...
| Νικολέτα Γερολιμίνη|
Οι ξένοι, δικοί μας άνθρωποι
|Mικραίνει κάπως ο κόσμος, κάθε φορά που χάνεται ένα πείσμα
Η αρρώστια έχει έναν παράξενο τρόπο να μένει στο σπίτι και μετά την αναχώρησή της. Αφήνει πίσω της μερικές γάζες, δύο τρία φοβισμένα συρτάρια, κάτι φακέλους που δεν πετιούνται ποτέ και μια καρέκλα απέναντι, πάντοτε απέναντι, να σε κοιτάει εξεταστικά, ψάχνοντας για μια μικρή υποτροπή .
Έπειτα αρχίζουν τα παράξενα. Το σώμα αλλάζει συνήθειες, τα κόκαλα αποκτούν τη δική τους μνήμη, πονάνε σε άσχετες ώρες, ο ύπνος γίνεται δύσκολος, οι γιατροί μιλάνε μια γλώσσα γεμάτη δείκτες, ενώ εσύ μεταφράζεις κρυφά τα πάντα σε αύριο.
Κάποτε πείθεσαι πως σώθηκες. Το ψυγείο βουίζει αδιάφορα, οι ντομάτες ωριμάζουν πάνω στον πάγκο , ένα σκουλαρίκι χάνεται πίσω από το κομοδίνο κι η ζωή παριστάνει την ανύποπτη. Στρώνει τραπεζομάντιλα, πηγαίνει βόλτες, ψήνει καφέδες, μιλάει για καλοκαίρια – μικρές εργασίες σωτηρίας.
Μέχρι που φτάνει μια είδηση. Μια γυναίκα που έφυγε. Και τότε όλες οι παλιές αναμονές σηκώνονται μέσα σου. Τα νοσοκομεία ξανανοίγουν, οι διάδρομοι επιστρέφουν, οι πόρτες αποκτούν πάλι εκείνο το μεταλλικό βάρος, το σώμα θυμάται… Γιατί όσοι γύρισαν από εκεί δεν επιστρέφουν ποτέ ολόκληροι .
Κουβαλούν μέσα τους μια μικρή ιδιωτική απώλεια, μια συνοικία φόβου, ένα κοιμητήριο αγνώστων που μεγαλώνει κάθε φορά που φεύγει κάποια από τη σιωπηλή συνομοταξία τους.
Και τότε μικραίνει λίγο ο κόσμος. Χάνει μια αναπνοή. Ένα πείσμα. Μια μυστική συμφωνία με το αύριο.
————————————————————————


