Το τίμημα των Κρεμαστών



Λευτέρης Τηλιγάδας

|

Λίμνη Κρεμαστών: το τίμημα του εξηλεκτρισμού
για τους εργάτες, τα χωριά και τη μνήμη


Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, την εποχή που η Ελλάδα προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές του πολέμου και του Εμφυλίου, ο εξηλεκτρισμός παρουσιάστηκε ως βασική προϋπόθεση για να προχωρήσει η χώρα μπροστά. Ανάμεσα στα φαράγγια και στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας άρχισαν να υψώνονται φράγματα, να ανοίγονται σήραγγες και να δημιουργούνται τεχνητές λίμνες. Η εκβιομηχάνιση έγινε το νέο εθνικό ιδανικό και τα μεγάλα έργα προβλήθηκαν ως αποδείξεις προόδου. Μέσα σε αυτή την αφήγηση, όμως, δεν χωρούσαν εύκολα ούτε ο τόπος που χανόταν ούτε οι άνθρωποι που καλούνταν να πληρώσουν το κόστος.

Πριν αρχίσουν τα έργα, η περιοχή των Κρεμαστών ήταν ένας «δεμένος κόσμος». Η γη, ο Αχελώος και οι παραπόταμοί του, οι καλλιέργειες, τα κοπάδια, τα γεφύρια, τα ξωκλήσια, οι παραδόσεις και οι καθημερινές σχέσεις των κατοίκων αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Ήταν ένας τόπος δύσκολος, φτωχός και απομονωμένος, αλλά ζωντανός. Η φυσική του ομορφιά όμως και τα ιστορικά του μνημεία παρέμεναν μέχρι τότε σχεδόν αθέατα από ένα κράτος που ανακάλυψε την περιοχή μόνο όταν ήρθε η ώρα να αξιοποιήσει τα νερά του ποταμού.

Με την έναρξη της κατασκευής, οι πλαγιές αποψιλώθηκαν και το τοπίο τεμαχίστηκε. Γερανοί, εκσκαφείς, φορτηγά και βαριά μηχανήματα κατέλαβαν την περιοχή. Το φράγμα υψωνόταν συνεχώς, ενώ γύρω του δημιουργήθηκαν εργοτάξια και πρόχειροι οικισμοί κα σε πολλούς ντόπιους το έργο έφερε ένα μεροκάματο σε μια εποχή μεγάλης φτώχειας. με αυτόν τον τρόπο και σιγά σιγά η εποχική εργασία άρχισε να αντικαθιστά σταδιακά την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία, οδηγώντας τους ανθρώπους σε έναν νέο τρόπο ζωής, χωρίς να τους εξασφαλίζει πραγματική σταθερότητα.

Το 1963 άρχισε η καταγραφή των σπιτιών και των χωραφιών που θα κάλυπτε η λίμνη. Οι μεγάλες πλημμύρες εκείνης της χρονιάς είχαν πνίξει τον κάμπο στη λάσπη και πολλά κτήματα δεν μπορούσαν πλέον να ξεχωρίσουν. Τίτλοι ιδιοκτησίας συχνά δεν υπήρχαν και εκτάσεις χαρακτηρίζονταν ιδιοκτησία του Δημοσίου. Οι αποζημιώσεις υπολογίστηκαν με αυθαίρετο τρόπο, ενώ η πελατειακή λογική κάποιες πόρτες τις άνοιγε απλόχωρα και κάποιες άλλες τις έκλεινε εντελώς.

Οι κάτοικοι των χωριών που έχαναν τις περιουσίες τους συγκεντρώθηκαν στη γέφυρα στα Σίδερα της Επισκοπής και ζήτησαν να έχουν λόγο στον ίδιο τους τον ξεριζωμό. Το μετεμφυλιακό κράτος όμως αντιμετώπισε τη διαμαρτυρία ως απειλή. Η Χωροφυλακή επιτέθηκε με δακρυγόνα, ξυλοδαρμούς και συλλήψεις, στέλνοντας ανθρώπους στα κρατητήρια και στις φυλακές. Κάτω από την πίεση του κόσμου η ΔΕΗ και θέλοντας να ξεμπερδέψει γρήγορα με τα εμπόδια πρότεινε σε αρκετούς πληγέντες νέα σπίτια στον κάμπο του Αγρινίου, κυρίως στη Μεγάλη Χώρα και στα Τριαντέικα. Μόνο που οι κατόψεις προέβλεπαν ένα ή δύο δωμάτια, μία κουζίνα κι ένα λουτρό. Σε ανθρώπους που έβγαιναν από μια σχεδόν ανταλλακτική οικονομία, ακόμη και το λουτρό μέσα στο σπίτι φαινόταν παράξενο. Πολλοί δεν πίστεψαν ότι οι υποσχέσεις θα τηρούνταν και προτίμησαν τα χρήματα. Άλλοι εξασφάλισαν σπίτι και αποζημίωση, ενώ κάποιοι ξόδεψαν γρήγορα τα «μαζεμένα» λεφτά, που δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν.

Ύστερα ήρθαν οι μπουλντόζες. Τα σπίτια ισοπεδώθηκαν και οι άνθρωποι πήραν από τα συντρίμμια ό,τι μπορούσαν: ξυλεία, λαμαρίνες, πόρτες και παράθυρα. Οι φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα διατήρησαν τις τελευταίες εικόνες πριν από την κατάκλυση με τα γκρεμισμένα σπίτια, τις αναχωρήσεις και τα πρόσωπα.

Ο Μπαλάφας εκείνη την εποχή είχε διοριστεί από τη διοίκηση της ΔΕΗ φωτογράφος του έργου.  Πέρα από τις πολύ σημαντικές φωτογραφίες του, ο οποίες εκδόθηκαν σε ένα λεύκωμα το 2002 με τίτλο, «Τα αντίρροπα ρεύματα του Αχελώου» από το Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης, ο ίδιος περιέγραψε με εξαιρετικό γλαφυρό τρόπο τις δραματικές εκείνες στιγμές:

«[…] Οι κάτοικοι των χωριών αυτών, άνθρωποι αγρότες κατά το πλείστον με λιγοστή κτηνοτροφία, που ξεριζώθηκαν απ’ τις πατρογονικές τους εστίες, πήραν το δρόμο για το άγνωστο με την περιορισμένη αποζημίωση που κοστολόγησε την περιουσία τους η επιτροπή απαλλοτρίωσης.

 

 

»Δραματικές ήταν οι στιγμές, όταν ήρθε η ώρα της φυγής, απ’ τον τόπο που γεννήθηκαν κι έθαψαν τους προγόνους τους. Πολλοί πριν ακόμα φύγουν, πήγαν με τον παπά στο νεκροταφείο για ένα τρισάγιο, το τελευταίο πριν μείνουν για πάντα κάτω απ’ το νερό. Άλλοι πάλι ξέθαψαν τα μνήματα, για να πάρουν τα κόκαλα των δικών τους μ’ ότι άλλο είχαν και αγκαλιά με την τραγική τους μοίρα για ν’ αναζητήσουν νέα πατρίδα. Μερικοί σκόρπησαν στα γύρω χωριά, όπου είχαν γνωστούς ή συγγενείς. Άλλοι πάλι δυσκολεύτηκαν, να το πάρουν απόφαση, βουνίσιοι να ζήσουν στον κάμπο κι έστησαν πρόχειρες παράγκες με λαμαρίνες στα καταράχια, όσο διαρκούσε και η κατασκευή του έργου κι εύρισκαν μεροκάματο […]

»[…] Τα χτίσματα των χωρικών γκρεμίστηκαν απ’ τις μπουλντόζες για να πάρουν ότι φορητό μπορούσαν μέσα απ’ τα συντρίμμια και μόνο τα πέτρινα γεφύρια κατακλύστηκαν άθικτα και οι εκκλησιές βυθίστηκαν όρθιες απ’ το φόβο των Αγίων…».

Ξεχωριστή θέση στη μνήμη είχε η Παναγία της Επισκοπής, ναός του 8ου αιώνα και παλιά έδρα της Επισκοπής Λιτζάς και Αγράφων. Πριν από την κατάκλυση αφαιρέθηκαν τρία στρώματα τοιχογραφιών και μεταφέρθηκαν στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας αφού η πρόταση του  Μπαλάφα να μετακινηθεί ολόκληρος ο ναός δεν προχώρησε, επειδή το κράτος δήλωσε ότι δεν υπήρχαν οι απαραίτητες πιστώσεις. Έτσι λοιπόν η εκκλησία βυθίστηκε όρθια.

 

Το 2008, δεκατρείς ερασιτέχνες δύτες της ομάδας «Τηθύς» αναζήτησαν τον ναό με τη βοήθεια κατοίκων και παλιών φωτογραφιών. Μέσα στο σκοτάδι, τη λάσπη και τα υπόγεια ρεύματα της λίμνης, η Μαρία Σαλωμίδη και ο Γιάννης Ίσσαρης εντόπισαν τον τοίχο και άγγιξαν τον τρούλο σε βάθος 32 μέτρων. Η Παναγία στεκόταν ακόμη εκεί. Για τους ξεριζωμένους κατοίκους, αυτή η είδηση δεν αφορούσε μόνο ένα βυζαντινό μνημείο. Επιβεβαίωνε ότι κάτω από τη λίμνη υπήρχε ακόμη ο τόπος τους.

 

Η λίμνη ανέβαινε μέρα με τη μέρα. Από τα γύρω υψώματα οι κάτοικοι έβλεπαν να χάνονται σπίτια, χωράφια, αλώνια, γεφύρια, μοναστήρια και εκκλησίες. Οι ηλικιωμένοι καταλάβαιναν ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ για να ταφούν στα χώματα όπου είχαν ζήσει και πάνω από τα βυθισμένα χωριά άρχισαν να περνούν φέρι μποτ, μεταφέροντας ανθρώπους, ζώα και τα τελευταία υπάρχοντα. Για χρόνια τα πορθμεία αντικαθιστούσαν τους δρόμους που έκοψε η λίμνη και ένωναν τα χωριά της Ευρυτανίας με τον Βάλτο και το Αγρίνιο.

Το φράγμα έδωσε ηλεκτρική ενέργεια στη χώρα, αλλά η περιοχή δεν σώθηκε από την εγκατάλειψη. Οι σεισμοί που ακολούθησαν τη δημιουργία της λίμνης, η φτώχεια και η μετανάστευση έφεραν νέο κύμα φυγής. Τα σχολεία έκλεισαν, οι νέες οικογένειες λιγόστεψαν και στα καφενεία έμειναν λίγοι ηλικιωμένοι. Η ανάπτυξη πέρασε από τον τόπο, πήρε το νερό, τη γη και την εργασία του, και δεν άφησε πίσω της τίποτα από όσα χρειάζονταν ο τόπος και οι άνθρωποι για να ζωντανέψει ξανά.

Κάτω από τη σημερινή ομορφιά της λίμνης υπάρχουν ακόμη τα χωριά και οι μνήμες τους. Υπάρχουν τα δάκρυα των ανθρώπων που πλήρωσαν τον εξηλεκτρισμό της Ελλάδας χωρίς να ερωτηθούν και χωρίς να αποζημιωθούν δίκαια. Γι’ αυτό η ιστορία των Κρεμαστών δεν είναι μόνο η ιστορία ενός μεγάλου φράγματος, είναι ταυτόχρονα και η ιστορία των ανθρώπων που χρειάστηκε να καταβάλουν το τίμημα μιας ανάπτυξης που φυτεύτηκε στον τόπο τους χωρίς όμως να είναι και του τόπου τους.


Πηγές: 1. Θωμά Κώτσια, Λίμνη Κρεμαστών 50 χρόνια μετά… ένα οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο: (https://eyrytixn.blogspot.com)  |  2.  Πριν τον κατακλυσμό (Φωτογραφίες ό.π.) |  3. Παναγία της Επισκοπής (Φωτογραφία: http://www.scubadive.gr/forum/showthread.php?t=2317)  |  4.  Ο σταυρός του τρούλου της επισκοπής (Σύλλογος Ερασιτεχνιών Αυτοδυτών  «Τηθύς» και Ισμαηλίδου Έλλη, «Μια Ατλαντίδα στα βουνά της Ευρυτανίας», Το Βήμα 28 Ιανουαρίου 2011 | 5. Το τέμπλο του ναού στο Βυζαντινό μουσείο, από G.dallorto (https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=29016743)  | 6. Η Παναγία η Επισκοπιώτισσα… και η λίμνη των Κρεμαστών ( www.evrytanikospalmos.gr).
Φωτογραφία Τίτλου: Κώστα Μπαλάφα, η παλιά γέφυρα της Επισκοπής
Πηγή φωτογραφίας: (αρχείο ΔΕΗ)

Έρευνα – Κείμενα: Λ. Τηλιγάδας
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


Περισσότερα από AgrinioStories

Ανάκαμψη με αντίθετο άνεμο

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ 30ῃ Ιουλίου 1944: Το σαμποτάζ στα Καλύβια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *