Έγινε 22 Ιουλίου στον κόσμο



Ό,τι έγινε… Έγινε


Γεγονότα

 

1894 –  Στις 22 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία ο αγώνας Παρίσι–Ρουέν, μία από τις πρώτες οργανωμένες δημόσιες δοκιμασίες αυτοκινήτων και ορόσημο για τη γέννηση του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Τη διοργάνωση ανέλαβε η εφημερίδα «Le Petit Journal», η οποία έψαχνε μία «άμαξα χωρίς άλογα» που θα ήταν ασφαλής, εύχρηστη και οικονομική.

Από τις 102 αρχικές συμμετοχές, μόλις 21 οχήματα προκρίθηκαν για τη διαδρομή των 126 χιλιομέτρων, από το Παρίσι έως τη Ρουέν, και τα 17 κατάφεραν να τερματίσουν. Πρώτος έφθασε ο κόμης Ζιλ-Αλμπέρ ντε Ντιόν, ύστερα από 6 ώρες και 48 λεπτά, με μέση ταχύτητα περίπου 19 χιλιομέτρων την ώρα. Δεν πήρε, όμως, το μεγάλο βραβείο, επειδή το ατμοκίνητο όχημά του χρειαζόταν θερμαστή, άρα δεν πληρούσε τον όρο της εύκολης οδήγησης χωρίς τεχνική βοήθεια.

Το πρώτο βραβείο μοιράστηκαν οι κατασκευαστές Panhard et Levassor και Peugeot, των οποίων τα βενζινοκίνητα αυτοκίνητα κρίθηκαν πλησιέστερα στο ζητούμενο πρότυπο.

Η σημασία της διοργάνωσης ξεπερνούσε τη διαδικασία της κατάταξης, αφού απέδειξε μπροστά σε μεγάλο κοινό ότι το αυτοκίνητο μπορούσε να καλύψει αξιόπιστα μια μεγάλη απόσταση σε δημόσιο δρόμο. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η ταχύτητα δεν ήταν το μοναδικό κριτήριο της νέας τεχνολογίας· εξίσου κρίσιμες ήταν η ασφάλεια και η πρακτικότητα. Οι αγώνες εξαπλώθηκαν γρήγορα στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως πεδίο τεχνικών δοκιμών, δημόσιο θέαμα και μέσο διαφήμισης. Η επικινδυνότητά τους, πάντως, οδήγησε μετά το πολύνεκρο Παρίσι–Μαδρίτη του 1903 στον περιορισμό των αγώνων σε ανοικτούς δρόμους.

 

1944 – Στις 22 Ιουλίου ολοκληρώθηκε η Νομισματική και Χρηματοπιστωτική Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών στο Μπρέτον Γουντς του Νιου Χάμσαϊρ, η οποία έθεσε τους βασικούς κανόνες της μεταπολεμικής οικονομικής τάξης. Από την 1η Ιουλίου, 730 αντιπρόσωποι από 44 συμμαχικές χώρες συνεδρίαζαν στο ξενοδοχείο «Mount Washington», ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεχιζόταν. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Κυριάκος Βαρβαρέσος και στην αποστολή συμμετείχε ο νεαρός οικονομολόγος Ανδρέας Παπανδρέου.

Η διάσκεψη χαρακτηρίστηκε από την αντιπαράθεση ανάμεσα στο βρετανικό σχέδιο του Τζον Μέιναρντ Κέινς για μια διεθνή συμψηφιστική ένωση με το λογιστικό νόμισμα «bancor» και στο αμερικανικό σχέδιο του Χάρι Ντέξτερ Γουάιτ. Επικράτησε σε μεγάλο βαθμό το δεύτερο: τα νομίσματα θα διατηρούσαν σταθερές αλλά αναπροσαρμόσιμες ισοτιμίες έναντι του δολαρίου, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονταν να μετατρέπουν δολάρια σε χρυσό για τις ξένες νομισματικές αρχές με τιμή 35 δολάρια ανά ουγγιά. Επομένως, το δολάριο δεν «αντικατέστησε» απλώς τον χρυσό, αλλά έγινε ο κεντρικός άξονας ενός συστήματος που εξακολουθούσε να στηρίζεται στη χρυσή μετατρεψιμότητα.

Η διάσκεψη συμφώνησε επίσης τη δημιουργία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Διεθνούς Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, πυρήνα της μετέπειτα Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι συμφωνίες χρειάστηκαν, πάντως, εθνικές επικυρώσεις πριν τεθούν σε ισχύ.

Το σύστημα συνδέθηκε με τη μεταπολεμική ανάπτυξη και τη διεύρυνση κοινωνικών πολιτικών, αλλά ενσωμάτωνε την οικονομική υπεροχή των ΗΠΑ. Η κατάρρευσή του επιταχύνθηκε τον Αύγουστο του 1971, όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον ανέστειλε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό.

 

1974 –  Στις 22 Ιουλίου, τρίτη ημέρα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, οι μάχες συνεχίζονταν παρά τις διεθνείς προσπάθειες για κατάπαυση του πυρός.

Η εισβολή είχε αρχίσει τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου, πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα που οργάνωσε η ελληνική χούντα εναντίον του προέδρου Μακαρίου και την εγκατάσταση του Νίκου Σαμψών στην προεδρία. Η πραξικοπηματική διοίκηση υπηρετούσε τον στόχο της ένωσης με την Ελλάδα, όμως η διατύπωση ότι ο Σαμψών προχώρησε στις 22 Ιουλίου σε έγκυρη «κήρυξη της ένωσης» είναι παραπλανητική: το καθεστώς του δεν είχε συνταγματική ή διεθνή νομιμοποίηση και κατέρρευσε λίγες ημέρες αργότερα.

Στο στρατιωτικό πεδίο, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν αποβιβαστεί δυτικά της Κερύνειας, είχαν ρίξει αλεξιπτωτιστές στον βορρά και επιδίωκαν να συνδέσουν το προγεφύρωμα με τον τουρκοκυπριακό θύλακα βόρεια της Λευκωσίας. Μέχρι τις 22 Ιουλίου κατέλαβαν την Κερύνεια και δημιούργησαν έναν στενό διάδρομο προς τη Λευκωσία.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είχε ήδη εγκρίνει στις 20 Ιουλίου το ψήφισμα 353, ζητώντας άμεση παύση των πυρών, τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης, αποχώρηση ξένου στρατιωτικού προσωπικού και διαπραγματεύσεις Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου. Η εκεχειρία ορίστηκε να αρχίσει στις 4.00 το απόγευμα της 22ας Ιουλίου, αλλά παραβιάστηκε σχεδόν αμέσως, με μάχες και αεροπορικές επιθέσεις να συνεχίζονται.

Το ΝΑΤΟ, φοβούμενο ανοιχτό ελληνοτουρκικό πόλεμο, απέφυγε ουσιαστική παρέμβαση. Η κρίση οδήγησε στην πτώση της χούντας στην Ελλάδα, χωρίς όμως να αποτρέψει τη δεύτερη τουρκική επίθεση και τη συνεχιζόμενη διαίρεση του νησιού.

 

1980 – Στις 22 Ιουλίου ο Στέλιος Μυγιάκης κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 62 κιλών της ελληνορωμαϊκής πάλης στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας. Ήταν το πρώτο ελληνικό ολυμπιακό χρυσό μετά το 1960 και το πρώτο στην ιστορία της ελληνικής πάλης.

Ο Μυγιάκης, γεννημένος το 1952 στο Ρέθυμνο, είχε μετακομίσει βρέφος με την οικογένειά του στην Αθήνα και γνώρισε από παιδί τη σκληρή βιοπάλη. Άρχισε να εργάζεται σε μικρή ηλικία και βρήκε στην πάλη, στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, έναν δρόμο πειθαρχίας και κοινωνικής ανόδου.

Πριν από τη Μόσχα είχε ήδη αναδειχθεί πρωταθλητής Ευρώπης το 1979 και είχε αποκτήσει μεγάλη διεθνή εμπειρία, συμμετέχοντας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 και του Μόντρεαλ το 1976. Στη Μόσχα αντιμετώπισε έντεκα αντιπάλους σε ένα σύστημα βαθμών ποινής. Στην πορεία του νίκησε, μεταξύ άλλων, τον Πολωνό Καζίμιερς Λίπιεν, χρυσό Ολυμπιονίκη του 1976, και έφθασε στην τελική φάση, όπου η συνολική συγκομιδή των αποτελεσμάτων τού έδωσε την πρώτη θέση.

Ο θρίαμβός του είχε ιδιαίτερο βάρος επειδή σημειώθηκε σε μια διοργάνωση που είχε πληγεί από το μποϊκοτάζ πολλών δυτικών χωρών, χωρίς όμως να μειώνεται ο σκληρός ανταγωνισμός στην πάλη. Στην ίδια Ολυμπιάδα ο Γιώργος Χατζηιωαννίδης κατέκτησε χάλκινο μετάλλιο στα 62 κιλά της ελευθέρας πάλης, αλλά αυτό συνέβη στις 29 Ιουλίου και όχι την ίδια ημέρα με τη νίκη του Μυγιάκη.

Ο Μυγιάκης αγωνίστηκε και το 1984 στο Λος Άντζελες, συμπληρώνοντας τέσσερις ολυμπιακές συμμετοχές, ενώ το χρυσό του παραμένει μοναδικό για Έλληνα παλαιστή.

 

Γεννήσεις

 

1882 – Στις 22 Ιουλίου γεννήθηκε στο Νάιακ της Νέας Υόρκης ο Έντουαρντ Χόπερ, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αμερικανικού ρεαλισμού. Σπούδασε στη New York School of Art με δασκάλους τον Γουίλιαμ Μέριτ Τσέις και τον Ρόμπερτ Χένρι, ο οποίος τον έστρεψε προς την παρατήρηση της καθημερινής ζωής.

Από το 1906 έως το 1910 πραγματοποίησε τρία ταξίδια στην Ευρώπη και έμεινε για μεγάλα διαστήματα στο Παρίσι. Παρότι γνώρισε τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα, επηρεάστηκε περισσότερο από τον Ντεγκά και τους ιμπρεσιονιστές παρά από τον κυβισμό ή τον φωβισμό και διαμόρφωσε σταδιακά μια αυστηρά προσωπική ζωγραφική γλώσσα.

Για χρόνια εργάστηκε ως εμπορικός εικονογράφος, επάγγελμα που δεν αγαπούσε, ώσπου η επιτυχία έκθεσής του το 1924 τού επέτρεψε να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τη ζωγράφο Τζόζεφιν Νίβισον, η οποία έγινε βασική συνομιλήτρια, μοντέλο και οργανώτρια του αρχείου του, ενώ η δική της καλλιτεχνική διαδρομή έμεινε για δεκαετίες στη σκιά του. Ο Χόπερ ζωγράφισε δωμάτια ξενοδοχείων, θέατρα, εστιατόρια, βενζινάδικα, σιδηροδρομικές γραμμές και σπίτια της Νέας Αγγλίας.

Με καθαρές γεωμετρικές φόρμες, ασυνήθιστες γωνίες θέασης και έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, απέδωσε τη μοναξιά, την αναμονή και την αποξένωση της σύγχρονης ζωής χωρίς μελοδραματισμό. Έργα όπως τα «House by the Railroad», «Early Sunday Morning», «New York Movie» και κυρίως το «Nighthawks» απέκτησαν εμβληματική θέση στην αμερικανική τέχνη και επηρέασαν ζωγράφους, φωτογράφους και κινηματογραφιστές.

Πέθανε στις 15 Μαΐου 1967 στη Νέα Υόρκη. Μετά τον θάνατο της Τζόζεφιν, μεγάλο σύνολο έργων και των δύο πέρασε στο Μουσείο Γουίτνεϊ.

 

1955 – Στις 22 Ιουλίου γεννήθηκε στο Άπλετον του Ουισκόνσιν ο Γουίλιαμ Τζέιμς «Βίλεμ» Νταφόε, ένας από τους πιο τολμηρούς και πολυσχιδείς Αμερικανούς ηθοποιούς της γενιάς του. Σπούδασε για σύντομο διάστημα θέατρο στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν–Μιλγουόκι, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να εργαστεί επαγγελματικά στη σκηνή. Μετά τη συμμετοχή του στο πειραματικό Theatre X, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και το 1977 έγινε ιδρυτικό μέλος του The Wooster Group, σχήματος που ανανέωσε τη γλώσσα του αμερικανικού πειραματικού θεάτρου.

Η μακρά σχέση του με τη σκηνή παρέμεινε καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη φωνή και το σώμα του. Η κινηματογραφική του πορεία αναπτύχθηκε παράλληλα ανάμεσα σε μεγάλες παραγωγές και σε απαιτητικές ταινίες δημιουργών. Έγινε ευρύτερα γνωστός ως λοχίας Ελάιας στο «Platoon» του Όλιβερ Στόουν και αργότερα ενσάρκωσε τον Ιησού στον «Τελευταίο Πειρασμό» του Μάρτιν Σκορσέζε, επιλογή που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως οι Πολ Σρέιντερ, Έιμπελ Φεράρα, Λαρς φον Τρίερ, Γουές Άντερσον, Ρόμπερτ Έγκερς και Γιώργος Λάνθιμος, ενώ εμφανίστηκε και στη «Σκόνη του Χρόνου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Στο ευρύ κοινό έγινε επίσης αναγνωρίσιμος ως Νόρμαν Όσμπορν στις ταινίες «Spider-Man» και μέσα από φωνητικούς ρόλους, όπως στο «Finding Nemo» και το «Fantastic Mr. Fox». Έχει προταθεί τέσσερις φορές για Όσκαρ: για τα «Platoon», «Shadow of the Vampire», «The Florida Project» και «At Eternity’s Gate», όπου υποδύθηκε τον Βίνσεντ βαν Γκογκ. Η διαδρομή του χαρακτηρίζεται από σωματική ακρίβεια, ένταση και σταθερή άρνηση να εγκλωβιστεί σε έναν τύπο ρόλου.

Θάνατοι

 

1988 –  Στις 22 Ιουλίου πέθανε, σε ηλικία 68 ετών, ο Τώνης Μαρούδας, από τις χαρακτηριστικότερες φωνές του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1920, αν και οι διαθέσιμες βιογραφικές πηγές δεν συμφωνούν για τον τόπο γέννησής του, αναφέροντας άλλοτε την Πάτρα και άλλοτε τη Ζάκυνθο. Έχασε μικρός τον πατέρα του, μπήκε νωρίς στη βιοπάλη και έφυγε έφηβος για την Αθήνα.

Άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά στα μέσα της δεκαετίας του 1930 και το 1937 πέρασε στη δισκογραφία, σε μια εποχή κατά την οποία το ελαφρό τραγούδι κυριαρχούσε στο ραδιόφωνο, στο θέατρο και στα κοσμικά κέντρα. Η καθαρή άρθρωση, η θερμή φωνή και η θεατρικότητα της ερμηνείας του τον έκαναν ιδιαίτερα δημοφιλή.

Συνεργάστηκε με σημαντικούς συνθέτες της εποχής και συνδέθηκε με τραγούδια όπως τα «Εγώ θα κόψω το κρασί», «Δυο φορές μ’ έχεις γελάσει», «Λάθος η αγάπη μας» και «Γελάς». Η μεγαλύτερη διεθνής επιτυχία του ήταν το «Τι ’ναι αυτό που το λένε αγάπη», που ακούστηκε στην ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» και ηχογραφήθηκε και με τη Σοφία Λόρεν, γνωρίζοντας μεγάλη κυκλοφορία εκτός Ελλάδας.

Το 1961 απέσπασε το τέταρτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το «Γεράματα». Συνέχισε να εμφανίζεται για δεκαετίες, ακόμη και όταν η αισθητική του ελαφρού τραγουδιού υποχωρούσε μπροστά στις νέες μουσικές τάσεις.

Η μεταγενέστερη τιμητική διοργάνωση «Μαρούδεια» κράτησε ζωντανή τη σχέση του με την Πάτρα και τη δυτική Ελλάδα. Η περίπτωσή του φωτίζει μια ολόκληρη εποχή της ελληνικής λαϊκής ψυχαγωγίας, πριν από την πλήρη επικράτηση του μεταπολεμικού λαϊκού τραγουδιού.

 

2018 –  Στις 22 Ιουλίου πέθανε στην Αθήνα, σε ηλικία 80 ετών, ο Μάνος Ελευθερίου, ποιητής, στιχουργός, πεζογράφος και ερευνητής της πολιτιστικής μνήμης. Είχε γεννηθεί στις 12 Μαρτίου 1938 στην Ερμούπολη της Σύρου, έναν τόπο που παρέμεινε σταθερός άξονας του έργου του.

Το 1952 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα και αργότερα φοίτησε στο τμήμα θεάτρου της Σχολής Σταυράκου. Κατά τη στρατιωτική του θητεία στα Ιωάννινα άρχισε να γράφει συστηματικά ποιήματα και στίχους. Το 1962 δημοσίευσε το ποίημα «Η τελική λύση» στο περιοδικό «Νέα Πορεία» και εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του, τον «Συνοικισμό». Από το 1963 εργάστηκε επί δεκαέξι χρόνια στο ελληνικό «Reader’s Digest», ενώ παράλληλα ανέπτυξε πολύπλευρη συγγραφική δραστηριότητα.

Έγραψε περισσότερα από 400 τραγούδια και συνεργάστηκε με συνθέτες όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάνος Χατζιδάκις, Σταύρος Κουγιουμτζής, Θάνος Μικρούτσικος, Χρήστος Λεοντής και Ηλίας Ανδριόπουλος. Στίχοι του ακούστηκαν σε τραγούδια όπως «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», «Παραπονεμένα λόγια», «Μαλαματένια λόγια», «Κάτω απ’ τη μαρκίζα» και «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες», τα οποία πέρασαν στη συλλογική μνήμη επειδή συνέδεσαν το προσωπικό βίωμα με την Ιστορία, την εξορία, την ήττα και την επιμονή.

Παράλληλα εξέδωσε ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μυθιστορήματα, παιδικά βιβλία και λευκώματα. Για το μυθιστόρημα «Ο καιρός των χρυσανθέμων» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2005. Το έργο του για το θέατρο και την κοινωνική ιστορία της Ερμούπολης διέσωσε αρχειακό υλικό που διαφορετικά θα έμενε στο περιθώριο.

 

Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia
 

 

Περισσότερα από AgrinioStories

Τουρλίδα Μεσολογγίου – «Η Ζωή είναι Ωραία», του Ρ. Μπενίνι

Ξενοκράτειο – Βασίλη Αρτίκου: «Της Εξόδου… »