
«Ψηλά Τακούνια»
Όταν το μελόδραμα φοράει κόκκινα και αρνείται να απολογηθεί
Ελληνίς | Μαρκ. Μπότσαρη 2-6 | Αγρίνιο | τηλ.: 26410 56754
Aπό την Π 1 έως και την Κ 1 Οκτωβρίου 2026
Ώρα προβολής: καθημερινά, στις 9:30 το βράδυ
Ισπανία, 1991, Εγχρωμο | Παραγωγή: Αγουστίν Αλμοδόβαρ
Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ | Σενάριο: Πέδρο Αλμοδόβαρ
Φωτογραφία: Αλφρέδο Μάγιο | Μοντάζ: Χοσέ Σαλθέδο
Μουσική: Ριουίτσι Σακαμότο
Πρωταγωνιστούν: Βικτόρια Αμπρίλ, Μαρίσα Παρέδες, Μιγκέλ Μποσέ
Διάρκεια: 112 λεπτά | Γλώσσα: Ισπανικά | Υπότιτλοι: Ελληνικά
Η Ρεμπέκα έχει περάσει τη ζωή της λατρεύοντας τη μητέρα που την εγκατέλειψε. Η Μπέκι ντελ Πάραμο, μεγάλη ποπ σταρ και ηθοποιός των 70s, αγαπά πρώτα το είδωλό της, ύστερα τους κακοποιητικούς άντρες που την περιστοιχίζουν και, κάπου πολύ χαμηλότερα στη λίστα, την κόρη της. Δεκαπέντε χρόνια μετά την εγκατάλειψή της, επιστρέφει στη Μαδρίτη και βρίσκει τη Ρεμπέκα παντρεμένη με τον Μανουέλ, τον παλιό της εραστή και πλέον ισχυρό καναλάρχη. Η συνάντηση των δύο γυναικών ανοίγει ξανά παλιούς λογαριασμούς, ενώ ένας φόνος, μια drag queen που μιμείται τη Μπέκι και μια σειρά από κρυφές επιθυμίες κάνουν τα πράγματα ακόμη πιο μπερδεμένα.
Στα «Ψηλά Τακούνια», το 1991, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ φτιάχνει ίσως την πιο καθαρή συμπύκνωση του κινηματογραφικού του σύμπαντος. Είναι αστυνομικό μυστήριο, μελόδραμα, μαύρη κωμωδία, οικογενειακή τραγωδία και υπερβολική σαπουνόπερα μαζί. Δεν προσπαθεί να τα συμφιλιώσει με τους κανόνες της σοβαροφάνειας. Τα ανακατεύει με θράσος, αφήνοντας το κιτς, την επιτήδευση και τη φάρσα να γίνουν δρόμοι προς το συναίσθημα.
Ο Αλμοδόβαρ δανείζεται από τη «Φθινοπωρινή Σονάτα» του Μπέργκμαν και τα μελοδράματα του Ντάγκλας Σερκ, αλλά τα περνά από το φίλτρο της Movida, της queer κουλτούρας και μιας Μαδρίτης που μαθαίνει να αναπνέει μετά τον φρανκισμό. Τα κόκκινα σκηνικά και κοστούμια, οι παγιέτες, τα ψηλά τακούνια και το lip-sync δεν λειτουργούν ως απλή διακόσμηση: είναι η γλώσσα ανθρώπων που επινοούν ρόλους για να αντέξουν την αλήθεια τους.
Η Μαρίσα Παρέδες δίνει στην Μπέκι το μέγεθος μιας ντίβας και ταυτόχρονα τη γύμνια μιας βαθιά ελλιπούς μητέρας. Η Βικτόρια Αμπρίλ, με το εύθραυστο πρόσωπό της, γειώνει κάθε υπερβολή. Έτσι τα «Ψηλά Τακούνια» παραμένουν κάτι παραπάνω από cult classic: ένα σινεμά που γελά, φωνάζει και σπαράζει χωρίς να ζητά συγγνώμη.
Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ γεννήθηκε το 1949 στην Καλθάδα δε Καλατράβα της Λα Μάντσα και έφτασε στη Μαδρίτη στα τέλη της δικτατορίας του Φράνκο, αποφασισμένος να κάνει σινεμά. Η κλειστή τότε Κινηματογραφική Σχολή τον έστρεψε σε μια πιο άτακτη, αυτοδίδακτη διαδρομή: δούλεψε στην Telefónica, γύρισε μικρού μήκους με μια κάμερα Super 8, έγραψε σε underground έντυπα, έπαιξε θέατρο και συμμετείχε στο μουσικό δίδυμο Almodóvar & McNamara, μέσα στην έκρηξη της Movida madrileña.
Το 1980 έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το «Pepi, Luci, Bom», μια ωμή, προκλητική και αναρχική κωμωδία που έφερε στο ισπανικό σινεμά πρόσωπα, επιθυμίες και γλώσσες αποκλεισμένες από τη συντηρητική κανονικότητα. Μαζί με τον αδελφό του Αγουστίν ίδρυσε την εταιρεία El Deseo, διατηρώντας έκτοτε έναν σπάνιο δημιουργικό έλεγχο πάνω στις ταινίες του.
Στο έργο του συνυπάρχουν το μελόδραμα, η κωμωδία, η ποπ υπερβολή και μια βαθιά τρυφερότητα για τις γυναίκες, τις μητέρες, τις queer ταυτότητες και τους ανθρώπους που επιμένουν να επιθυμούν, ακόμη κι όταν πληρώνουν ακριβά την επιθυμία τους. Από το «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» και το «Όλα για τη μητέρα μου» έως το «Μίλα της», το «Γύρνα πίσω» και το «Πόνος και Δόξα», ο Αλμοδόβαρ έκανε το προσωπικό πολιτικό χωρίς διδακτισμό. Το σινεμά του είναι ένας πολύχρωμος, συχνά πληγωμένος κόσμος, όπου η οικογένεια δεν είναι δεδομένη, αλλά κάτι που ξαναφτιάχνεται από την αρχή.
Κάθε Κυριακή και Τετάρτη
δύο εισιτήρια στην τιμή του ενός
Γενική είσοδος: 6 ευρώ
Μαθητικό, Φοιτητικό, Ανέργων, Πολυτέκνων, Αμεα: 4 ευρώ






