Η Παναγία η Κυρούλα



Νικολέτα Γερολιμίνη

Την έλεγαν «Παναγία Κυρούλα»·
έτσι την είχαμε μάθει από παιδιά και κανείς δε ρωτούσε γιατί.


«Κυρούλα», μια Παναγία για τα καθημερινά, για τις μικρές στενοχώριες, για τα πράγματα που δεν τα λες στον παπά και τα κρατάς μέσα σου μέχρι να βρεις κάπου να τα αφήσεις.

Η «Κυρούλα» δεν ήξερε από αρχιμανδρίτες και δέσποτες. Ένα ταπεινό δωμάτιο ήταν, σχεδόν αόρατο για κάποιον που πέρναγε βιαστικά απ’ το δρόμο, ένα προσκύνημα χαμηλόφωνο, σκαρφαλωμένο στο πλάι απ΄ το σπίτι της θεια Καλλίτσας, της γυναίκας που με άφωνη προσήλωση το φρόντιζε, σαν να ήταν η τελευταία ανάμνηση που θα σωνόταν από έναν κόσμο που έφευγε. Τότε δεν καταλάβαινα. Σήμερα σκέφτομαι, πως ίσως φρόντιζε εκεί μέσα ό,τι είχε απομείνει να φροντίσει στη ζωή της. Το σπίτι της, το μικρό προσκύνημα, το καντήλι, τα λουλούδια στον μουσαμά, τα πράγματα όλα στη θέση τους. Κάθε άνθρωπος χρειάζεται κάτι να βάζει στη θέση του, όταν τα σημαντικά έχουν αρχίσει να φεύγουν.

Το δωμάτιο ήταν χαμηλοτάβανο, στριμωγμένο ανάμεσα σε τοίχους κι αυλές. Δεν ηταν φτιαγμένο να εντυπωσιάζει. Ήταν εκεί και περίμενε. Δεν είχε πολυτέλειες, ούτε μεγάλες εικόνες, ούτε ασημένια καντήλια, ούτε εκείνη την επισημότητα που έχουν οι εκκλησίες όταν μπαίνεις και ξέρεις αμέσως πώς πρέπει να σταθείς. Εκεί μπορούσες να μπεις όπως ήσουν. Δεν σου ζητούσε κανείς να ισιώσεις την πλάτη, να χαμηλώσεις το βλέμμα, να δείξεις ότι ξέρεις. Έμπαινες και στεκόσουν.

Η πόρτα ήταν μεταλλική, με τζάμι πλαστικό. Το φως περνούσε μέσα της θαμπό, σχεδόν εξομολογημένο… Στο βάθος, ένα παραθυράκι μισάνοιχτο, άφηνε να διαρρεύσει λίγος ουρανός. Δεν το λέγαμε παρεκκλήσι ούτε εκκλησάκι, ίσως, γιατί κανείς δεν ήθελε να το χωρέσει σε λέξεις επίσημες. Μα όλοι ξέραμε… Εκεί μέσα κατοικούσε κάτι που ζήταγε σιωπή, ένα κοινό μυστικό, χωρίς θόρυβο, χωρίς απαιτήσεις. Δεν χτυπούσε καμπάνα, δεν σε καλούσε κανείς. Αν ήθελες, πήγαινες.

Η εικόνα της Παναγίας, σε ξύλινη βάση, στεκόταν στο κέντρο, κυρίαρχη και σιωπηλή. Γύρω της, μικρότερες εικόνες, μισοκρυμμένες, σαν πρόσωπα σε φωτογραφία που δεν ήταν ανάγκη να αναγνωριστούν, μονάχα να υπάρχουν, να συμπληρώνουν το κάδρο, να της κρατάνε συντροφιά. Κρυμμένη πίσω από μπορντό κουρτινάκια, δεμένα στο πλάι με κορδόνια μπορούσε, αν το ’θελε, να κρυφτεί απ’ τον κόσμο, να τραβηχτεί λίγο πιο μέσα, στον δικό της. Το πρόσωπό της έμοιαζε να κουβαλάει όλη τη γνώση της μητρότητας, της σιωπηρής υπομονής, της αναμονής χωρίς καμιά βεβαιότητα.

