Προϋπολογισμός ευημερίας χωρίς την κοινωνία



Τα νεύρα μου, τα χάπια μου…
κι ένα ταξί να φύγω

Προϋπολογισμός που χορεύει τσιφτετέλια με τους δείκτες,
και το χορό του Ζαλόγγου με τους ανθρώπους


Κατατέθηκε, λοιπόν, στη Βουλή το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 και μαζί του κατατέθηκε για άλλη μια φορά μια ολόκληρη αφήγηση ευημερίας. Ανάπτυξη 2,3%, ανεργία στο 7,9%, επενδύσεις πάνω κατά 7,9%, πληθωρισμός που υποτίθεται ότι υποχωρεί στο 2,6%, πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 3% και δημόσιο χρέος που πέφτει κάτω από το 130% του ΑΕΠ. Ωραία ακούγονται όλα αυτά. Μόνο που ο προϋπολογισμός δεν είναι διαγωνισμός αριθμητικής. Είναι πολιτική. Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο μεγαλώνει η οικονομία, αλλά ποιος παίρνει αυτόν τον καινούργιο πλούτο, ποιος πληρώνει για να παραχθεί και ποιος μένει πάλι να κοιτάζει τα ποσοστά από μακριά.

Γιατί μπορεί το ΑΕΠ να ανεβαίνει, αλλά το νοίκι δεν πληρώνεται με ΑΕΠ. Μπορεί οι επενδύσεις να αυξάνονται, αλλά ο εργαζόμενος δεν πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ με τον δείκτη των επενδύσεων. Μπορεί η ανεργία να πέφτει, αλλά αυτό από μόνο του δεν μας λέει τι μισθό παίρνει εκείνος που βρήκε δουλειά, πόσες ώρες δουλεύει, πόσο ασφαλής είναι η θέση του και τι μένει τελικά στην τσέπη του στο τέλος του μήνα. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πολιτική συζήτηση που κρύβεται πίσω από τους πανηγυρικούς των αριθμών.

Η κυβέρνηση προβάλλει τις φοροελαφρύνσεις, τις παρεμβάσεις για τους αγρότες, τους τρίτεκνους, τους συνταξιούχους, τους δημοσίους υπαλλήλους, τη μελλοντική αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ, τα στεγαστικά προγράμματα, τα επιδόματα και τις μειώσεις εισφορών. Αυτές είναι υπαρκτές παρεμβάσεις του προσχεδίου και πρέπει να καταγράφονται. Το ίδιο όμως υπαρκτή είναι και η βασική επιλογή του για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία και μια οικονομία που εξακολουθεί να μετρά την επιτυχία της κυρίως από τη σκοπιά των μεγάλων μεγεθών. Κι όταν ένα κράτος επιδιώκει πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 3% του ΑΕΠ, το πολιτικό ερώτημα είναι αναπόφευκτο: πόσο από τον διαθέσιμο πλούτο επιστρέφει άμεσα σε δημόσια υγεία, παιδεία, κατοικία, κοινωνικές υπηρεσίες και πραγματικούς μισθούς και πόσο δεσμεύεται από τη δημοσιονομική αρχιτεκτονική;

Υπάρχει, λοιπόν, μια λέξη που λείπει από όλους αυτούς τους πίνακες. Κι αυτή η λέξη είναι η λέξη: κατανομή. Γιατί δεν αρκεί να παράγεται περισσότερος πλούτος. Πρέπει και να μοιράζεται, και να ξέρουμε πώς μοιράζεται. Δεν αρκεί να αυξάνονται οι επενδύσεις. Πρέπει να ξέρουμε, αν δημιουργούν σταθερή εργασία με αξιοπρεπείς αποδοχές ή απλώς μεγαλύτερες αποδόσεις κεφαλαίου. Δεν αρκεί να πέφτει ο πληθωρισμός στο 2,6%. Μείωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει ότι πέφτουν οι τιμές. Σημαίνει ότι συνεχίζουν να αυξάνονται, απλώς με χαμηλότερο ρυθμό. Κι αυτή είναι μια κρίσιμη λεπτομέρεια για όποιον ζει με μισθό και όχι με μακροοικονομικό δελτίο.

Αυτός είναι τελικά ο προϋπολογισμός που αρχίζει τώρα να συζητείται στη Βουλή. Ένας προϋπολογισμός που παρουσιάζει μια οικονομία ισχυρότερη στους δείκτες βάζοντας στο τραπέζι συγκεκριμένες κοινωνικές παρεμβάσεις, για να μην κινδυνέψει η κοινωνική συνοχή αλλά αφήνει ανοιχτό το κεντρικό πολιτικό ζήτημα: αν η ανάπτυξη θα μετατραπεί σε πραγματική αναδιανομή ή αν θα συνεχίσουμε να ακούμε ότι η χώρα πηγαίνει καλύτερα, την ώρα που ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να μετρά κάθε ευρώ που δεν περισσεύει. Γιατί στο τέλος ο προϋπολογισμός δεν κρίνεται στο Excel του υπουργείου. Κρίνεται στο σπίτι, στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο και στον μισθό. Εκεί φαίνεται αν η οικονομική πρόοδος έγινε κοινωνική πρόοδος ή αν έμεινε ένας ακόμη εντυπωσιακός πίνακας αριθμών.

 

Lef.T.

 

Περισσότερα από AgrinioStories

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ 5 Οκτωβρίου 1967: Θεμελίωση φράγματος Καστρακίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *