Γιώργος Φούντας | Η ελευθερία πρώτα



Φούντας: «Την καριέρα μου την κατέκτησα, δεν με κατέκτησε!»


Υπάρχουν ηθοποιοί που τους θυμόμαστε αμέσως μόλις ακούσουμε τη φωνή τους. Με τον Γιώργο Φούντα αρκεί να αναφέρουμε τη «Στέλλα» κι έρχεται αμέσως στον νου μας ο Μίλτος, με το επίμονο βλέμμα και την ένταση στο πρόσωπο απέναντι στο πρόσωπο της Μελίνας Μερκούρη. Για να γνωρίσουμε, όμως, τον άνθρωπο που έδωσε ζωή σε αυτόν τον ρόλο, χρειάζεται να πάμε στα χρόνια που η επιθυμία του να γίνει ηθοποιός, έπρεπε να βρει χώρο ανάμεσα στο μεροκάματο και στο σχολείο.

Ο Γιώργος Φούντας γεννήθηκε στο Μαυρολιθάρι της Φωκίδας, στις 13 Φεβρουαρίου 1924. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα όταν εκείνος ήταν ακόμη μικρός. Μόλις τελείωσε το δημοτικό, άρχισε να δουλεύει στο γαλατάδικο του πατέρα του, στου Ψυρρή, ενώ συνέχιζε σε νυχτερινό σχολείο. Το 1944 εμφανίστηκε στα «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα. Ακολούθησαν οι σπουδές στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Κώστα Μουσούρη.

Πίσω από αυτά τα πρώτα βήματα υπήρχε μια βαθύτερη ανάγκη. Στη συνέντευξή του στην Εύα Πέτροβα, για το περιοδικό Cigar/Mens Arena, ο Φούντας συνέδεε τη στροφή του στην υποκριτική με την πολιτική βία και τον χαμό δύο φίλων του. «Η ψυχή μου αντιδρούσε, έψαχνε διέξοδο να εκφραστεί», έλεγε. Η τέχνη τού έδινε χώρο να εκφράσει τον πόνο και τα ερωτήματά του. Κι αυτή η αναφορά στην απώλεια μας βοηθά να διακρίνουμε μια ευαισθησία που συχνά έμενε έξω από τη δημόσια εικόνα του.

 

 

Στο θέατρο έκανε τα πρώτα του βήματα με το «Νυφιάτικο τραγούδι» του Νότη Περγιάλη. Στον κινηματογράφο, η παρουσία του μεγάλωνε σταδιακά, ώσπου ήρθε η «Μαγική πόλη» του Νίκου Κούνδουρου, το 1954. Μια ταινία στραμμένη στις φτωχογειτονιές, στους ανθρώπους που προσπαθούν να σταθούν όρθιοι, στις πιέσεις που δέχονται και στις αποφάσεις που τους δοκιμάζουν. Ο Φούντας έβρισκε τη θέση του σε έναν κινηματογράφο που κοίταζε από κοντά τη ζωή των λαϊκών ανθρώπων.

Έναν χρόνο αργότερα, ο Μιχάλης Κακογιάννης τού δίνει τον ρόλο του Μίλτου στη «Στέλλα». Η συνάντησή του με τη Μελίνα Μερκούρη μένει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Παίζει έναν άντρα που θέλει να επιβάλει τους όρους του σε μια γυναίκα αποφασισμένη να ορίζει τη ζωή της. Η ερμηνεία του αποτυπώνει με δύναμη αυτή τη σύγκρουση. Και σήμερα μας επιτρέπει να δούμε καθαρά τη βία της κτητικότατας, την καταστροφή που φέρνει η απαίτηση να υποταχθεί ο άλλος στις επιθυμίες μας.

Η επιτυχία, όμως, φέρνει και την ταύτιση. Το πρόσωπό του συνδέεται με άντρες που θυμώνουν, διεκδικούν, φτάνουν στα άκρα. Ο ίδιος, στην ίδια συνέντευξη, ξεκαθαρίζει: «Δεν υπήρξα ποτέ σκληρός άνθρωπος». Αναγνωρίζει ότι το κοινό συχνά ταυτίζει τον ηθοποιό με τον ήρωα. Η δική του απάντηση βάζει ένα όριο και μας θυμίζει πόσα χάνουμε όταν περιορίζουμε έναν άνθρωπο στον πιο γνωστό του ρόλο.

Η πορεία συνεχίζεται με «Το κορίτσι με τα μαύρα», το «Ποτέ την Κυριακή», τα «Κόκκινα φανάρια». Έρχονται ακόμη το «Αμέρικα, Αμέρικα» του Ελία Καζάν και ο «Αλέξης Ζορμπάς» του Κακογιάννη. Οι ταινίες ταξιδεύουν έξω από τα ελληνικά σύνορα και το πρόσωπό του γίνεται γνωστό σε ένα ευρύτερο κοινό. Το 1966 και το 1967 βραβεύεται στη Θεσσαλονίκη για τις ερμηνείες του στις ταινίες «Με τη λάμψη στα μάτια» και «Πυρετός στην άσφαλτο».

 

 

Πόσο μακριά ήθελε, όμως, να φτάσει; Μιλώντας για μια πρόταση συνεργασίας από τον Μπίλι Γουάιλντερ, εξηγούσε ότι οι όροι του συμβολαίου περιόριζαν την προσωπική του ελευθερία. Και συνόψιζε τη στάση του με μια φράση: «Την καριέρα μου την κατέκτησα, δεν με κατέκτησε!». Στα λόγια του διακρίνεται ένας άνθρωπος που ήθελε να αποφασίζει ο ίδιος μέχρι πού θα επέτρεπε στη δουλειά να καθορίζει τη ζωή του. Η μεγαλύτερη αναγνώριση φαίνεται πως δεν αρκούσε, αν το τίμημα ήταν να χάσει αυτή τη δυνατότητα.

Σημαντικό μέρος της ζωής που προστάτευε ήταν η σχέση του με τη χορεύτρια Χρυσούλα Ζώκα. Γνωρίστηκαν το 1954 και έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό του, το 2010. Απέκτησαν έναν γιο, ενώ ο Φούντας είχε ακόμη δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Οι αφηγήσεις για το ζευγάρι περιγράφουν μια ήρεμη καθημερινότητα, μακριά από τη διαρκή δημοσιότητα. Αυτή η σταθερότητα συμπληρώνει το πορτρέτο του: ένας άνθρωπος δεμένος με τους δικούς του, που κρατούσε την ιδιωτική του ζωή προστατευμένη.

Αργότερα, η τηλεόραση τον έφερε μέσα στα σπίτια, με σημαντικό σταθμό τη σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Η τελευταία του ταινία, οι «Λεβέντες της θάλασσας», σε σκηνοθεσία Βίκυς Πεζίρη, ήταν παραγωγή του 1997. Εκεί υποδύθηκε τον γέρο Νικόλα, που αφηγείται τη ζωή των σφουγγαράδων της Καλύμνου. Ένας τελευταίος ρόλος δεμένος με τον κόσμο της δουλειάς, τους κινδύνους και τις ανθρώπινες απώλειες.

Ο Γιώργος Φούντας πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 86 ετών. Από τα λόγια και τις επιλογές του προκύπτει η εικόνα ενός ανθρώπου ευαίσθητου στην απώλεια, χαμηλών τόνων στην καθημερινότητα και επίμονου στην προσωπική του ανεξαρτησία. Στις ταινίες του μπορούμε ακόμη να παρατηρήσουμε τις σιωπές, τις αντιδράσεις, την ακρίβεια με την οποία έδινε βάρος σε μια σκηνή. Και ακούγοντάς τον να μιλά για τον εαυτό του, να αναρωτηθούμε πόσο χώρο κρατάμε κι εμείς για τη ζωή μας, όταν η επιτυχία αρχίζει να απαιτεί όλο και περισσότερα.

 


Επιμέλεια: Lef.T


 

Περισσότερα από AgrinioStories

Το τραύμα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *