6 Σεπτεμβρίου 1955 | Τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη



6 Σεπτεμβρίου 2026

Το οργανωμένο πογκρόμ του 1955 διέλυσε στην Πόλη
κοινότητες, περιουσίες και ζωές, αφήνοντας βαθύ τραύμα


Ήταν απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, όταν η Κωνσταντινούπολη άρχισε να αλλάζει όψη. Μέσα σε λίγες ώρες, δρόμοι και συνοικίες όπου ο ελληνικός πληθυσμός ζούσε, εργαζόταν και δημιουργούσε επί αιώνες μετατράπηκαν σε πεδίο οργανωμένης καταστροφής. Τα «Σεπτεμβριανά», όπως έμεινε στην ιστορία το πογκρόμ της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου, δεν αποτέλεσαν μια αυθόρμητη έκρηξη οργής. Ήταν μια επιχείρηση που εκδηλώθηκε με την καθοδήγηση του κρατικού και κομματικού μηχανισμού της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές.

Εκείνη την εποχή, περίπου 100.000 Έλληνες ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Επρόκειτο για μια πολυπληθή, οικονομικά δραστήρια και βαθιά ριζωμένη κοινότητα. Μετά το πογκρόμ και τις διώξεις που ακολούθησαν, ο ελληνικός πληθυσμός άρχισε να εγκαταλείπει μαζικά την πόλη. Σήμερα, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης μόλις ξεπερνούν τις 2.000.

Το 1955 την Τουρκία κυβερνούσαν ο Μεντερές και το Δημοκρατικό Κόμμα. Η οικονομία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγάλωνε. Την ίδια στιγμή, το Κυπριακό βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή, καθώς οι Ελληνοκύπριοι διεκδικούσαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η τουρκική κυβέρνηση αξιοποίησε το κλίμα έντασης, στρέφοντας την κοινή γνώμη εναντίον της ελληνικής μειονότητας. Λίγες ημέρες πριν από το πογκρόμ, στις 28 Αυγούστου, ο Μεντερές είχε φτάσει στο σημείο να ισχυριστεί δημόσια ότι οι Ελληνοκύπριοι σχεδίαζαν σφαγές Τουρκοκυπρίων.

Η αφορμή δόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου, όταν ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός εξερράγη στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο στεγαζόταν στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Οι ζημιές ήταν περιορισμένες, όμως οι τουρκικές εφημερίδες παρουσίασαν την έκρηξη ως μεγάλη ελληνική επίθεση. Η «Ισταμπούλ Εξπρές» κυκλοφόρησε με εμπρηστικούς τίτλους και παραποιημένες φωτογραφίες, δημιουργώντας την εικόνα ότι το σπίτι του Ατατούρκ είχε καταστραφεί από Έλληνες.

Για την έκρηξη συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές ο Οκτάι Εγκίν, μουσουλμάνος φοιτητής από την Κομοτηνή. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Τουρκία, τιμήθηκε και διορίστηκε σε κρατικές θέσεις, φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του κυβερνήτη επαρχίας. Ο ίδιος, χρόνια αργότερα, αρνήθηκε κάθε σχέση με την επίθεση και υποστήριξε ότι υπήρξε θύμα των ελληνικών αρχών.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οργανώθηκαν συγκεντρώσεις στην πλατεία Ταξίμ. Γύρω στις πέντε, ένα πλήθος που υπολογίζεται ότι έφτανε τις 50.000 κινήθηκε προς τις ελληνικές συνοικίες και κυρίως προς το Πέραν. Καταστήματα, σπίτια, σχολεία, εκκλησίες, εργοστάσια, φαρμακεία και ξενοδοχεία παραδόθηκαν στη λεηλασία και την καταστροφή.

Τίποτε δεν έμοιαζε τυχαίο. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν μεταφερθεί δωρεάν από περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας, ενώ περίπου 4.000 ταξί χρησιμοποιήθηκαν για τη μετακίνησή τους. Δημοτικά φορτηγά είχαν τοποθετηθεί σε καίρια σημεία, φορτωμένα με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, αξίνες, σφυριά, σιδερένιους λοστούς και δοχεία βενζίνης. Ο μηχανισμός του Δημοκρατικού Κόμματος και τα συνδικάτα που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του συνέβαλαν καθοριστικά στην κινητοποίηση του όχλου.

Οι επιδρομείς γνώριζαν πού κατευθύνονταν. Ελληνικά καταστήματα και κατοικίες είχαν σημαδευτεί, ενώ τα συνθήματα καλούσαν ανοιχτά σε δολοφονίες και διώξεις. Από την επίθεση δεν γλίτωσαν ούτε ορισμένες αρμενικές και εβραϊκές περιουσίες. Οι τουρκικές αρχές παρέμεναν απαθείς και, σε αρκετές περιπτώσεις, διευκόλυναν τη δράση των δραστών. Ο στρατός επενέβη μόνο τα ξημερώματα της 7ης Σεπτεμβρίου, όταν η κατάσταση είχε αρχίσει να ξεφεύγει ακόμη και από τον έλεγχο εκείνων που την είχαν οργανώσει.

Πίσω από τις κατεστραμμένες βιτρίνες υπήρχε μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα. Άνδρες και γυναίκες κακοποιήθηκαν και βιάστηκαν. Ιερείς εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή, ενώ ένας Αρμένιος κληρικός έχασε τη ζωή του. Σύμφωνα με τον απολογισμό που επικράτησε, 16 Έλληνες σκοτώθηκαν και 32 τραυματίστηκαν. Καταγράφηκαν επίσης οι βιασμοί 12 Ελληνίδων και άγνωστου αριθμού ανδρών.

Η βία δεν περιορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου, εθνικιστικές ομάδες έκαψαν το ελληνικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση της Σμύρνης. Κατέστρεψαν ακόμη το νεόκτιστο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής και λεηλάτησαν τα σπίτια Ελλήνων στρατιωτικών που υπηρετούσαν στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ.

Ο απολογισμός της καταστροφής ήταν τεράστιος. Περισσότερα από 4.300 εμπορικά καταστήματα, 110 ξενοδοχεία, 27 φαρμακεία, 23 σχολεία, 21 εργοστάσια, 73 εκκλησίες και περίπου 1.000 κατοικίες ελληνικής ιδιοκτησίας καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν. Υπολογίστηκε ότι το 90% των ορθόδοξων ναών της Κωνσταντινούπολης υπέστη καταστροφές. Το οικονομικό κόστος έφτανε, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, τα 150 εκατομμύρια δολάρια, ενώ η ελληνική κυβέρνηση το υπολόγισε στα 500 εκατομμύρια.

Ο Μεντερές προσπάθησε να αποδώσει το πογκρόμ στους κομμουνιστές. Ο ισχυρισμός του, όμως, κατέρρευσε γρήγορα. Οι αναφορές ξένων πρεσβειών προς τις κυβερνήσεις τους μιλούσαν για βαριές ευθύνες των τουρκικών αρχών. Το οργανωμένο σχέδιο, η μεταφορά των δραστών, η διανομή εργαλείων και η πολύωρη αδράνεια των δυνάμεων ασφαλείας δεν άφηναν πολλά περιθώρια για την εκδοχή μιας αυθόρμητης λαϊκής εξέγερσης.

Η ελληνική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου επιχείρησε να διεθνοποιήσει το ζήτημα, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία απέφυγαν να ασκήσουν πραγματική πίεση στην Τουρκία, την οποία θεωρούσαν πολύτιμο σύμμαχο στον Ψυχρό Πόλεμο. Η γεωπολιτική σκοπιμότητα αποδείχθηκε ισχυρότερη από την προστασία μιας ολόκληρης κοινότητας. Από τους διεθνείς οργανισμούς, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ήταν εκείνο που απαίτησε εξηγήσεις από την Άγκυρα.

Το τουρκικό κράτος υποσχέθηκε αργότερα αποζημιώσεις για τις κατεστραμμένες περιουσίες. Ακόμη και στις καλύτερες περιπτώσεις, όμως, τα ποσά δεν ξεπέρασαν το 20% των απαιτήσεων, ενώ η αξία των περιουσιακών στοιχείων είχε ήδη υποτιμηθεί δραματικά. Για χιλιάδες Έλληνες, η οικονομική καταστροφή, ο φόβος και η αίσθηση ότι δεν υπήρχε πλέον καμία ασφάλεια έκαναν τη φυγή μονόδρομο.

Πολλά στοιχεία για τον οργανωμένο χαρακτήρα των Σεπτεμβριανών αποκαλύφθηκαν το 1961, στη δίκη του Μεντερές μετά την ανατροπή του από τον στρατό. Ο πρώην πρωθυπουργός καταδικάστηκε τελικά σε θάνατο και οδηγήθηκε στην αγχόνη. Πολύτιμη ιστορική τεκμηρίωση προσέφερε αργότερα και ο βυζαντινολόγος Σπύρος Βρυώνης, καταγράφοντας αναλυτικά τον μηχανισμό που οδήγησε στην καταστροφή.

Τα Σεπτεμβριανά δεν ήταν απλώς μια νύχτα λεηλασίας. Ήταν η αρχή του τέλους για μία από τις ιστορικότερες ελληνικές κοινότητες. Μέσα από τη βία, τον φόβο, την οικονομική εξόντωση και την ανοχή των ισχυρών, ένας πληθυσμός με παρουσία αιώνων εξαναγκάστηκε σταδιακά να εγκαταλείψει τον τόπο του. Η καταστροφή δεν περιορίστηκε σε κτίρια και περιουσίες. Στόχος ήταν η ίδια η δυνατότητα των Ελλήνων να συνεχίσουν να ζουν στην Κωνσταντινούπολη.

 

 

Με πληροφορίες και φωτογραφίες από  https://www.sansimera.gr
 

Περισσότερα από AgrinioStories

ΔΕΔΔΗΕ | 6/9 | Προγραμματισμένες διακοπές ρεύματος

6 Σεπτεμβρίου 2026 | Μνήμη χρονολογίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *