Ό,τι έγινε… Έγινε
Γεγονότα
588 π.Χ. – Ο Ναβουχοδονόσορ Β΄, βασιλιάς της Βαβυλώνας και μία από τις ισχυρότερες μορφές της Νεοβαβυλωνιακής Αυτοκρατορίας, πολιόρκησε δύο φορές την Ιερουσαλήμ, το 597 και το 587 π.Χ. Κατά τη δεύτερη πολιορκία, έπειτα από περίπου δύο χρόνια αντίστασης, οι βαβυλωνιακές δυνάμεις κατέλαβαν την πόλη, κατέστρεψαν τα τείχη της και πυρπόλησαν τον ναό του Σολομώντα. Παράλληλα, μεγάλο μέρος του πληθυσμού οδηγήθηκε στην εξορία στη Βαβυλωνία, εγκαινιάζοντας την περίοδο που έμεινε γνωστή ως Βαβυλώνια Αιχμαλωσία.
Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ αποτελεί κομβικό γεγονός για την ιστορία της αρχαίας Εγγύς Ανατολής. Η ακριβής χρονολόγησή της επιτρέπει στους ιστορικούς και στους αρχαιολόγους να συνδέουν διαφορετικές πηγές και να τοποθετούν με μεγαλύτερη ακρίβεια γεγονότα της ίδιας περιόδου. Για τον λόγο αυτό λειτουργεί ως βασικό σημείο αναφοράς στη μελέτη της Νεοβαβυλωνιακής εποχής, αν και στη βιβλιογραφία εμφανίζονται μικρές αποκλίσεις ως προς το ακριβές έτος της τελικής άλωσης.
Το γεγονός έχει επίσης ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία, επειδή περιγράφεται εκτενώς στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Η ιστορική του τεκμηρίωση συνέβαλε στην καλύτερη κατανόηση των βιβλικών κειμένων και των συνθηκών μέσα στις οποίες γράφτηκαν. Πολλοί ερευνητές με χριστιανικό ή ιουδαϊκό υπόβαθρο ασχολήθηκαν συστηματικά με την περίοδο, θεωρώντας ότι η αντιπαραβολή αρχαιολογικών ευρημάτων, βαβυλωνιακών πηγών και βιβλικών αναφορών ενισχύει την ιστορική αξιολόγηση της βιβλικής αφήγησης, χωρίς να καταργεί την ανάγκη για επιστημονικό έλεγχο και κριτική προσέγγιση.
64 – Μια τεράστια πυρκαγιά ξέσπασε στη Ρώμη και έκαιγε για ημέρες, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος της πόλης. Από τις δεκατέσσερις συνοικίες της πρωτεύουσας, λίγες έμειναν ανέπαφες, ενώ χιλιάδες κάτοικοι έχασαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Πολύ γρήγορα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο αυτοκράτορας Νέρων είχε προκαλέσει ο ίδιος τη φωτιά, είτε για να ανοικοδομήσει τη Ρώμη σύμφωνα με τα σχέδιά του είτε για να αντλήσει καλλιτεχνική έμπνευση. Η γνωστή εικόνα του να παρακολουθεί τις φλόγες παίζοντας λύρα θεωρείται μεταγενέστερη δραματοποίηση και δεν έχει ιστορικά αποδειχθεί.
Μπροστά στη γενική καχυποψία, ο Νέρων επιχείρησε να απομακρύνει τις ευθύνες από πάνω του και κατηγόρησε τους χριστιανούς, μια μικρή και ήδη αντιπαθή θρησκευτική κοινότητα της εποχής. Ακολούθησαν συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις, σηματοδοτώντας τον πρώτο οργανωμένο διωγμό χριστιανών στη Ρώμη. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές, αρκετοί θανατώθηκαν με ιδιαίτερα σκληρούς τρόπους, ώστε να λειτουργήσουν ως δημόσιο θέαμα.
Μετά την πυρκαγιά, ο Νέρων προχώρησε σε εκτεταμένο σχέδιο ανοικοδόμησης, επιβάλλοντας νέους οικοδομικούς κανόνες και δημιουργώντας φαρδύτερους δρόμους. Παράλληλα, κατασκεύασε το περίφημο Χρυσούν Μέγαρον, ένα τεράστιο και πολυτελές ανακτορικό συγκρότημα με κήπους, αίθουσες και ένα γιγαντιαίο άγαλμά του. Η υπερβολική δαπάνη, οι βαριοί φόροι και η αυταρχική διακυβέρνησή του ενίσχυσαν την πολιτική δυσαρέσκεια. Λίγα χρόνια αργότερα, απομονωμένος και εγκαταλειμμένος από τη Σύγκλητο και τον στρατό, ο Νέρων οδηγήθηκε στην πτώση και την αυτοκτονία.
1870 – Η Α΄ Βατικάνεια Σύνοδος, που συγκλήθηκε από τον πάπα Πίο Θ΄, υιοθέτησε στις 18 Ιουλίου 1870 το δόγμα του Παπικού Αλάθητου, ενισχύοντας αποφασιστικά την εξουσία του πάπα μέσα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Το ζήτημα τέθηκε στο πλαίσιο της πρότασης «Περί της Εκκλησίας του Χριστού», η οποία εξέταζε τη φύση της Εκκλησίας, τον επίγειο αρχηγό της και τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο.
Βασική επιδίωξη του Πίου Θ΄ ήταν να περιορίσει τον γαλλικανισμό, το ρεύμα που υποστήριζε μεγαλύτερη αυτονομία των τοπικών Εκκλησιών και των επισκόπων απέναντι στην παπική εξουσία. Αρχικά, το σχέδιο της Συνόδου αναφερόταν στην ανάγκη ενίσχυσης του πάπα, χωρίς να περιλαμβάνει ρητά το αλάθητο. Το θέμα προέκυψε αργότερα, όταν ομάδα εξήντα ιεραρχών πρότεινε να αναγνωριστεί καθαρά η υπέρτατη και αλάθητη εξουσία του.
Η πρόταση προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, κυρίως από Γάλλους και Γερμανούς επισκόπους και θεολόγους. Ο Ινιάζ φον Ντέλλινγκερ υποστήριξε ότι το νέο δόγμα υποβάθμιζε τον ρόλο των επισκόπων ως διαδόχων των Αποστόλων. Άλλοι φοβήθηκαν ότι θα ενίσχυε τον Προτεσταντισμό, προκαλώντας αποχωρήσεις πιστών. Εκπρόσωποι των Δομινικανών δέχονταν το αλάθητο μόνο όταν ο πάπας εξέφραζε τη συλλογική γνώμη των επισκόπων.
Στην τελική ψηφοφορία, 535 συνοδικοί πατέρες ψήφισαν υπέρ και δύο κατά. Ωστόσο, περίπου εξήντα απουσίασαν, ενώ αρκετοί αντιτιθέμενοι είχαν ήδη αποχωρήσει. Το δόγμα καθόρισε ότι ο πάπας θεωρείται αλάθητος όταν αποφαίνεται επίσημα για θέματα πίστης και ηθικής.
2002 – Ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Φώτης Νασιάκος ανακοινώνει και επισήμως ότι οι Αρχές προχώρησαν, ουσιαστικά, στην εξάρθρωση του εκτελεστικού πυρήνα της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» και απέδωσε στον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο τον ρόλο του καθοδηγητή και του βασικού συντάκτη των προκηρύξεων της οργάνωσης.
Η αρχή του τέλους ήρθε στις 29 Ιουνίου 2002, όταν εξερράγη πρόωρα βόμβα στα εκδοτήρια της εταιρείας Χέλλας Φλάινγκ Ντόλφινς, στο λιμάνι του Πειραιά, τραυματίζοντας τον άνθρωπο που επιχειρούσε να την τοποθετήσει. Ο τραυματίας αναγνωρίστηκε ως Σάββας Ξηρός. Πάνω του βρέθηκε περίστροφο που είχε αφαιρεθεί από τον αστυνομικό Χρήστο Μάτη, ο οποίος είχε σκοτωθεί σε ληστεία το 1984, και είχε συνδεθεί με ενέργειες της οργάνωσης.
Οι έρευνες οδήγησαν γρήγορα στον εντοπισμό δύο κρησφύγετων, στην οδό Πάτμου στα Κάτω Πατήσια και στην οδό Δαμάρεως στο Παγκράτι. Ακολούθησε κύμα συλλήψεων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λειψούς, Θεσπρωτία, Καρδίτσα και άλλες περιοχές. Μεταξύ των συλληφθέντων ήταν οι Χριστόδουλος και Βασίλης Ξηρός, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο Βασίλης Τζωρτζάτος, ο Θεολόγος Ψαραδέλλης, ο Ηρακλής Κωστάρης, οι Θωμάς και Παύλος Σερίφης και άλλα πρόσωπα που κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στην οργάνωση.
Ο Δημήτρης Κουφοντίνας παραδόθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου, ενώ ακολούθησαν ακόμη δύο συλλήψεις έως τον Ιανουάριο του 2003. Έτσι έκλεισε ένας κύκλος δράσης σχεδόν τριών δεκαετιών.
Γεννήσεις
1918 – Νέλσον Μαντέλα. Ήταν αγωνιστής του κινήματος κατά του Απαρτχάιντ, που αναπτύχθηκε στη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής. Η πολιτική του δράση κατά του Απαρτχάιντ άρχισε να αποκτά σταθερή μορφή τη δεκαετία του 1940, όταν εντάχθηκε στο Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και συνέβαλε στην ίδρυση της νεολαίας του. Από τα πρώτα χρόνια της συμμετοχής του υποστήριζε τη μαζική κινητοποίηση, τις απεργίες, την πολιτική ανυπακοή και την οργανωμένη αντίσταση απέναντι στο καθεστώς των φυλετικών διακρίσεων.
Το 1952 πρωταγωνίστησε στην Εκστρατεία Ανυπακοής, μία από τις σημαντικότερες ειρηνικές κινητοποιήσεις εναντίον των νόμων του Απαρτχάιντ. Την ίδια περίοδο ίδρυσε μαζί με τον Όλιβερ Τάμπο το πρώτο δικηγορικό γραφείο μαύρων νομικών στη Νότια Αφρική, προσφέροντας νομική υποστήριξη σε ανθρώπους που διώκονταν από το ρατσιστικό κράτος. Η δράση του τον έφερε επανειλημμένα αντιμέτωπο με συλλήψεις, περιορισμούς και δικαστικές διώξεις.
Μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ το 1960 και την απαγόρευση του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, ο Μαντέλα πέρασε στην παρανομία. Θεωρώντας ότι η ειρηνική αντίσταση δεν αρκούσε πλέον, συνέβαλε στη δημιουργία της ένοπλης πτέρυγας της οργάνωσης, η οποία προσανατολίστηκε κυρίως σε πράξεις σαμποτάζ εναντίον κρατικών εγκαταστάσεων.
Συνελήφθη το 1962 και δύο χρόνια αργότερα καταδικάστηκε σε ισόβια. Στη δίκη της Ριβόνια υπερασπίστηκε δημόσια το ιδανικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας χωρίς φυλετικές διακρίσεις. Τα 27 χρόνια της φυλάκισής του δεν διέκοψαν τη δράση του· τον μετέτρεψαν σε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης. Μετά την απελευθέρωσή του, ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στην κατάργηση του Απαρτχάιντ.
1950 – Ο Ρίτσαρντ Μπράνσον είναι Άγγλος επιχειρηματίας, ιδρυτής και επικεφαλής του ομίλου Βέρτζιν, γνωστός τόσο για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες όσο και για την αγάπη του για την περιπέτεια, τα ρεκόρ και τη δημόσια προβολή. Γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1950 στο Λονδίνο. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και η μητέρα του είχε εργαστεί ως μπαλαρίνα και αεροσυνοδός.
Από την εφηβεία του έδειξε έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Εγκατέλειψε το σχολείο και ίδρυσε το περιοδικό «Στούντεντ», ενώ λίγο αργότερα δημιούργησε μία εταιρεία ταχυδρομικών παραγγελιών δίσκων. Το 1971 άνοιξε το πρώτο εκπτωτικό κατάστημα δίσκων της Βέρτζιν. Η ονομασία επιλέχθηκε επειδή ο ίδιος και οι συνεργάτες του θεωρούσαν ότι ήταν ακόμη άπειροι στον κόσμο των επιχειρήσεων.
Το 1973 ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρεία Βέρτζιν Ρέκορντς, η οποία συνδέθηκε στενά με το πανκ και το βρετανικό νέο κύμα. Το 1984 επεκτάθηκε στις αερομεταφορές, ιδρύοντας τη Βέρτζιν Ατλάντικ. Η εταιρεία ξεκίνησε με ένα μόνο αεροσκάφος, αλλά κατάφερε να ανταγωνιστεί ισχυρούς και καθιερωμένους αεροπορικούς ομίλους.
Το 1992 πούλησε τη Βέρτζιν Ρέκορντς, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη της αεροπορικής εταιρείας. Μέχρι τη δεκαετία του 1990 ο όμιλος Βέρτζιν είχε επεκταθεί σε δεκάδες διαφορετικούς τομείς. Το 2004 ίδρυσε τη Βέρτζιν Γκαλάκτικ, με στόχο τον διαστημικό τουρισμό. Παράλληλα, παρέμεινε ενεργός σε επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, ψυχαγωγίας και μέσων ενημέρωσης, διατηρώντας την εικόνα του τολμηρού, επικοινωνιακού και αντισυμβατικού επιχειρηματία.
Θάνατοι
1817 – Η Τζέιν Όστεν υπήρξε μία από τις σημαντικότερες και πιο αγαπητές μορφές της αγγλικής λογοτεχνίας. Με τα μυθιστορήματά της κατέγραψε με οξυδέρκεια την κοινωνία της εποχής της, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη θέση των γυναικών, στις ταξικές διαφορές και στον γάμο ως μέσο οικονομικής και κοινωνικής επιβίωσης.
Από το 1811 έως το 1815 δημοσίευσε τα έργα «Λογική και ευαισθησία», «Περηφάνια και προκατάληψη», «Μάνσφιλντ Παρκ» και «Έμμα», με τα οποία καθιερώθηκε ως συγγραφέας. Μετά τον θάνατό της, το 1817, κυκλοφόρησαν ακόμη δύο μυθιστορήματά της, το «Αββαείο του Νορθάνγκερ» και η «Πειθώ».
Το έργο της θεωρείται σημαντικός σταθμός στη μετάβαση από τη λογοτεχνία του 18ου αιώνα προς τον ρεαλισμό του 19ου. Οι ιστορίες της έχουν συνήθως κωμική βάση, πίσω όμως από το χιούμορ και την ειρωνεία κρύβεται μια αυστηρή κριτική της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι ηρωίδες της καλούνται να κινηθούν σε έναν κόσμο όπου η οικονομική ασφάλεια, η κοινωνική αποδοχή και η προσωπική ελευθερία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από έναν επιτυχημένο γάμο.
Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Όστεν γνώρισε περιορισμένη αναγνώριση και τα βιβλία της κυκλοφόρησαν ανώνυμα. Η ταυτότητά της έγινε ευρύτερα γνωστή το 1870, όταν ο ανιψιός της δημοσίευσε απομνημόνευμα για τη ζωή της. Από τα μέσα του 20ού αιώνα καθιερώθηκε οριστικά ως κορυφαία Αγγλίδα συγγραφέας, ενώ τα έργα της συνεχίζουν να διασκευάζονται για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
1918 – Ο Τζορτζ Ντιλμπόι, όπως έγινε γνωστός στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν Ελληνοαμερικανός στρατιώτης και μία από τις πιο γνωστές μορφές ελληνικής καταγωγής που έπεσαν στα πεδία των μαχών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ελληνικό του όνομα ήταν Γεώργιος Διλβόης και γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1896 στα Αλάτσατα της Σμύρνης.
Το 1908 ο πατέρας του μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαταστάθηκε στο Σόμερβιλ της Μασαχουσέτης. Δύο χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η οικογένεια. Το 1912 ο νεαρός Διλβόης επέστρεψε στην Ελλάδα, κατατάχθηκε εθελοντικά στον στρατό και πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους. Στη συνέχεια γύρισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ολοκλήρωσε τις σπουδές του και κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό.
Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις στα σύνορα με το Μεξικό και το 1917 στάλθηκε με την 26η Μεραρχία Πεζικού στο Δυτικό Μέτωπο. Στις 18 Ιουλίου 1918, κατά τη Δεύτερη Μάχη του Μάρνη, η μονάδα του διατάχθηκε να καταλάβει τον σιδηροδρομικό σταθμό της γαλλικής πόλης Μπουρές. Επιχειρώντας να εξουδετερώσει γερμανικό πολυβολείο, τραυματίστηκε θανάσιμα, αλλά συνέχισε να πολεμά έως το τέλος.
Ο στρατηγός Τζον Πέρσινγκ τον κατέταξε ανάμεσα στους σημαντικότερους ήρωες του αμερικανικού στρατού στη Γαλλία. Το 1919 του απονεμήθηκε μεταθανατίως το Μετάλλιο της Τιμής. Τελικά τάφηκε στο Εθνικό Κοιμητήριο του Άρλινγκτον, ενώ το όνομά του δόθηκε σε κτίρια, δρόμους, πλατείες και μνημεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ελλάδα.
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia

