Η Κινηματογραφική Νοσταλγία της «Οδύσσειας»



Αλέξανδρος Σχισμένος

Μια σύγχρονη Kινηματογραφική ανάγνωση
που αναμετριέται με τον μύθο, την Ιστορία και την ομηρική αυθεντία


Προλογική παρουσίαση Lef.T.

Το κείμενο του «Κινηματογραφική Νοσταλγία της Οδύσσειας» του Αλέξανδρου Σχισμένου εξετάζει την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν όχι απλώς ως κινηματογραφική διασκευή, αλλά ως μέρος μιας μακράς ιστορίας επανερμηνειών του Ομήρου. Το βασικό ερώτημα είναι αν μια τέτοια ταινία πρέπει να κρίνεται με βάση την πιστότητά της στο ομηρικό έπος, την ιστορική ακρίβεια ή την καλλιτεχνική της αυτονομία. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν αρκεί από μόνη της. Ο Νόλαν έχει δικαίωμα να δημιουργήσει τη δική του «Οδύσσεια», αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από τη βαριά σκιά του Ομήρου και από τις συγκρίσεις που αναπόφευκτα προκαλεί.

Η ταινία, κατά τον Αλέξανδρο, παρουσιάζεται ως σημαντικό κινηματογραφικό επίτευγμα, αλλά και ως έργο που απλοποιεί τους ομηρικούς χαρακτήρες. Η ομηρίστρια Έμιλι Γουίλσον της καταλογίζει μεγαλοστομία, επιφανειακή ηθικολογία και μια αντίφαση ανάμεσα στην καταδίκη της βίας και στη μετατροπή των σφαγών σε θέαμα. Η συζήτηση, ωστόσο, ξεπέρασε γρήγορα την αισθητική της ταινίας. Η επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο για τους ρόλους της Ελένης και της Κλυταιμνήστρας πυροδότησε έναν ακόμη πολιτισμικό πόλεμο γύρω από τη «woke ατζέντα», τη φυλή και την υποτιθέμενη παραποίηση του Ομήρου. Ο συγγραφέας εκτιμά ότι η αντιπαράθεση λειτούργησε κυρίως ως εξαιρετικά αποτελεσματικό μάρκετινγκ.

Η μορφή της Ελένης, υποστηρίζει ο συγγραφέας, χρησιμοποιείται για να αποδειχθεί ότι οι ανατροπές του ομηρικού υλικού δεν αποτελούν σύγχρονη εφεύρεση. Ήδη από την αρχαιότητα, ο Γοργίας, στο «Ελένης Εγκώμιον», αμφισβήτησε την καθιερωμένη εικόνα της άπιστης και υπεύθυνης γυναίκας, ενώ ο Ευριπίδης παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική Ελένη. Τα ομηρικά κείμενα δεν υπήρξαν ποτέ ακίνητα μνημεία. Ερμηνεύτηκαν, μετασχηματίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για πολιτικούς σκοπούς, ακόμη και από τον Πεισίστρατο, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι παρενέβη στην «Ιλιάδα» για να νομιμοποιήσει τις αθηναϊκές διεκδικήσεις στη Σαλαμίνα.

Ο Σχισμένος απορρίπτει επίσης την ιδέα ότι ο Όμηρος μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ιστορικός της μυκηναϊκής εποχής. Ο ομηρικός κόσμος διαφέρει ουσιαστικά από τη μυκηναϊκή κοινωνία: δεν διαθέτει συγκεντρωτική ανακτορική γραφειοκρατία, συστηματική χρήση της γραφής ή πραγματική γνώση της στρατιωτικής λειτουργίας των αρμάτων. Επομένως, η αναζήτηση απόλυτης αρχαιολογικής ακρίβειας στα όπλα, στα ενδύματα και στις τοποθεσίες της ταινίας στηρίζεται σε μια λανθασμένη αντίληψη. Το ίδιο μάταιη θεωρείται και η προσπάθεια να εντοπιστεί στον χάρτη η πραγματική διαδρομή του Οδυσσέα.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Ο κινηματογράφος επιβάλλει στον θεατή τον χρόνο και τον ρυθμό του, κατευθύνοντας τη συνείδηση μέσα από τη διαδοχή εικόνων και ήχων. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την έννοια της «κινηματογραφικής νοσταλγίας» για να περιγράψει τη νοσταλγία για κόσμους που δεν έχουμε ζήσει, αλλά έχουμε γνωρίσει μέσα από εικόνες. Η ταινία του Νόλαν δεν ανακαλεί, επομένως, την ομηρική νοσταλγία της επιστροφής στην πατρίδα, αλλά παράγει μια σύγχρονη και εμπορεύσιμη εικόνα ενός χαμένου κόσμου.

Καθοριστικές είναι και οι παραλείψεις του Νόλαν. Η απουσία του διαλόγου του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα αφαιρεί την πράξη ύβρεως με την οποία ο ήρωας αποκαλύπτει το όνομά του και προκαλεί τον Ποσειδώνα. Ακόμη σοβαρότερη θεωρείται η παράλειψη της Σχερίας και των Φαιάκων. Στο ομηρικό έπος, ο Οδυσσέας αφηγείται στους Φαίακες τις υπερφυσικές περιπέτειές του και μετατρέπεται σε πιθανώς αναξιόπιστο αφηγητή. Οι Φαίακες αποτελούν επίσης τη γέφυρα ανάμεσα στον μυθικό και τον ανθρώπινο κόσμο. Τα αυτόνομα πλοία τους μπορεί σήμερα να θυμίζουν Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά το κείμενο προειδοποιεί ότι μια τέτοια ανάγνωση αποτελεί αναχρονιστική προβολή των σύγχρονων φόβων μας στον Όμηρο.

Το βαθύτερο νόημα της ομηρικής «Οδύσσειας» εντοπίζεται στην απόφαση του Οδυσσέα να απορρίψει την αθανασία που του προσφέρει η Καλυψώ. Ο ήρωας επιλέγει συνειδητά τη θνητή ανθρώπινη ζωή, μαζί με τον πόνο, την κοινωνία, τον οίκο και την εστία της. Ο Νόλαν, αντίθετα, παρουσιάζει τον Οδυσσέα ως ενοχικό δυτικό κατακτητή, επηρεασμένος περισσότερο από την «Αινειάδα» του Βιργιλίου παρά από τον Όμηρο. Έτσι δημιουργεί μια σύγχρονη, τεχνολογική και μετααποικιακή εκδοχή του μύθου. Το τελικό συμπέρασμα του Αλέξανδρου είναι ότι, η ταινία δικαιούται να μην είναι πιστή στο πρωτότυπο, αλλά η δική της «Οδύσσεια» παραμένει κινηματογραφικά νοσταλγική και σύγχρονα ενοχική — όχι, όμως, ομηρική.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο του Αλέξανδρου Σχισμένου, «Κινηματογραφική Νοσταλγία της Οδύσσειας», στο Substack.



 

Περισσότερα από AgrinioStories

Τα υδροπλάνα ζητούν άμεση αδειοδότηση

Ναύπακτος | 10/8 | Δημήτρης Σουκαράς: Νυχτερινά της Μεσογείου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *