...
| Νικολέτα Γερολιμίνη |

Η παράδοση δε σώζεται με αναπαραστάσεις·
σώζεται με συνέχειες.
| Οι δρόμοι γέμισαν κόσμο, τα μεγάφωνα σκόρπισαν εμβατήρια,
κι έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται
τι είναι άραγε εκείνο που πραγματικά γιορτάζουμε.
Τη μνήμη ή το ομοίωμά της; Την παράδοση ή τη σκιά της; |
Μιλάμε για την παράδοση λες και πρόκειται για μουσείο· τη βγάζουμε βόλτα σε γιορτές, τη ντύνουμε με φορεσιές και στολές, τη φωτογραφίζουμε και τη θαυμάζουμε από απόσταση. Οι πρόγονοί μας όμως, δεν μας κληροδότησαν μόνο ηρωικές ιστορίες, μας άφησαν και τρόπους να ζούμε.
Όταν η γιαγιά κράταγε το προζύμι στην άκρη του ντουλαπιού δε φύλαγε απλώς μια συνταγή· κράταγε τη γνώση ότι τίποτα δε γεννιέται από το μηδέν, πως κάθε καινούργιο ψωμί κουβαλάει μέσα του λίγο από το προηγούμενο, πως η ζωή προχωράει με συνέχεια. Όταν ο παππούς ήξερε πότε να κλαδέψει την ελιά κοιτάζοντας το φεγγάρι και τον καιρό διάβαζε τον κόσμο γύρω του· ήξερε ότι ο άνθρωπος συνομιλεί με τη φύση, δεν αφεντεύει, ότι πρέπει πρώτα να παρατηρήσει και μετά ν’ αποφασίσει. Όταν η νοικοκυρά έφτιαχνε χυλοπίτες και ντοματοπελτέ το καλοκαίρι, όταν άπλωνε τραχανά στα σεντόνια της αυλής και φύλαγε σπόρους από τις καλύτερες ντομάτες για την επόμενη χρονιά, δεν έκανε οικονομία μόνο στα χρήματα· έκανε οικονομία στη ζωή. Σεβόταν τον κόπο, τον καρπό, το χρόνο, ήξερε πως ό,τι χαρίζεται εύκολα εκτιμάται λίγο. Κανείς απ΄ τους παλιούς δε μίλαγε για διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, ζούσαν απλώς μέσα της.
Σήμερα, αν κοπεί το ρεύμα για λίγες ώρες, πολλοί από μας, για να μην πω όλοι, δυσκολευόμαστε να βράσουμε ένα πιάτο φαΐ. Κι όμως, οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν ολόκληρα τραπέζια με μια γκαζιέρα, ένα μαγκάλι και δυο επιδέξια χέρια. Ήξεραν να καθαρίζουν τα όσπρια, να ξεχωρίζουν το καλό αλεύρι, να συντηρούν τρόφιμα χωρίς καταψύκτες, να φτιάχνουν μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, τυριά, ξίδι, σαπούνι. Κι οι αγρότες δεν έμαθαν τη γη από σεμινάρια· γνώριζαν ποιο χωράφι διψούσε, ποιο χρειαζόταν ξεκούραση, ποιο δέντρο αρρώσταινε. Ήξεραν να μπολιάζουν, να σκαλίζουν, να προβλέπουν τη βροχή από τον αέρα, μια γνώση μαζεμένη στα δάχτυλα και στα μάτια τους, που πέρναγε από πατέρα σε γιο κι από μάνα σε κόρη.
Τι απομένει σήμερα απ’ όλα αυτά; Τίποτα. Οι παραδοσιακοί σπόροι εξαφανίζονται, οι παλιές ποικιλίες καρπών χάνονται, τα πέτρινα σπίτια γκρεμίζονται, οι τέχνες των μαστόρων σβήνουν μαζί με τους τελευταίους που τις γνωρίζουν, οι παλιές τεχνικές καλλιέργειας εγκαταλείπονται, οι λέξεις που συνόδευαν αυτές τις εργασίες σβήνουν από τη γλώσσα μας.
Κι έτσι χάνεται κάτι πολύ βαθύτερο από μια συνήθεια· χάνεται ένας τρόπος να σκεφτόμαστε, γιατί οι άνθρωποι δεν κληρονομούν μόνο ηρωικά κατορθώματα· κληρονομούν βλέμματα πάνω στον κόσμο, τρόπους να καταλαβαίνουν το χρόνο, τη φύση, την αφθονία, την έλλειψη. Όταν χάνεται η γνώση του σπόρου, δε χάνεται μονάχα ένα φυτό· χάνεται η υπομονή που απαιτείται για να περιμένεις μήνες ώσπου να δεις τον καρπό. Όταν χάνεται το ζύμωμα, δε χάνεται μόνο μια συνταγή· χάνεται η βαθιά κατανόηση ότι τα καλά πράγματα δε γίνονται ακαριαία, χρειάζονται χρόνο να φουσκώσουν, να ωριμάσουν, να γίνουν αυτό που είναι. Όταν χάνεται η τέχνη του μπολιάσματος, χάνεται μαζί της και η πίστη ότι το καινούργιο δε γεννιέται από το τίποτα, αλλά πατάει πάνω σε κάτι παλιότερο.
Οι παλιοί σκέφτονταν με τρόπο κυκλικό, όπως οι εποχές. Ήξεραν ότι τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν πρέπει να σπαταλιέται. Το ψωμί που περίσσευε γινόταν παξιμάδι, τα κουκούτσια φυλάγονταν, τα ρούχα μπαλώνονταν. Το νερό είχε αξία, το χώμα είχε αξία, ο κόπος είχε αξία· δεν το έγραφε κάποιος νόμος, το δίδασκε η ίδια η ζωή. Σήμερα, μεγαλώνουμε με την ιδέα πως όλα αντικαθίστανται, πως ό,τι χαλάει πετιέται, πως ό,τι ξεχνιέται δεν πειράζει, πως ό,τι δεν αποδίδει είναι άχρηστο. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε χάνουμε μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Χάνουμε την αίσθηση του μέτρου, την ικανότητα να περιμένουμε, να παρατηρούμε, να φροντίζουμε, να συνδέουμε το χθες με το αύριο. Κόβουμε αυτά τα νήματα το ένα μετά το άλλο κι απορούμε γιατί αισθανόμαστε φτωχότεροι, ενώ έχουμε περισσότερα πράγματα από ποτέ.
Η παράδοση δεν είναι μόνο όσα θυμόμαστε· είναι κυρίως όσα συνεχίζουμε. Είναι τρόπος να ζεις μέσα στον κόσμο, να ξέρεις από πού έρχεσαι, τι κρατάς στα χέρια σου και τι οφείλεις να παραδώσεις παρακάτω. Ίσως τελικά η μεγαλύτερη τιμή στους προγόνους να βρίσκεται πολύ μακριά από τις εξέδρες των επισήμων και τις εθιμοτυπικές παρελάσεις. Ίσως να βρίσκεται σε μια αυλή όπου κάποιος μαθαίνει σ’ ένα παιδί να κλαδεύει, σ’ έναν κήπο που φυτρώνει ένας σπόρος παλιός, σε μια κουζίνα που μια συνταγή περνάει από τη γιαγιά στην εγγονή…Εκεί, μέσα στην αθόρυβη καθημερινότητα, η παράδοση παύει να είναι ανάμνηση και γίνεται ξανά ζωή , κι εκεί βρίσκεται η αληθινή μνήμη, όχι σε όσα θυμόμαστε μία μέρα το χρόνο, αλλά σε όσα εξακολουθούμε να ζούμε όλες τις υπόλοιπες.
————————————————————————
Στη σπουδή της πατίνας των ημερών