Ήταν από κείνες τις παλιές, σκοτεινιασμένες εικόνες, ντυμένες με αστραφτερό ασήμι, που άφηνε ακάλυπτο μόνο το πρόσωπο και τα χέρια. Πάνω της, τάματα και εικονίτσες, που έφερναν οι γυναίκες όταν γύριζαν απ’ τη Χάρη της στην Τήνο ή από τον Ταξιάρχη στη Μυτιλήνη. Καμιά όμως δεν κοίταζε όπως εκείνη. Το βλέμμα της καθηλωτικό, σου έδινε την εντύπωση πως σε γνώριζε απ’ την ανάσα κιόλας. Και σε ήξερε, από τότε που ήσουν ακόμα παιδί, άπλυτο, με τα πόδια γδαρμένα και το μουστάκι απ’ το γάλα στο στόμα. Σε ήξερε και τώρα, που τάχα ωρίμασες, με τις καινούργιες ντροπές, τις ενοχές που δεν ήξερες πού να τις βάλεις, και τις προσευχές που έλεγες μέσα σου, χωρίς λέξεις, μόνο με μια σκέψη που έκαιγε και χανόταν.

Μπροστά της ένα καντήλι, από κείνα τα διαρκή. Το φρόντιζε η Καλλίτσα καθημερινά, με επιμέλεια νοικοκυράς που δεν είχε πια πολλά να φροντίσει -ό,τι απέμεινε, το έκανε ιερό.

Στο πλάι της, ένα χαμηλό τραπεζάκι, ντυμένο με μουσαμά γεμάτο λουλούδια πλαστικά – ανθεκτικά όπως όλες οι επινοήσεις που κρατάνε όρθια τα λιγοστά. Πάνω στο τραπεζάκι, ένα τσίγκινο πιατάκι, δίσκος φτωχός δραχμών και ενοχών. Ρίχναμε τη δραχμή εκεί, να πάρουμε κερί. Γκλινκ! Δε χτύπαγε μόνο μέταλλο σε μέταλλο· ο ήχος αυτός είχε κάτι παράξενα απόκοσμο, έμοιαζε με ψίθυρο προσευχής -μια καταχώρηση ταπεινής πρόθεσης.

Υπήρχε και μια ψάθινη καρέκλα δίπλα, για όσους ήθελαν να καθίσουν, κι ένας καναπές μικρός. Δεν θυμάμαι να κάθονταν πολλοί. Όσοι κάθονταν, έμεναν λίγο· ακουμπούσαν το βάρος τους κι ύστερα σηκώνονταν.

Ήμουν πια στο Γυμνάσιο κι όμως περνούσα σχεδόν κάθε πρωί από κει -μια εθιμική διαβεβαίωση πως η μέρα θα πήγαινε καλά. Δεν είχα ζήσει ακόμα τις μεγάλες απώλειες, μα ήδη ένιωθα πόσο εύθραυστη είναι η παρηγοριά. Δεν το είχα υποσχεθεί σε κανέναν ούτε καν στον εαυτό μου. Ήταν κάτι ανάμεσα σε τελετουργία κι εξιλέωση – περισσότερο φόβος απώλειας, παρά φόβος Θεού- ότι αν δεν ανάψω κερί, η μέρα θα γείρει στραβά από εγκατάλειψη. Ότι θα μείνω χωρίς φως σε μια διαδρομή γεμάτη ερωτήσεις που κανείς δεν μπορούσε ν΄ απαντήσει. Εκείνη η πίστη δεν ήταν της Κυριακής, η επίσημη. Δεν ήξερε από λειτουργίες, νηστείες και κανόνες· ήταν κάτι που γινόταν το πρωί, πριν από το σχολείο. Μια δραχμή, ένα κερί, μια φλόγα κι ύστερα ο δρόμος.

Την Παναγία δεν τη φοβόμουν, κρατούσα απόσταση όμως. Κοίταζε ευθεία, καθαρά, ένιωθα πως με «διάβαζε», κι αυτό, για ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών που ζύγιζε ενοχές, επιθυμίες και πρώιμες αμφιβολίες, ήταν αρκετό για να στέκεται σχεδόν ντροπιασμένα, μπροστά της. Δεν ήξερα ποτέ αν η επίσκεψή μου εκεί μετρούσε κάπου. Αν προσμετρούσε υπέρ μου στην καθημερινή στατιστική της ήττας, όμως κάθε φορά που έφευγα, ένιωθα πως κάτι μέσα μου έσβηνε λίγο πιο αργά. Για ένα παιδί, αυτό είναι μεγάλη υπόθεση.

Η θεια Καλλίτσα έμενε ακριβώς δίπλα. Το σπίτι της μύριζε βασιλικό και χλωρίνη. Τα ρομπάκια της ήταν πάντα κουμπωτά, με λουλούδια μινιατούρες, σαν κομμάτια παλιάς κουρτίνας που δε σου ΄κανε καρδιά να πετάξεις. Τα μαλλιά της, σπαστά, γκρίζα, χωρισμένα στη μέση, με δυο τσιμπιδάκια δεξια κι αριστερά – συμμετρία ανθρώπου που ήξερε να τα έχει όλα στη θέση τους.
Δεν την είδα ποτέ να προσεύχεται. Αυτό το θυμάμαι. Την έβλεπα να καθαρίζει την εικόνα, να αλλάζει το λάδι, να ανάβει το καντήλι, να ισιώνει τα κουρτινάκια, να προσέχει τα κεριά. Προσευχή δεν την είδα να κάνει. Τότε δεν αναρωτιόμουν γιατί. Ίσως η θεια-Καλλίτσα να είχε τελειώσει από καιρό με τις προσευχές· η δική της λειτουργία αθόρυβη, δεν ήξερε από λόγια μεγάλα και σταυροκοπήματα. Διακονούσε. Δεν την ένοιαζε αν την βλέπεις, μα αν την έβλεπες, ήξερες… Ο χώρος δεν της ανήκε, τον φρόντιζε όμως σαν παρακαταθήκη, όχι από καθήκον, μα από κάτι πιο εσωτερικό, σαν αγάπη που αρνείται να μεγαλώσει, για να μη χάσει την τρυφερότητά της.

Η «Παναγία η Κυρούλα», ένα δωμάτιο καταφύγιο, μια σταθερά μέσα σε όλα τα ρευστά, έξω απ’ τον χρόνο, δεν ξανάνοιξε την πόρτα της. Δεν ξέρω να σας πω τι με στεναχωρεί πιο πολύ… Η Κυρούλα που κλειδώθηκε μέσα της; Ο χρόνος που έφυγε μαζί της; Ή εγώ που μεγάλωσα και ξέμαθα; Όμως κάθε τόσο, όταν η μέρα δεν ξεκινάει καλά, όταν η καρδιά βαραίνει από πράγματα που δε λέγονται εύκολα, την φέρνω μπροστά μου και στέκομαι. Ρίχνω τη δραχμή, ανάβω κερί κι ακούω ακόμα το γκλινκ… όταν όλα τ’ άλλα σωπαίνουν -μια μικρή βεβαιότητα ότι η μέρα θα με αφήσει να γυρίσω πίσω. Μια μικρή πίστη. Δική μου.

 

 


Φωτογραφία κορυφής: © Νικολέτα Γερολιμίνη


 

Περισσότερα από AgrinioStories

Αίθριος καιρός, ίδια πολιτική

16 Αυγούστου 2026 | Παγκόσμια Ημέρα Φάρων

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *