2η Σύνοδος του εν Πάτραις Σταφιδικού Συνεδρίου



Λευτέρης Τηλιγάδας

|

 H Πάτρα φιλοξένησε τη δεύτερη σύνοδο, του Σταφιδικού Συνεδρίου
με παραγωγούς που απαίτησαν λύσεις και θεσμούς.


Στις αρχές του 20ού αιώνα η παραγωγή σταφίδας στην Αιτωλοακαρνανία αποτελούσε σημαντικό, αν και όχι κυρίαρχο, κομμάτι της αγροτικής οικονομίας. Η καλλιέργεια της κορινθιακής σταφίδας είχε εξαπλωθεί ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα σε πεδινές και ημιορεινές ζώνες με πρόσβαση σε εμπορικούς δρόμους και λιμάνια. Η περιοχή δεν είχε το βάρος της Αχαΐας ή της Ηλείας στην πανελλαδική παραγωγή, όμως συμμετείχε στο ευρύτερο σταφιδικό κύκλωμα της δυτικής Ελλάδας.

Για πολλές αγροτικές οικογένειες η σταφίδα είχε λειτουργήσει ως προϊόν εμπορευματικής γεωργίας, καθώς μπορούσε να κατευθυνθεί στις αγορές του εξωτερικού και να εξασφαλίσει χρηματικό εισόδημα. Η εξάρτηση αυτή, όμως, έκανε τους παραγωγούς ευάλωτους στις μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών. Σταδιακά, κατά τις πρώτες δεκαετίες του νέου αιώνα, η σταφίδα άρχισε να χάνει έδαφος στην περιοχή. Ιδιαίτερα γύρω από το Αγρίνιο, ο καπνός εξελίχθηκε σε ισχυρότερη και πιο κερδοφόρα εμπορική καλλιέργεια, αλλάζοντας βαθιά τον αγροτικό και οικονομικό χάρτη της Αιτωλοακαρνανίας.

Αυτή η σταδιακή υποχώρηση της σταφίδας στην Αιτωλοακαρνανία, μπροστά στην άνοδο του καπνού και στις νέες οικονομικές ισορροπίες, δεν αναιρεί το γεγονός ότι λίγα χρόνια νωρίτερα το προϊόν βρισκόταν στο κέντρο μιας βαθιάς κρίσης που είχε αναστατώσει ολόκληρη τη δυτική Ελλάδα. Οι χαμηλές τιμές, τα μεγάλα αποθέματα, τα χρέη των παραγωγών και η εξάρτηση από εμπόρους και μεσάζοντες είχαν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία, η Πάτρα, το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο της σταφίδας, έγινε τόπος συνάντησης εκπροσώπων από τις παραγωγικές περιοχές. Εκεί επιχειρήθηκε να δοθεί μια συνολική απάντηση στο αδιέξοδο, με τη δεύτερη σύνοδο του Σταφιδικού Συνεδρίου, στις 4 Οκτωβρίου 1898, όπου τέθηκαν στο τραπέζι η παρακράτηση, τα αποθέματα, η χρηματοδότηση των καλλιεργητών και η δημιουργία Σταφιδικής Τράπεζας.

Σαν σήμερα, στις 4 Οκτωβρίου 1898, η Πάτρα βρέθηκε ξανά στο κέντρο ενός ζητήματος που δεν αφορούσε απλώς ένα αγροτικό προϊόν, αλλά ολόκληρη την οικονομική και κοινωνική ζωή της δυτικής Πελοποννήσου. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε η δεύτερη σύνοδος του Σταφιδικού Συνεδρίου, δύο και πλέον χρόνια μετά την πρώτη, με αντιπροσώπους από τις μεγάλες σταφιδοπαραγωγικές περιοχές να φτάνουν στην πόλη και να γεμίζουν την αίθουσα των συνεδριάσεων. Δήμαρχοι, βουλευτές, σταφιδέμποροι, παραγωγοί, εκπρόσωποι εμπορικών φορέων και τραπεζών, αλλά και ο Άγγλος οικονομολόγος Λάου, στον οποίο αρκετοί προσέβλεπαν για τεχνοκρατική συνδρομή, βρέθηκαν εκεί. Τους σταφιδοπαραγωγούς της ευρύτερης περιοχής του Αγρινίου εκπροσώπησε σε αυτή τη σύνοδο, ο Τριγώνης.

Η ατζέντα του Συνεδρίου ήταν μεγάλη και εξαιρετικά συγκεκριμένη. Στο επίκεντρο βρέθηκε η παρακράτηση, δηλαδή η υποχρεωτική απόσυρση ενός μέρους της παραγωγής, ώστε να περιοριζόταν η ποσότητα που έπεφτε στην αγορά και να συγκρατούνταν οι τιμές. Οι σύνεδροι κλήθηκαν να αποφασίσουν αν αυτό το μέτρο μπορούσε να συνεχιστεί, ποιο έπρεπε να ήταν κάθε χρόνο το ποσοστό του, ποιος θα διαχειριζόταν το παρακράτημα και πώς θα σταματούσαν οι καταχρήσεις γύρω από τις αποθήκες και τη διαχείρισή του. Συζήτησαν ακόμη την ίδρυση Σταφιδικής Τράπεζας, τη θέση που θα είχαν σ’ αυτήν οι ίδιοι οι παραγωγοί, τη λειτουργία γενικών αποθηκών, τη βιομηχανική αξιοποίηση της σταφίδας, την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου, τον έλεγχο της ποιότητας και, κυρίως, την ανάγκη να ανοίγονταν νέες αγορές στο εξωτερικό. Δεν αναζητούσαν, δηλαδή, ένα απλό προσωρινό μέτρο. Αναζητούσαν έναν ολόκληρο μηχανισμό που θα μπορούσε να βγάλει το προϊόν από τη χρόνια κρίση.

Η συνεδρίαση άνοιξε με τον δήμαρχο της Πάτρας, ο οποίος κήρυξε επίσημα την έναρξη της δεύτερης συνόδου, και πολύ γρήγορα η συζήτηση απέκτησε ένταση. Ο πρόεδρος της Ένωσης των Σταφιδοκτημόνων, Σαγιάς, θύμισε την πορεία της κρίσης από τα προηγούμενα χρόνια και υπερασπίστηκε την παρακράτηση ως μέτρο που είχε δώσει κάποια ανάσα. Την ίδια στιγμή, όμως, μίλησε ανοιχτά για καταχρήσεις στη διαχείρισή της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ακούστηκαν μέσα στην αίθουσα, από το παρακράτημα είχαν συγκεντρωθεί περίπου 2.750.000 δραχμές σε καταθέσεις, ενώ στις αποθήκες βρίσκονταν περίπου 40 εκατομμύρια λίτρες σταφίδας, αξίας γύρω στα δύο εκατομμύρια δραχμές. Αυτή η περιουσία, όπως υποστήριξε, ανήκε ουσιαστικά στον σταφιδικό κόσμο. Και από εδώ γεννήθηκε το μεγάλο αίτημα: αυτά τα χρήματα και αυτά τα αποθέματα να αποτελούσαν τη βάση για τη δημιουργία μιας Σταφιδικής Τράπεζας, ενός θεσμού που θα χρηματοδοτούσε τον παραγωγό και δεν θα τον άφηνε έρμαιο του εμπόρου και του δανειστή.

Το απόγευμα η συζήτηση έγινε ακόμη πιο πολιτική. Ο Ζέζας, εκπρόσωπος δήμου Εράνης της Μεσσηνίας, αμφισβήτησε ότι η κρίση οφειλόταν μόνο στην υπερπαραγωγή. Για εκείνον, μεγάλο μέρος του προβλήματος βρισκόταν στην κερδοσκοπία. Πρότεινε μια ισχυρή Σταφιδική Τράπεζα με κεφάλαιο δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, ικανή ακόμη και να αγόραζε την παραγωγή, ώστε ο παραγωγός να μην ήταν υποχρεωμένος να πουλούσε όσο όσο. Ο Σιμόπουλος τον πίεσε με το πρακτικό ερώτημα από πού θα βρίσκονταν τα κεφάλαια και τι θα γινόταν αν η Τράπεζα άρχιζε να γράφει ζημιές. Ο Βωβός έστρεψε τη συζήτηση στους ελέγχους, καταγγέλλοντας ότι ο παραγωγός μπορούσε να πίστευε στο προϊόν του, αλλά δεν είχε καμία ασφάλεια για την τιμή του και γι’ αυτό γινόταν εύκολη λεία των μεσαζόντων. Στο τραπέζι έπεσαν ακόμη και προτάσεις για αυστηρότερους ελέγχους στις αποθήκες και για οικονομικές επιβαρύνσεις στη σταφίδα κακής ποιότητας.

Ο Γεροκωστόπουλος επέμεινε ότι το Συνέδριο δεν ήταν νομοθετικό σώμα αλλά συμβουλευτικό και ότι, επομένως, έπρεπε να παραδώσει στην κυβέρνηση καθαρές και εφαρμόσιμες προτάσεις. Θεώρησε την παρακράτηση χρήσιμη, όχι όμως μόνιμη λύση, και ζήτησε περιορισμό των καταχρήσεων, καλύτερη οργάνωση των αποθηκών και ουσιαστικό έλεγχο. Ο Μαυρογένης πήγε ακόμη πιο μακριά και αντιμετώπισε την παρακράτηση ως προσωρινό μέτρο, προτείνοντας ακόμη και νομοθετικό περιορισμό νέων φυτεύσεων για έξι έως οκτώ χρόνια. Ο Παυλόπουλος, εκπρόσωπος της Ηλείας, τη στήριξε μόνο εφόσον υπηρετούσε έναν μεγαλύτερο στόχο, την ίδρυση της Σταφιδικής Τράπεζας.

Και έτσι, εκείνη την 4η Οκτωβρίου του 1898, η Πάτρα δεν συζήτησε απλώς την τιμή ενός προϊόντος. Συζήτησε για το ποιος θα ήταν εκείνος που θα έλεγχε τον πλούτο που παρήγε η ύπαιθρος, ποιος θα πλήρωνε την κρίση και αν ο παραγωγός θα αποκτούσε επιτέλους θεσμούς δικούς του απέναντι στην αγορά, τους μεσάζοντες και ένα κράτος που, μέχρι τότε, περισσότερο διαχειριζόταν το αδιέξοδο παρά το έλυνε.

 

 


Πηγή:  ΣΚΡΙΠ, 5.10.1898, σελίδα 1 &2 
Φωτογραφία:Καρτ ποστάλ αρχές 20ου αιώνα, εκδόσεις Συναδινός
Πηγή φωτογραφίας: navalhistory.gr

Έρευνα – Κείμενα: Λ. Τηλιγάδας
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


Περισσότερα από AgrinioStories

Λιακόπουλος | Πλύση χαλιών και μοκετών

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ 4ῃ Οκτωβρίου 1833: Μεταφορά της πρωτεύουσας του νομού

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *