...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Tο Αγρίνιο ζητάει να φορολογηθούν οι άγαμοι
| Το 1925 από μια επιστολή προς τον πρωθυπουργό
άνοιξε μια δημόσια συζήτηση για επιβολή φόρου στους εργένηδες,
υποχρεωτική τεκνοποίηση και «εθνικό καθήκον» απέναντι στο κράτος. |
Στις 27 και τις 28 Μαΐου του 1918, ένα μικρό μονόστηλο σε εσωτερική σελίδα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ κατάφερε να ανάψει μια συζήτηση που σήμερα θα μπορούσε να ακούγεται και ως χιούμορ, αλλά τότε αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως αυτονόητη πατριωτική πρόταση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, κάποιοι κάτοικοι του Αγρινίου έστειλαν αναφορά στον πρωθυπουργό, ζητώντας του να πάρει νομοθετικά μέτρα εναντίον των αγάμων. Ακριβώς όπως το γράφουμε! Και δεν περιορίζονταν μάλιστα, σε μια απλή φορολόγηση, αλλά ζητούσαν να επωμισθούν οι εργένηδες «βαρύτατα χρηματικά βάρη» και «άλλες ποινές» για όσους εξακολουθούσαν να παραμένουν ανύπαντροι, επειδή θεωρούσαν ότι η αγαμία μειώνει τον πληθυσμό της χώρας, γεγονός που αποδυνάμωνε τον ελληνικό στρατό.
Και όμως η είδηση δεν χάθηκε μέσα στην καθημερινότητα της εποχής. Την επόμενη κιόλας ημέρα η εφημερίδα επανήλθε με εκτενέστερο σχόλιο στην πρώτη της σελίδα. Το σχόλιο, χαρακτήριζε την πρόταση των Αγρινιωτών «αληθώς πατριωτική έμπνευσιν» και παρουσίαζε το θέμα ως ζήτημα «εξαιρετικής σημασίας διά την κοινωνίαν και το Κράτος». Με άλλα λόγια το πρόβλημα δεν παρουσιαζόταν ως προσωπική επιλογή ή κοινωνική δυσκολία, αλλά ως σημαντική κρατική υπόθεση, η οποία αφορούσε ζητήματα εθνικής επιβίωσης και στρατιωτικής επάρκειας της χώρας, καλούσε με άλλα λόγια με διοικητικά πρόστιμα να μετατρέψει την οικογένεια σε εργοστάσιο παραγωγής πληθυσμού και στρατιωτών.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η συζήτηση ξέφυγε αμέσως από το επίπεδο της φορολόγησης των εργένηδων και μπήκε σε πιο επιθετικό πεδίο κοινωνικού ελέγχου. Αναγνώστες της εφημερίδας έστελναν επιστολές απαιτώντας όχι μόνο φόρους στους άγαμους αλλά και στους άτεκνους, γιατί σύμφωνα με τη λογική τους, ο γάμος από μόνος του δεν αρκούσε. Έπρεπε τα ζευγάρια να πιεστούν να κάνουν παιδιά και μάλιστα όχι λίγα, αλλά πολλά. Κάποιοι μάλιστα πρότειναν επιβολή «εξαιρετικής φορολογίας» σε όσους δεν αποκτούσαν τουλάχιστον πέντε παιδιά ενώ παράλληλα ζητούσαν κρατική ενίσχυση για τις πολύτεκνες οικογένειες, με όρους αντίστοιχους της πολεμικής περίθαλψης που δινόταν στις οικογένειες των εφέδρων.
Η επιχειρηματολογία τους ήταν απολύτως στρατιωτικοποιημένη. Η Ελλάδα του 1918 έβγαινε τραυματισμένη από τον Εθνικό Διχασμό και βρισκόταν ακόμη μέσα στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κοινωνία ήταν βαθιά πολωμένη, η οικονομία πιεσμένη και το κράτος είχε στραμμένο το βλέμμα του στις επερχόμενες στρατιωτικές εξελίξεις στη Μικρά Ασία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο πληθυσμός αντιμετωπιζόταν ως εθνικό κεφάλαιο. Περισσότεροι άνδρες σήμαιναν περισσότεροι στρατιώτες, μεγαλύτερη εφεδρεία, ισχυρότερη κρατική παρουσία. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την αγαμία δεν παρουσιαζόταν ως κοινωνικό ή προσωπικό ζήτημα αλλά ως υπόθεση εθνικής σημασίας. Η οικογένεια μετατρεπόταν σε μηχανισμό παραγωγής πληθυσμού και το σώμα των πολιτών σε εργαλείο εθνικής πολιτικής.
Μέσα σε εκείνο το κλίμα, όπως ήταν φυσικό, εμφανίστηκε και ο αντίλογος. Ο αναγνώστης Δημήτρης Δαμασκηνός, σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε δύο μέρες αργότερα, αμφισβήτησε ευθέως την ιδέα ότι το ζητούμενο είναι απλώς η παραγωγή περισσότερων Ελλήνων. Το πρόβλημα, έγραφε, δεν είναι ο αριθμός αλλά οι συνθήκες ζωής. Οι περισσότεροι πατέρες δεν είχαν ούτε τα μέσα ούτε τη δυνατότητα να αναθρέψουν τα παιδιά τους σωστά. Περιέγραφε παιδιά υποσιτισμένα, εξαντλημένα, χωρίς «χυμό ζωής και θρέψεως», που δεν θα μπορούσαν όχι όπλο να κρατήσουν, αλλά ούτε «κλάδο ελαίας».
Πίσω όμως από αυτές τις γραφικές διατυπώσεις του 1918 κρύβεται μια ιδέα που επιβιώνει μέχρι σήμερα με διαφορετικές μορφές. Κάθε φορά που η δημογραφική κρίση παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ατομική ευθύνη, κάθε φορά που οι νέοι κατηγορούνται ότι δεν παντρεύονται ή δεν κάνουν παιδιά, επιστρέφει η ίδια παλιά λογική. Η λογική που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως βιολογικό εργαλείο του κράτους και την τεκνοποίηση ως πατριωτικό καθήκον.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ούτε τότε ούτε σήμερα το πολιτικό σύστημα κοιτάζει πρώτα τις κοινωνικές συνθήκες. Το 1925 η Ελλάδα ήταν μια φτωχή χώρα γεμάτη προσφυγικούς συνοικισμούς, ανεργία, ασθένειες και εξαθλίωση. Αντί να συζητούν για μισθούς, κατοικία και κοινωνική πρόνοια, συζητούσαν για ποινές στους εργένηδες. Έναν αιώνα μετά, η συζήτηση επανέρχεται σχεδόν με τους ίδιους όρους. Η ακρίβεια, η εργασιακή ανασφάλεια, τα πανάκριβα ενοίκια και η διάλυση της κοινωνικής προστασίας θεωρούνται δευτερεύοντα, ενώ η ευθύνη μεταφέρεται ξανά στα άτομα που «δεν κάνουν παιδιά».
Το αίτημα των Αγρινιωτών το 1925 δεν είναι μια απλή ιστορική παραδοξότητα. Είναι ένας καθρέφτης μιας βαθύτερης κρατικής νοοτροπίας. Όταν το κράτος αδυνατεί ή δεν θέλει να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς όρους ζωής, μετατρέπει το δημογραφικό σε ηθικό ζήτημα. Ο εργένης παρουσιάζεται περίπου ως ύποπτος κοινωνικής αδιαφορίας, η ατεκνία ως αντικοινωνική συμπεριφορά και η γυναίκα ως μονάδα αναπαραγωγής ενός εθνικού σχεδίου.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η πιο σκοτεινή πλευρά αυτής της ιστορίας. Γιατί πίσω από τον πατριωτικό λόγο κρυβόταν πάντα η επιθυμία ελέγχου πάνω στις προσωπικές επιλογές. Ο έρωτας, η οικογένεια και η μητρότητα μετατρέπονταν σε κρατικό καθήκον. Και αυτό δεν ήταν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Ολόκληρη η Ευρώπη του Μεσοπολέμου κινήθηκε σε παρόμοιες κατευθύνσεις, με πολιτικές δημογραφικού πανικού, εθνικής καθαρότητας και πειθαρχίας των σωμάτων.
Το μικρό εκείνο μονόστηλο του ΕΜΠΡΟΣ δεν ήταν λοιπόν μια αθώα επαρχιακή υπερβολή. Ήταν ένα πρώιμο δείγμα του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες, όταν φοβούνται, αρχίζουν να ζητούν περισσότερο έλεγχο πάνω στους ανθρώπους και όχι περισσότερη ελευθερία και αξιοπρέπεια.
——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Παραπομπές:1. ΕΜΠΡΟΣ 27/5/1918, Έτος 22ο Αρ. Φύλ. 7.765, σελ. 2. | 2. ΕΜΠΡΟΣ 28/5/1918, Έτος 22ο Αρ. Φύλ. 7.766, σελ. 1. | 3. ΕΜΠΡΟΣ 28/5/1918 ο.π. σελ. 1. | 4. ΕΜΠΡΟΣ 30/5/1918, Έτος 22ο Αρ. Φύλ. 7.768, σελ. 1
Φωτογραφία:
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


