...
| Ανυπότακτο Αγρίνιο |

Όταν οι τοίχοι θυμούνται, κάποιοι φοβούνται
| Η στοχοποίηση της μνήμης και της τέχνης δεν είναι τυχαία·
είναι η παλιά αντανακλαστική βία ενός κόσμου που δεν αντέχει να μην ελέγχει |
Δεν πρόκειται για «βανδαλισμούς» ούτε για τυχαίες φθορές της στιγμής, αλλά για μια στοχευμένη πράξη φόβου απέναντι στη συλλογική μνήμη που επιμένει να επιβιώνει μέσα από την τέχνη του δρόμου. Όπως καταγράφεται στο blogspot του Ανυπότακτο Αγρίνιο, η αλλοίωση μορφών και προσώπων σε τοιχογραφίες δεν είναι αισθητική διαφωνία αλλά πολιτική πράξη φίμωσης. Σε μια πόλη όπου οι τοίχοι γίνονται φορείς μνήμης και αντίστασης, η παρουσία του OKSO81 υπερβαίνει το προσωπικό και μετατρέπεται σε συλλογικό αποτύπωμα, κάτι που ακριβώς ενεργοποιεί την επιθετικότητα εκείνων που επιδιώκουν τη σιωπή, τη λήθη και τον έλεγχο.
«Δεν είναι τυχαίο αυτό που βλέπουμε στους τοίχους. Δεν είναι απλά βανδαλισμός, ούτε «κακή στιγμή». Είναι φόβος. Ο παλιός, γνώριμος φόβος του φασισμού απέναντι σε οτιδήποτε δεν μπορεί να ελέγξει.
»Ο φασισμός δεν αντέχει την τέχνη. Όχι γιατί δεν την καταλαβαίνει – αλλά γιατί τη νιώθει. Και ξέρει ότι η τέχνη μιλάει κατευθείαν εκεί που δεν φτάνουν ούτε τα συνθήματα, ούτε τα δελτία ειδήσεων, ούτε οι εντολές. Στη μνήμη, στο συναίσθημα, στην αξιοπρέπεια.
»Όταν ένας άνθρωπος φεύγει και οι φίλοι του τον κρατάνε ζωντανό με χρώμα πάνω σε έναν τοίχο, αυτό δεν είναι απλά μια εικόνα. Είναι πράξη αντίστασης. Είναι μια μικρή νίκη απέναντι στη λήθη. Και αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί.
»Γι’ αυτό και οι μορφές χαλάνε. Γι’ αυτό τα πρόσωπα μουτζουρώνονται, σβήνονται, διαστρεβλώνονται. Όχι επειδή «χαλάνε τον χώρο», αλλά επειδή θυμίζουν. Θυμίζουν ότι υπήρξαν άνθρωποι, παρέες, ιστορίες, δεσμοί που δεν μπήκαν ποτέ σε καλούπια. Και ότι κάποιοι συνεχίζουν να μιλάνε γι’ αυτούς χωρίς άδεια.
»Ο OKSO81 δεν είναι απλά ένα όνομα σε έναν τοίχο. Είναι η απόδειξη ότι η τέχνη μπορεί να γίνει μνήμη συλλογική. Και αυτό τρομάζει. Γιατί ό,τι γίνεται συλλογικό δεν ελέγχεται εύκολα.
»Ο φασισμός θέλει σιωπή, καθαρούς τοίχους και ανθρώπους χωρίς πρόσωπο. Η τέχνη κάνει ακριβώς το αντίθετο: γεμίζει τον χώρο, δίνει φωνή και κρατάει ζωντανές τις μορφές.
»Κι όσο κι αν προσπαθούν να τις σβήσουν, κάθε φορά που κάποιος σταματάει μπροστά τους, τις κοιτάει και θυμάται, έχουν ήδη χάσει.»

