...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Λάμπρος Κουτσονίκας
| Ένας Σουλιώτης που επέζησε της σφαγής, έγραψε τη δική του ιστορία
και πέθανε στο Αγρίνιο στις 2 Ιουνίου του 1879
Η διαδρομή ενός αγωνιστή που κουβάλησε τη μνήμη μιας οικογένειας
σχεδόν αφανισμένης από τον πόλεμο |
Η ιστορία του Λάμπρου Κουτσονίκα είναι άρρηκτα δεμένη με μία από τις πιο δραματικές σελίδες της σουλιώτικης αντίστασης. Γεννημένος στη φάρα των Κουτσονικαίων, μιας οικογένειας με ρίζες στη Ζερμή του Φαναρίου Πρεβέζης, μεγάλωσε μέσα στις στάχτες μιας σχεδόν ολοκληρωτικής καταστροφής. Οι Κουτσονικαίοι ήταν από τις ελάχιστες σουλιώτικες φάρες που έμειναν μέχρι τέλους στα οχυρά του Σουλίου κατά την τελική αναμέτρηση με τον Αλή Πασά. Επικεφαλής τους ήταν ο Νικόλαος Κουτσονίκας, ο επονομαζόμενος γέρο-Κουτσονίκας, ο οποίος αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον τόπο του ακόμη και όταν η κατάρρευση του Σουλίου είχε πλέον προδιαγραφεί.
Το όνομα της οικογένειας συνδέθηκε για πάντα με το Ζάλογγο, καθώς μέλη της βρέθηκαν ανάμεσα στις γυναίκες που προτίμησαν τον θάνατο από την υποταγή. Λίγους μήνες αργότερα, στη Μονή Σέλτσου το 1804, γράφτηκε το δεύτερο και ακόμη πιο αιματηρό κεφάλαιο της οικογενειακής τους τραγωδίας. Εκεί σκοτώθηκαν ο γέρο-Κουτσονίκας, ο γιος του Γιάννος και άλλα μέλη της οικογένειας, ενώ η φάρα σχεδόν ξεκληρίστηκε. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που έπεσαν στα χέρια των στρατευμάτων του Αλή Πασά ήταν και ο μικρός τότε Λάμπρος μαζί με τη μητέρα του και τον αδελφό του.
Όπως πολλοί επιζώντες Σουλιώτες, πέρασε χρόνια φτώχειας, προσφυγιάς και αναμονής μέχρι να φτάσει η στιγμή της Επανάστασης. Όταν ξέσπασε ο Αγώνας, οι λιγοστοί Κουτσονικαίοι που είχαν απομείνει επέστρεψαν στα πεδία των μαχών. Ο Λάμπρος πολέμησε ως μπουλουκτσής σε συγκρούσεις στην Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα, ενώ συμμετείχε στις μεγάλες επιχειρήσεις των Σουλιωτών κάτω από τις διαταγές του Μάρκου Μπότσαρη, στις μάχες του Μεσολογγίου και στις εκστρατείες του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Η πολεμική του δράση αυτή, τού εξασφάλισε την αναγνώριση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το οποίο το 1831 τον τοποθέτησε στον τακτικό στρατό με τον βαθμό του πεντακοσίαρχου.
Η μεταπολεμική πορεία του ακολούθησε εκείνη πολλών αγωνιστών της Επανάστασης. Εντάχθηκε στη Βασιλική Φάλαγγα, τον ιδιαίτερο σχηματισμό που δημιουργήθηκε για τους βετεράνους της Επανάστασης, και αποστρατεύθηκε τα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου του 1ου, έχοντας φτάσει στον βαθμό του συνταγματάρχη. Μαζί του υπηρέτησαν και άλλοι Κουτσονικαίοι, οι οποίοι επίσης διακρίθηκαν ως αξιωματικοί.
Όμως η μεγαλύτερη ίσως συμβολή του Λάμπρου Κουτσονίκα πέρα από τα πεδία των μαχών βρίσκεται στις σελίδες που άφησε πίσω του. Το 1863 και το 1864 εξέδωσε τη «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», ένα έργο που παραμένει μέχρι σήμερα βασική πηγή για το Σούλι και τους Σουλιώτες. αφού μέσα από τις αφηγήσεις του διασώθηκε η προφορική μνήμη μιας κοινωνίας που πολέμησε επί αιώνες στα σύνορα αυτοκρατοριών και κρατών. Κι αυτή η μαρτυρία του αποκτά ιδιαίτερη αξία επειδή προέρχεται από έναν άνθρωπο που δεν έγραψε ως παρατηρητής ή ερευνητής εκείνων των χρόνων αλλά ως επιζών μιας μιας εξεγερσιακής περιόδου, που άλλαξε τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της ζωής του αρκετές φορές.
Η περίπτωση όμως του Κουτσονίκα φωτίζει και μια λιγότερο συζητημένη πλευρά της ελληνικής ιστορίας. Το ελληνικό κράτος οικοδομήθηκε πάνω στις θυσίες αρκετών ανθρώπων, που συχνά κατέληξαν να ζουν στην αφάνεια, μακριά από τα επίσημα εθνικά αφηγήματα και τις κρατικές τιμές. Οι Σουλιώτες μετατράπηκαν σε σύμβολα, όμως οι πραγματικές τους διαδρομές ήταν γεμάτες προσφυγιά, απώλειες και κοινωνική περιθωριοποίηση. Ο Λάμπρος Κουτσονίκας υπήρξε ένας από εκείνους που αρνήθηκαν να αφήσουν αυτή τη μνήμη να χαθεί. Όταν πέθανε στο Αγρίνιο στις 2 Ιουνίου 1879, δεν έκλεισε μόνο η ζωή ενός αγωνιστή του 1821, αλλά και η τελευταία ζωντανή σύνδεση με μια γενιά ανθρώπων που είδαν το Σούλι να καταστρέφεται, επέζησαν από την καταστροφή και συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία της νεότερης Ελλάδας.
——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Φωτογραφία: Το Σούλι και ο Λάμπρος Κουτσονίκας (Κολάζ)
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


