Στέγη για όσους αντέχουν ακόμα



Τα νεύρα μου, τα χάπια μου…
κι ένα ταξί να φύγω

Στέγη με επιδότηση, αγορά χωρίς φρένο και πολίτες
που πληρώνουν ξανά το ίδιο αδιέξοδο ακριβά


Ακούστε τώρα πού έχει φτάσει η συζήτηση για τη στέγη σε αυτή τη χώρα. Η κυβέρνηση ανακοινώνει δέκα χιλιάδες ευρώ για να μετακομίσεις σε ακριτικές περιοχές, ανοίγει προγράμματα ανακαίνισης, ετοιμάζει καινούργιο «Σπίτι μου», ανεβάζει όρια, μοιράζει επιδοτήσεις, φτιάχνει πλατφόρμες, βάζει προθεσμίες, βγάζει ανακοινώσεις. Και όλα αυτά παρουσιάζονται περίπου σαν μια μεγάλη κοινωνική πολιτική. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Όταν για να αποκτήσει κάποιος σπίτι χρειάζεται κρατική επιδότηση, φθηνό δάνειο, προκαταβολή, φορολογικό κίνητρο και ειδικό πρόγραμμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι ο πολίτης δεν ξέρει να ψάξει. Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά κατοικίας έχει γίνει απλησίαστη για ένα τεράστιο κομμάτι της κοινωνίας. Και αντί να χτυπηθεί αυτό το πρόβλημα στη ρίζα του, δηλαδή στις τιμές, στα ενοίκια, στην κερδοσκοπία, στη συγκέντρωση ακινήτων και στην απουσία σοβαρού αποθέματος κοινωνικής κατοικίας, έρχεται το κράτος και προσπαθεί να βοηθήσει τον πολίτη να αντέξει τις τιμές που έχει ήδη διαμορφώσει η αγορά. Δηλαδή δεν αλλάζει τον κανόνα. Απλώς σου δίνει λίγα χρήματα για να μπορέσεις να παίξεις μέσα σε έναν κανόνα που ήδη σε έχει στριμώξει.

Και πάμε στη μετεγκατάσταση. Δέκα χιλιάδες ευρώ για να φύγεις και να εγκατασταθείς μόνιμα σε ακριτικές περιοχές. Ωραία ακούγεται. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν λύνεται με ένα επίδομα: γιατί ερημώνουν αυτές οι περιοχές; Δεν έφυγαν οι άνθρωποι επειδή δεν τους έδωσε κάποιος δέκα χιλιάδες ευρώ. Έφυγαν γιατί δεν υπήρχαν δουλειές, γιατί έκλεισαν υπηρεσίες, γιατί τα νοσοκομεία υποστελεχώθηκαν, γιατί τα σχολεία λιγόστεψαν, γιατί η μετακίνηση έγινε ακριβή, γιατί ολόκληρη η περιφέρεια αντιμετωπίστηκε για δεκαετίες σαν δεύτερη ταχύτητα της χώρας. Αν δεν αλλάξει αυτό, τα δέκα χιλιάρικα μπορεί να βοηθήσουν κάποιον να κάνει το πρώτο βήμα, αλλά δεν φτιάχνουν ζωή. Δεν δημιουργούν δουλειά, δεν δημιουργούν δημόσια υγεία, δεν ανοίγουν σχολείο, δεν φτιάχνουν συγκοινωνία, δεν εγγυώνται ότι σε πέντε χρόνια ο άνθρωπος που πήγε εκεί θα μπορεί ακόμη να σταθεί οικονομικά. Αν θέλεις πραγματικά να ξαναζωντανέψεις μια περιοχή, δεν της στέλνεις απλώς κατοίκους. Της δίνεις λόγο να κρατήσει κατοίκους.

Και μετά έχουμε το «Ανακαινίζω». Περίπου ενενήντα τέσσερις χιλιάδες βεβαιώσεις επιλεξιμότητας, από τις οποίες γύρω στις δεκατέσσερις χιλιάδες αφορούν κλειστά ακίνητα. Εδώ βρίσκεται ένα τεράστιο ζήτημα. Υπάρχουν χιλιάδες κλειστά σπίτια και ταυτόχρονα άνθρωποι που δεν μπορούν να βρουν αξιοπρεπή κατοικία σε τιμή που να πληρώνεται από έναν κανονικό μισθό. Άρα δεν έχουμε έλλειψη μόνο από μπετόν. Έχουμε και πρόβλημα στον τρόπο που διαχειριζόμαστε το υπάρχον οικιστικό απόθεμα. Το κράτος επιδοτεί την ανακαίνιση, αλλά το κρίσιμο είναι τι γίνεται μετά. Θα επιστρέψουν πραγματικά αυτά τα σπίτια στη μακροχρόνια κατοικία ή ένα μέρος τους θα ξαναμπεί στη βραχυχρόνια μίσθωση, θα πουληθεί ακριβότερα ή θα μετατραπεί σε επενδυτικό προϊόν; Γιατί αν το Δημόσιο βάζει χρήμα για να αυξηθεί η αξία ενός ιδιωτικού ακινήτου χωρίς ισχυρούς όρους κοινωνικής ανταπόδοσης, τότε πρέπει να ανοίξει σοβαρά η κουβέντα για το ποιος τελικά επιδοτεί ποιον.

Και υπάρχει βέβαια και το νέο «Σπίτι μου ΙΙΙ», που ακόμη βρίσκεται στον σχεδιασμό. Μεγαλύτερα ηλικιακά όρια, υψηλότερα εισοδηματικά όρια, περισσότερα δάνεια, περισσότερος κόσμος μέσα στο πρόγραμμα. Αλλά εδώ πρέπει να θυμόμαστε κάτι πολύ απλό. Κάθε πρόγραμμα που αυξάνει τη ζήτηση χωρίς να αυξάνει αντίστοιχα την προσφορά κατοικιών μπορεί να σπρώξει τις τιμές προς τα πάνω. Δεν αρκεί λοιπόν να πεις «θα δώσω φθηνότερο δάνειο». Πρέπει να δεις ποιος θα εισπράξει τελικά το όφελος. Ο νέος που αγοράζει ή ο ιδιοκτήτης που βλέπει ότι στην αγορά μπήκε ξαφνικά περισσότερη επιδοτούμενη ζήτηση; Και αυτό δεν είναι θεωρητική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της στεγαστικής πολιτικής. Γιατί η πραγματική κοινωνική πολιτική δεν μετριέται μόνο από το πόσοι μπήκαν σε ένα πρόγραμμα. Μετριέται από το αν η στέγη έγινε συνολικά πιο προσιτή.

Και κάπου εδώ είναι όλη η ουσία. Η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν, χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο και μηχανή απόδοσης κεφαλαίου, και την ίδια στιγμή να παριστάνουμε ότι λύνουμε το στεγαστικό μοιράζοντας επιδόματα στους ανθρώπους για να μπορέσουν να πληρώσουν αυτή την ίδια αγορά. Αν η πολιτεία θέλει πράγματι να μιλήσει για δικαίωμα στη στέγη, χρειάζεται κοινωνική κατοικία, ισχυρή προστασία της μακροχρόνιας μίσθωσης, αξιοποίηση δημόσιων και εγκαταλελειμμένων ακινήτων, πραγματικά αντικίνητρα για τη μαζική διατήρηση κατοικιών κλειστών και πολιτική που θα συγκρατεί τις τιμές αντί να επιδοτεί διαρκώς την άνοδό τους. Γιατί αλλιώς θα ζούμε στο ίδιο έργο. Οι τιμές θα ανεβαίνουν, το κράτος θα ανακοινώνει άλλο ένα πρόγραμμα, ο πολίτης θα κυνηγάει άλλη μία πλατφόρμα και στο τέλος θα μας λένε ότι το πρόβλημα λύνεται επειδή κάποιοι κατάφεραν να πάρουν ένα επίδομα. Όχι. Το στεγαστικό θα αρχίσει να λύνεται όταν το να έχεις ένα αξιοπρεπές σπίτι πάψει να θεωρείται οικονομικό κατόρθωμα και ξαναγίνει αυτό που θα έπρεπε να είναι εξαρχής: βασικό κοινωνικό δικαίωμα.

 

Lef.T.



 

Περισσότερα από AgrinioStories

Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου ανοίγει προς Βαλκάνια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *