Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος
Ο Χατζόπουλος και η πνευματική ιδιοκτησία
Είχα την καλή τύχη να συναντηθώ τον περασμένο Ιούλιο εδώ στην Αθήνα με την κόρη του Κώστα Χατζόπουλου, την κυρία Σέντα Σλέερ, σύζυγο Φιλλανδού αξιωματικού, που απόστρατος πια ιδιωτεύει στη Στοκχόλμη. Είναι ένας γεροχτισμένος βορινός με καθάρια καταγάλανα μάτια, που δε φαίνεται νάχη καμμιά ηλικία. Η κυρία Σέντα Σλέερ, το μόνο παιδί του Χατζόπουλου από το γάμο του με την έξοχη εκείνη γυναίκα, τη Φιλλανδή Σάννυ Χέγκμαν, έρχεται συχνά τα στερνά τούτα χρόνια στη γη των πατέρων και φροντίζει με κάθε τρόπο, ώστε να ξαναζήση το έργο του Χατζόπουλου ανάμεσά μας. Με τη συμβολή της ο «Ίκαρος» ξανατυπώνει ήδη τα ποιήματα και τα πεζά του μυθιστοριογράφου του «Φθινοπώρου». Έδωσε και στο «Βασιλικό θέατρο» η κυρία Σλέερ χειρόγραφες μεταφράσεις του πατέρα της με την ελπίδα, πως θα είναι ίσως αργότερα δυνατόν να παιχθούν ή να ξαναπαιχθούν μερικές, γιατί ο Κώστας Χατζόπουλος υπήρξε μεταφραστής από τους πιο δοκιμασμένους και τους πιο αφοσιωμένους του παλιού «Βασιλικού θεάτρου». Άρχισαν και στη «Νέα Εστία» να δημοσιεύωνται, από το τεύχος της 1ης Σεπτεμβρίου, τα πενήντα σοσιαλιστικά γράμματα που έστειλε ο Χατζόπουλος προς το Ν. Γιαννιό, προοιμιασμένα και σχολιασμένα.
Διηγήθηκα στην κυρία Σλέερ, πως πολύ περιπλανήθηκα κάποτε στο νεκροταφείο του Μπρίντιζι, μάταια προσπαθώντας ν’ ανακαλύψω τον τάφο του Κώστα Χατζόπουλου. Και της έδωσα την αφορμή να με πληροφορήση, πως η κυρία Σάννυ Χατζοπούλου πέθανε στη Στοκχόλμη στις 16 Ιουλίου του 1952. Τα τρία στερνά χρόνια της ζωής της τα πέρασε άρρωστη σιμά στην κόρη της. Το σώμα της το έκαψαν και τη στάχτη την έφεραν με αεροπλάνο το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου και την έθαψαν στο πρώτο νεκροταφείο της Αθήνας σιμά στον άντρα της, που είχε ήδη με πλοίο μεταφερθή από το Μπρίντιζι. Έτσι ξανάσμιξαν οι δυο πρόσκαιρα χωρισμένοι ύστερ’ από τριάντα δυο χρόνια. Ο θάνατος είχε εύρει το Χατζόπουλο κατά το ταξίδι του, σιμά στη γυναίκα του και στην κόρη του, προς τη Βενετία, μέσ’ στο καράβι. Από κει λογάριαζαν να πάνε στη Γερμανία. Πενήντα δυο χρονώ. Ένας πνευματικός άνθρωπος είχε χαθή απάνω στην ωριμότητά του, άξιος ακόμη για πολλά και σπουδαία.
