...
Η ταυτότητα της ημέρας
και τα γεγονότα που την «σημάδεψαν»
| 11 Μαΐου 2026 |
Είναι η 132η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 234 ημέρες για τη λήξη του.
🌅 Ανατολή ήλιου: 06:18 – Δύση ήλιου: 20:24 – Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 7 λεπτά
🌗 Σελήνη 23.6 ημερών
| Χρόνια πολλά στους: Αρμόδιο, Αρμόδη, Αργύρη, Αργύριο, Αργυρή,
Αργυρούλα, Ρούλα, Αργυρώ, Ασημίνα, Ολυμπία, Ολυμπιάδα, Ολύμπω,
Ολύμπη, Όλια, Ολυμπούλα, Διοσκουρίδη, Διοσκορίδη |
Γεγονότα
330 – Το Βυζάντιο μετονομάζεται σε Νέα Ρώμη και γίνεται πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στις 11 Μαΐου 330 η ελληνική πόλη – κράτος του Βυζαντίου μετονομάζεται σε Νέα Ρώμη και ανακηρύσσεται πρωτεύουσα της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας.
Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική σημασία της περιοχής για τον καλύτερο έλεγχο της Αυτοκρατορίας αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα από την Ρώμη. Η νέα πόλη οικοδομήθηκε εξολοκλήρου από την αρχή αποτελώντας ένα εγχείρημα μεγάλης εμβέλειας. Η παλαιά πόλη – κράτος του Βυζαντίου επεκτάθηκε περιμετρικά για να καλύψει τις νέες πληθυσμιακές ανάγκες.
Τα εγκαίνια της νέας πόλης έγιναν στις 11 Μαίου 330 και ονομάστηκαν γενέθλια. Για να εποικιστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα η νέα πόλη στους πολίτες που θα έκτιζαν τις νέες τους κατοικίες παρεχόταν δωρεάν άρτος (panes aedium), ενώ οι ανάδοχοι εδαφών στην περιοχή της Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν να οικοδομήσουν οικήματα στην Νέα Ρώμη. Η επιθυμία των κατοίκων της Αυτοκρατορίας να εγκατασταθούν στη νέα πρωτεύουσα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη με αποτέλεσμα τα μέτρα να καταργηθούν και να υπάρξει συνωστισμός εντός των τειχών της πόλης. Τέλος, παρότι η επίσημη ονομασία της ήταν Nove Roma (Νέα Ρώμη), το όνομα που επικράτησε ήταν Κωνσταντινούπολη προς τιμήν του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
1926 – Με διαταγή του δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου απαγορεύεται στις γυναίκες να φοράνε κοντή φούστα… Η άκρη του υφάσματος πρέπει να απέχει 30 εκατοστά από το έδαφος.
Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, μια ημέρα η σύζυγος του δικτάτορα αποφασίζει να επισκεφθεί τον άνδρα της στο πρωθυπουργικό γραφείο. Εκεί η Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, συναντά μια νεαρή, εργαζόμενη κοπέλα η οποία περιφέρεται φορώντας… ξεδιάντροπα μια φούστα μέχρι το γόνατο.
Η πρώτη κυρία εξοργίζεται και επιτίθεται λεκτικά στους εμβρόντητους αστυνομικούς οι οποίοι «της επιτρέπουν να κυκλοφορεί με τα πόδια της ολόγυμνα, σκανδαλίζοντας τους άνδρες», ανάμεσα στους οποίους, βέβαια, ήταν και δικός της.
Από την φασαρία ο δικτάτορας βγήκε από το γραφείο του και προκειμένου να ηρεμήσει την έξαλλη γυναίκα του, απευθύνθηκε προς τον τότε Αστυνομικό διευθυντή των Αθηνών Ιωάννη Καλυβίτη και του είπε πως πραγματικά το θέαμα δεν είναι… ωραίο!
Για να πείσει, μάλιστα, για το πόσο το πιστεύει αυτό, έδωσε εντολή να δημιουργηθεί μια διάταξη η οποία θα έπρεπε άμεσα να τεθεί σε εφαρμογή και που θα προέβλεπε πως οι γυναίκες που θα κυκλοφορούσαν στο δρόμο με φούστες που απείχαν περισσότερο από 30 εκατοστά από το έδαφος θα συλλαμβάνονταν και θα οδηγούνταν στο δικαστήριο!
Γεννήσεις
1771 – Λασκαρίνα Πινότση. Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, όπου και γεννήθηκε, μέσα στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 1771, όταν η μητέρα της Σκεύω επισκέφτηκε τον σύζυγό της, Σταυριανό Πινότση, τον οποίο είχαν φυλακίσει οι Οθωμανοί για τη συμμετοχή του στα Ορλωφικά (1769-1770). Την βάφτισε και της έδωσε το όνομά της εκεί ο φυλακισμένος πολέμαρχος της Μάνης, Παναγιώτης Μούρτζινος. Μετά τον θάνατο του Πινότση στη φυλακή, μητέρα και κόρη επέστρεψαν στην ‘Υδρα.
Μετακόμισαν στις Σπέτσες 4 χρόνια αργότερα, όταν η μητέρα της παντρεύτηκε τον Δημήτριο Λαζάρου Ορλώφ. Από την ένωση αυτή η Μπουμπουλίνα απέκτησε οκτώ ετεροθαλή αδέρφια.
Παντρεύτηκε δυο φορές, στην ηλικία των 17 με τον Σπετσιώτη Δημήτριο Γιάννουζα και στην ηλικία των 30 ετών με τον Σπετσιώτη πλοιοκτήτη και πλοίαρχο Δημήτριο Μπούμπουλη. Και οι δυο σκοτώθηκαν από Αλγερινούς πειρατές. Της άφησαν, ωστόσο, μια τεράστια περιουσία, την οποία ξόδεψε εξ ολοκλήρου για να αγοράσει καράβια και εξοπλισμό για την Ελληνική Επανάσταση.
Όταν η Μπουμπουλίνα έγινε χήρα για δεύτερη φορά, είχε έξι παιδιά: τρία από τον πρώτο της γάμο, τον Ιωάννη,τον Γεώργιο και τη Μαρία, και τρία από τον δεύτερο γάμο της: την Σκεύω, την Ελένη και τον Νικόλαο. Επίσης είχε και τεράστια περιουσία την οποία είχε κληρονομήσει από τους συζύγους της, έχοντας υπό την κατοχή της πλοία, γη και χρήματα (τα μετρητά που είχε κληρονομήσει από τον Μπούμπουλη ήταν πάνω από 300.000 τάλαρα). Κατάφερε να αυξήσει την περιουσία της με σωστή διαχείριση και εμπορικές δραστηριότητες.
Η Μπουμπουλίνα, έχοντας γίνει ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, που προετοίμαζε την ελληνική επανάσταση, και όντας η μόνη γυναίκα που μυήθηκε σε αυτή, στον κατώτερο βαθμό μύησης αφού οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές, καθώς γυρνούσε στις Σπέτσες, αγόραζε μυστικά όπλα και πολεμοφόδια από τα ξένα λιμάνια, τα οποία μετά έκρυψε στο σπίτι της, ενώ ξεκίνησε την κατασκευή του πλοίου Αγαμέμνων, της ναυαρχίδας της, η οποία ολοκληρώθηκε το 1820. Για τη ναυπήγηση του Αγαμέμνονα καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη ότι ναυπήγησε κρυφά πολεμικό πλοίο, αλλά η Μπουμπουλίνα κατάφερε να ολοκληρώσει την κατασκευή του δωροδοκώντας τον απεσταλμένο Τούρκο επιθεωρητή στις Σπέτσες και πετυχαίνοντας την εξορία αυτών που την κατήγγειλαν. Το 1819 η Μπουμπουλίνα επισκέφθηκε και πάλι την Κωνσταντινούπολη.
Θάνατοι
1981 – Μπομπ Μάρλεϊ. Ο Μάρλεϊ γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό, το Nine Mile, του Saint Ann Parish, στη Τζαμάικα. Το πλήρες όνομά του ήταν Νέστα Ρόμπερτ Μάρλεϊ. Ένας τζαμαϊκανός υπάλληλος της υπηρεσίας διαβατηρίων θα του αλλάξει στη συνέχεια το πρώτο με το μεσαίο του όνομα.
Ο πατέρας του, Norval Sinclair Marley, (γεννημένος το 1895) ήταν λευκός Τζαμαϊκανός με αγγλική καταγωγή, που ζούσε στο Λίβερπουλ. Ο Norval ήταν ναυτικός αξιωματούχος, καπετάνιος και επιθεωρητής φυτειών, όταν γνώρισε και παντρεύτηκε την Σεντέλα Μπούκερ (1926- 2008), μια μαύρη Τζαμαϊκανή μόλις δεκαεννιά χρονών τότε. Ο Norval παρείχε οικονομική υποστήριξη στη γυναίκα και το παιδί του, αλλά σπάνια τους έβλεπε, λόγω των συχνών μακρινών ταξιδιών του. Το 1955, όταν ο Μάρλεϊ ήταν 10 χρονών, ο πατέρας του πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 60 ετών. Ο
Μάρλεϊ ήταν θύμα ρατσισμού στην παιδική του ηλικία λόγω της ανάμεικτης καταγωγής του και ήρθε αντιμέτωπος με ερωτήσεις για τη φυλετική του ταυτότητα κατά τη διάρκεια της ζωής του. Κάποτε δήλωσε: «Δεν είμαι προκατειλημμένος απέναντι του. Ο πατέρας μου ήταν λευκός και η μητέρα μου μαύρη. Με φωνάζουν μιγά ή κάπως έτσι. Δεν είμαι σε καμία πλευρά. Ούτε στη μαύρη, ούτε στη λευκή. Είμαι στου Θεού την πλευρά, Αυτού που με έπλασε και με έκανε να προέρχομαι από τη μαύρη και τη λευκή.»
Ο Μάρλεϊ και η μητέρα του μετακόμισαν σε μια φτωχογειτονιά του Κίνγκστον, στη Trenchtown, μετά το θάνατο του Norval. Αναγκάστηκε να μάθει αυτοάμυνα για να υπερασπίζει τον εαυτό του από παλικαρισμούς που τον είχαν σαν στόχο λόγω της καταγωγής και του αναστήματος του (1.63 μ. ύψος). Κέρδισε τελικά φήμη για τη φυσική του δύναμη και το ψευδώνυμο «Tuff Gong».
Ο Μάρλεϊ έγινε φίλος με τον Neville “Bunny” Livingston (αργότερα γνωστός ως Bunny Wailer), με τον οποίο ξεκίνησε να παίζει μουσική. Παράτησε το σχολείο σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και ξεκίνησε να εργάζεται ως μαθητευόμενος σε ένα σιδεράδικο. Στον ελεύθερο χρόνο του, αυτός και ο Livingston έπαιζαν μουσική με τον Joe Higgs, ένα τοπικό τραγουδιστή που είχε ασπαστεί τον Ρασταφαριανισμό και θεωρείται από πολλούς μέντορας του Μάρλεϊ. Σε μια τέτοια συνεύρεση με τον Higgs και τον Livingston, ο Μάρλεϊ γνώρισε τον Peter McIntosh (αργότερα γνωστό ως Peter Tosh), με τον οποίο είχαν κοινές μουσικές φιλοδοξίες.
Το 1962, ο Μάρλεϊ ηχογράφησε τα πρώτα του δύο singles, “Judge Not” και “One Cup of Coffee”, με έναν τοπικό παραγωγό, Leslie Kong. Τα τραγούδια κυκλοφόρησαν από την εταιρία Beverley με το ψευδώνυμο Μπόμπι Μάρτελ, ελκύοντας ελάχιστο ενδιαφέρον. Τα ίδια τραγούδια επανακυκλοφόρησαν σε μια μεταθανάτια συλλογή με τη δουλειά του Μάρλεϊ, Songs of Freedom.
Στο link που ακολουθεί μπορείτε να διαβάσετε
ακόμα περισσότερα γεγονότα που συνέβησαν αυτή την ημερομηνία
Γέγονε 11 Μαΐου στην Ελλάδα και στον κόσμο
————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia


