Ποιος χωράει στην τάξη;


...

| Νικολέτα Γερολιμίνη |

Ποιος χωράει στην τάξη;

| Όταν ο δάσκαλος δεν βλέπει μαθητές· βλέπει στερεότυπα|


Η φράση βγήκε απρόσεκτα, σαν να μην πρόλαβε να σκεφτεί τον εαυτό της, με ένταση που δε γύρευε ν’ ακουστεί αλλά να τελειώσει μια συζήτηση πριν καν αρχίσει, με μια βεβαιότητα που δεν άφηνε περιθώριο κουβέντας: «Έχω γυφτάκια στην τάξη και Αλβανάκια… τι μάθημα να κάνεις;»

Για μια στιγμή, ο δρόμος στένεψε από το βάρος της ερώτησης, που χώρεσε μέσα της ανθρώπους ολόκληρους και τους έκανε κατηγορίες, λες και δε μίλαγε για παιδιά, λες κι είχε αποφασίσει να βλέπει μπροστά της δυνατότητες που δεν υπάρχουν.

Αναρωτήθηκα αν πρόκειται για ερώτηση ή για μια μορφή παραίτησης που ψάχνει επιβεβαίωση, γιατί το «τι μάθημα να κάνεις;» δεν είναι παιδαγωγικό δίλημμα, είναι ο τρόπος που επιλέγεις να βλέπεις τον άλλον, πριν ακόμη προσπαθήσεις να τον καταλάβεις.

Η ανάγκη για διαπολιτισμική εκπαίδευση γεννιέται από τέτοιες στιγμές, από βλέμματα που συναντιούνται και δυσκολεύονται ν’ αντέξουν το βάρος της συνάντησης, από δασκάλους που βρίσκονται μπροστά σε τάξεις που τους ξεπερνούν, και καλούνται να αποφασίσουν αν θα κάνουν ένα βήμα προς τα παιδιά ή ένα βήμα πίσω, στην ασφάλεια των στερεοτύπων.

Γιατί στην πράξη το διακύβευμα είναι αν θα επιλέξεις να μείνεις σ’ αυτό που ήδη γνωρίζεις ή αν θα εκτεθείς σ’ αυτό που σε δυσκολεύει. Αν θα δεις την εκπαίδευση ως μετάδοση γνώσης ή ως διαδικασία συνάντησης. Η συνάντηση αυτή δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει ν’ αφήσεις χώρο, ν’ ακούσεις, ν’ αποδεχτείς ότι δεν έχεις όλες τις απαντήσεις.

Ίσως το ερώτημα να χρειάζεται ν’ αλλάξει. Να φύγει από το «τι μάθημα να κάνεις» και να μετακινηθεί στο τι άνθρωπος μπορείς να σταθείς μέσα σ’ αυτή την τάξη, πόσο χώρο αντέχεις να δώσεις σε ιστορίες που δε μοιάζουν με τη δική σου, πόσο έτοιμος είσαι να μάθεις, την ώρα που θεωρείς πως διδάσκεις.

Γιατί κάθε παιδί που βρίσκεται εκεί, το πρώτο που ζητάει είναι ν’ αναγνωριστεί και μετά να διδαχθεί. Να νιώσει ότι η παρουσία του έχει αξία, ότι η διαδρομή του δεν είναι βάρος για τους άλλους, αλλά μέρος μιας κοινής πραγματικότητας. Αυτό, βέβαια, δεν είναι θέμα μεθόδου. Είναι θέμα στάσης.

Η κουβέντα μας τελείωσε γρήγορα, όπως αρχίζει και τελειώνει η κουβέντα σ’ ένα πεζοδρόμιο. Μέσα μου όμως, έμεινε εκείνη η ερώτηση, που ζήταγε ν’ απαντηθεί αλλιώς, γιατί κάθε φορά που ακούγεται, αποκαλύπτει λιγότερο την αδυναμία των παιδιών και περισσότερο το όριο των μεγάλων. Και ίσως από εκεί να πρέπει να ξεκινήσει κάθε μάθημα.

 

————————————————————

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *