κάθε φορά που η εξουσία θα φοβάται την κοινωνική μετατόπιση και θα ντύνει την καταστολή με τη γλώσσα της ασφάλειας, είναι η ίδια η ιστορία που αποδεικνύει ότι «εχθρός» δεν είναι απαραίτητα εκείνος που απειλεί τη χώρα, αλλά εκείνος που επιβάλλει το μονοπώλιο της εξουσίας πάνω στην ιστορία, στη δημοκρατία και στην αξιοπρέπεια.
ΠΗΓΕΣ: Σαν σήμερα – 9 Ιουλίου 1959 |Αρχίζει στο διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών
η δίκη του Μανώλη Γλέζου για «αδικήματα στρεφόμενα κατά της ασφάλειας του κράτους»,
Verianet. | Μανώλης Γλέζος: o «ασυμβίβαστος αγωνιστής» με την εφηβική ορμή,
Ant1 News | Η δίκη του Μανώλη Γλέζου για κατασκοπεία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης, Athens Voice.