Ήταν τότε, που επέθαναν, η μια ύστερ’ από την άλλη, τρεις σημαντικές προσωπικότητες της πνευματικής μας ζωής. Οι άλλες δυο ήταν ο Άγγελος Βλάχος κι ο Κονδυλάκης. Και καθώς σε κάθε τέτοια περίσταση έγινε ο λόγος που έπρεπε στις εφημερίδες και στα περιοδικά. Ύστερα ήρθε η σιωπή. Η σιωπή, που ακολουθεί τον πρώτο πάταγο έπειτ’ από το θάνατο ενός ανθρώπου των γραμμάτων και της τέχνης και, γενικώτερα, ενός ανθρώπου της πνευματικής ενέργειας, είναι και αναπότρεπτη και αναγκαία. Θα μπορούσε κανείς να την ονομάση φωτιά του καθαρτηρίου. Εκεί μέσα, σ’ αυτή τη φωτιά, το έργο, απαλλαγμένο από την καταδρομή των αντιπάλων και την εγκωμιαστική περισσολογία των θαυμαστών, «ανασυντίθεται» σιγά σιγά, κατακάθεται, παίρνει τις πραγματικές διαστάσεις του και επιζή, εφ’ όσον του ταιριάζει να επιζήση. Μα όταν η σιωπή παρατείνεται «παρ’ αξίαν», το φαινόμενο είναι αποκαρδιωτικό. Και στον τόπο μας συμβαίνει τούτο συχνά. Η προσωπική παρουσία είναι το «πρώτον κινούν», που κρατεί το έργο αδιάκοπα στο προσκήνιο. Μόλις το πρόσωπο λείψη, και το έργο κατά το μεγαλύτερο, τουλάχιστο, μέρος του εξαφανίζεται. Έτσι, αν ένας νέος άνθρωπος θελήση να μάθη τι έπραξαν και τι κατώρθωσαν οι προγενέστεροί του, θα πρέπει να καταφύγη στα εγκυκλοπαιδικά λεξικά, στα ιστορικά εγχειρίδια ή στις ανθολογίες. Τα κείμενα δε θα τα βρη. Η νεοελληνική πνευματική ζωή συντηρείται με ασκήσεις επιφανείας. Οι καταδύσεις είναι λιγοστές. Οργανώνεται με μόνο βοήθημα τις πληροφορίες, όχι με τη βέβαιη γνώση των έργων. Αν επιχειρούσαμε μια έρευνα σήμερα και ρωτούσαμε όχι το πλατύτερο κοινό, τους στενότερους κύκλους, που ενδιαφέρονται για τα γράμματα, πόσα έχουν διαβάσει, ας πούμε, του Παλαμά, το αποτέλεσμα, νομίζω, δε θα ήταν ευχάριστο. Κι αν για τον Παλαμά συμβαίνη αυτό, ο καθένας καταλαβαίνει, πόση ερημιά υπάρχει παραπέρα. Έξω από τους λίγους, τους φανατικούς, τους βιβλιοφάγους, οι άλλοι, κι ας έχουν γνώμη για όλα, αν κάπως τους ξεσκαλίσης, αποκαλύπτονται ουσιαστικά απληροφόρητοι. Του Κώστα Χατζόπουλου του έστησαν και προτομή στο Αγρίνιο. Θα ήθελα να ρωτήσω τους φίλους μου τους Αγρινιώτες, όχι φυσικά όλους, τους καλλιεργημένους, τι ξέρουν από το Χατζόπουλο, τι έχουν διαβάσει από το Χατζόπουλο; Σ’ αυτόν το μακάριο τόπο πολλοί συγγραφείς αποθεώνονται ή καταδικάζονται «ερήμην του έργου των». Και νεκροί και ζωντανοί. Από φήμες. Από την προφορική κριτική παράδοση, που είναι καρπός απερισκεψίας και ματαιοδοξίας.
Τα στερνά τούτα χρόνια η κατάσταση, από την εκδοτική τουλάχιστο άποψη, έχει καλυτερέψει. Πολλά «άπαντα» λησμονημένων ή μισολησμονημένων συγγραφέων έχουν εκδοθή και με υλικές θυσίες πολλές και βαρύτατες. Μα οι περισσότερες από τις εκδόσεις αυτές μένουν χωρίς ανταπόκριση. Το κοινόν τις σέβεται τόσο, που δεν τις αγγίζει, καθώς έλεγε στο Σταντάλ ο εκδότης του. Έτσι πολύτιμες δυνάμεις της πνευματικής ζωής αδρανούν, ενώ θα μπορούσαν να ωφελήσουν πολλούς και πολύ. Κ’ επειδή ο λόγος για τον Κώστα Χατζόπουλο, φρονώ πως θα είναι σωστό να σκύψουν με προσοχή απάνω στα βιβλία του οι νέοι, όχι μόνο για να πορισθούν την αισθητική χαρά, που προσφέρει το γνήσιο έργο της τέχνης, μα και για να παραδειγματισθούν από την πνευματική περιπέτεια ενός ανθρώπου, που είχε στον υπέρτατο βαθμό τη συνείδηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τη συνείδηση της ευθύνης. Δεν είναι ανάγκη να τον παρακολουθήση κανείς σε όλους τους δρόμους που πήρε. Κάθε πράγμα κερδίζει το ιδιαίτερο νόημά του μέσα στον καιρό του, και στον τόπο του. Μα σε μια εποχή, που η προχειρογραφία παρουσιάζεται επικρατέστερη από τη σιωπηλή, επίμοχθη και από γνήσια βάθη αναδυόμενη δημιουργία, άνθρωποι καθώς ο Κώστας Χατζόπουλος αποτελούν με την όλη τους παρουσία, με την όλη τους ενέργεια ένα κάλεσμα προς το χρέος.
Ο Χατζόπουλος ήταν ο πρώτος που βρήκε τη δύναμη να εκδώση ένα περιοδικό γραμμένο πέρα για πέρα στη δημοτική, ένα περιοδικό, που καθώς πολύ έξυπνα είπε ο Ξενόπουλος, «έβγαινε», «δεν εξεδίδετο» —, την «Τέχνη». Στα 1898, ένα χρόνο ύστερ’ από τον πόλεμο του Ενενήντα εφτά, που ήταν βέβαια ο πόλεμος της καθαρεύουσας. Συμμάζωξε ολόγυρά του όλες τις ζωντανές δυνάμεις του τόπου και προσπάθησε να συντονίση τη δράση τους και να βοηθήση την αρχόμενη τότε δημοτικιστική αναγέννηση. Η «Τέχνη» έζησε μόνο μια χρονιά. Εδημιούργησε όμως ένα πρότυπο. Στις σελίδες της, έξω από τα γραφικά εκείνα γερμανικά παραληρήματα του Καμπύση, δεν υπάρχουν ζητωκραυγές ή αναθέματα, όπως αργότερα στο «Νουμά». Υπάρχουν τα βέβαια κείμενα. Το κύριο χαρακτηριστικό του Χατζόπουλου ήταν η μορφοπλαστική δίψα. Και η πνευματική ανησυχία. Νους βαθύτατα κριτικός και ψυχή παλλόμενη ήθελε να δείξη στους γύρω του, τους αποτελματωμένους, με ποιό τρόπο ανεβαίνει κανείς από τον ελλαδικό στον ελληνικό χώρο κι’ από τον ελληνικό στον παγκόσμιο χώρο. Όταν αργότερα πήγε στους ξένους τόπους και συμπλήρωσε τη γλωσσομάθειά του, και μάλιστα τη γερμανομάθειά του, πόθος από τους πιο μεγάλους που τον κατείχαν υπήρξε να μεταγλωττίση τα ξένα αριστουργήματα, ώστε να μπορέση η νέα ελληνική γενιά να τραφή με «άρτον ζωής» και να προσανατολισθή προς το αληθινό νόημα της δημιουργίας. Έτσι υπήρξε, στις αρχές του αιώνα μας, ο κλασσικός μεταφραστής της γερμανικής και, γενικώτερα, της βορειοευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Η μετάφρασή του του «Φάουστ», παρά τα ελαττώματά της, είναι η μετάφραση που περισσότερο διαβάζεται και η μόνη που παίζεται και σήμερα. Και σιμά της, οι άλλες μεταφράσεις από τον Ίψεν, τον Στρίντμπεργκ, τον Χάουπτμαν, τον Σούντερμαν, τον Γκριλλπάρτσερ, τον Χόφμανσταλ (την «Ηλέκτρα» του, μεταφρασμένη από τον Κώστα Χατζόπουλο, έπαιξε η Κοτοπούλη), τον Κλάιστ, τον Μπγιάρνσον, τον Μπάγκ. Σ’ αυτόν χρωστούμε εκείνο το σπαραχτικό αριστούργημα της σπιτικής οδύνης, το «Βιβλίο του μικρού αδερφού» του Γκέϊγερσταμ, που άνθρωπος δεν το διάβασε, χωρίς να κλάψη, χωρίς να γίνη καλύτερος.
Παράλληλα εδημιουργούσε και το προσωπικό του έργο ο Χατζόπουλος, την ποίησή του (τέσσερες τόμοι), την πεζογραφία του (διηγήματα και μυθιστορήματα). Το «Φθινόπωρο» είναι το τυπικό συμβολιστικό μυθιστόρημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, έργο γραμμένο με συνταγή. Προτιμώ το Χατζόπουλο της «Τάσως», της «Αννιώς» και των άλλων διηγημάτων του. Ο πεζογράφος Χατζόπουλος ξεκινάει από την ηθογραφία, που προσπαθεί να την ανεβάση σε περιωπή, για να καταλήξη στην ψυχογραφική αφήγηση, που ήταν νεαρή ακόμη και ξεκούραστη στον καιρό του. Ο ποιητής Χατζόπουλος ξεκινάει από το ειδυλλιακό τραγούδι, όπου επιχειρεί ν’ αναχωνεύση το δημοτικό τραγούδι και το Σολωμό, για να καταλήξη στη μαγεία των σιωπηλών λέξεων και την υποβλητική μουσική της αοριστίας. Είν’ ένας τεχνίτης του λόγου, που δεν αναπαύεται. Ολοένα δοκιμάζει τη δύναμή του, λεηλατημένος από την αναφλογισμένη πνευματική ανησυχία, που τον τοποθετεί αδιάκοπα μπροστά στα προβλήματα της μορφής και στα προβλήματα του κοινωνικού και του ανθρώπινου γίγνεσθαι.
Πηγή: Ο Χατζόπουλος και η πνευματική ιδιοκτησία, του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου | Ελευθερία, Ανεξάρτητος Πρωινή Εφημερίς – Περίοδος Β’ – Αρ. Φύλλου 4009 – Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 1957
Φωτογραφία Τίτλου: I.M. Παναγιοτόπουλος
Πηγή: https://impanagiotopoulos.gr/el/i-m-panagiotopoylos
Αποδελτίωση: Λ. Τηλιγάδας
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν



