2 Ιουλίου 2022

Βικέλας: «Γράφω Αγρίνιον, αφού το εθέσπισαν ούτω»

«Γράφω Αγρίνιον, αφού το εθέσπισαν ούτω,
αλλά το γράφω υπό διαμαρτύρησιν»

Εις το περί Ακαρνανίας σύγγραμμα του ο κ. Ηeuzey, καίτοι περί αρχαιολογίας ιδίως πραγματευόμενος, περιγράφει όμως με πολλήν και χάριν και ακρίβειαν την φύσιν και την παρούσαν κατάστασιν της μεγαλοπρεπούς και αγρίας ταύτης χώρας. Αι περιγραφαί του μου ήλθον συχνάκις εις την μνήμην και προχθές ότε παρέπλεα τους κόλπους και τα ακρωτήρια της, αλλ’ έτι περισσότερον σήμερον, ότε διηρχόμην τα ενδότερα της. Εν τούτοις (συγχώρησόν μου την επανάληψιν, αλλ’ ομολογώ ότι αρέσκομαι επαναλαμβάνων τούτο), από το 1856, ότε ο κ. Ηeuzey περιήλθε την Ακαρνανίαν, τα πράγματα μετεβλήθησαν ενταύθα διττώς. Πρώτον, δεν λυμαίνεται πλέον την χώραν η ληστεία, και δεύτερον δύναται τις να την διέλθη σήμερον εφ’ αμάξης. Ούτω ήλθομεν ημείς εντός τεσσάρων ωρών από Καρβασαράν εις Αγρίνιον.

Για την αλλαγή του ονόματος

Γράφω Αγρίνιον αφού το εθέσπισαν ούτω, αλλά το γράφω υπό διαμαρτύρησιν. Προκρίνω το όνομα Βραχώρι, υπό το οποίον η πόλις αύτη είναι εισέτι γνωστή καθ’ όλην την Ελλάδα· τούτο είναι η της κοινής και καθημερινής χρήσεως, το άλλο η εορτάσιμος ούτως ειπείν ονομασία, ή δια τας Κυριακάς.

Χάρις εις την σχολαστικότητα ήτις επεκράτησε κατά τον σχηματισμόν του Ελληνικού βασιλείου, πολλαί ονομασίαι μετεβλήθησαν τοιουτοτρόπως. Ηθέλησαν να αναστήσωσι την αρχαίαν Ελλάδα, δίδοντες εις τας πόλεις και τα χωρία μας τα αρχαία ονόματα των, όπου νέαι ονομασίαι τα αντικατέστησαν. Ελησμόνησαν όμως ότι την αρχαίαν ιστορίαν διεδέχθη νεωτέρα ιστορία, ήτις αφήκε και αύτη τα ίχνη της εις την πατρίδα μας, ίχνη άτινα δεν έχομεν το δικαίωμα ν’ αποσβέσωμεν. Ηδυνάμεθα δε να σεβασθώμεν τα δια μακράς παραδόσεως καθιερωθέντα νέα ονόματα, χωρίς δια τούτο να φανώμεν ασεβείς προς τους ένδοξους προγόνους μας. Απ’ εναντίας, αδικούμεν την κλασσικήν αρχαιότητα όσω και την νε-ωτέραν ιστορίαν δια της συγχύσεως την οποίαν επιφέρουν ενίοτε τοιούτοι αναχρονισμοί και τοιαύται αναβαπτίσεις. Ούτω περί Αγρινίου, είναι μήπως βέβαιον ότι το Βραχώρι κατέχει την τοποθεσίαν της αρχαίας πόλεως; Ουδαμώς! Οι αρχαιολόγοι ανευρίσκουν τα ίχνη της εις απόστασιν τινά του Βραχωρίου. Η εξακρίβωσις της τοποθεσίας του Αγρινίου ήτο έργον των αρχαιολόγων, των δε διοργανωτών μας καθήκον ήτο, νομίζω, να μη επεμβαίνωσιν εις τα της αρχαιολογίας και να διατηρήσωσι το όνομα Βραχώρι. Το όνομα τούτο συχνάκις αναφέρεται εις την ιστορίαν της Επαναστάσως. Οι Βραχωρίται επανέστησαν εκ των πρώτων και έδιωξαν τους κατέχοντας την πατρίδα των Τούρκους, ευρισκόμενοι δε επί της οδού του εχθρού οπότε ούτος κατήρχετο εξ Ηπείρου εις την Ελλάδα, πολλάκις ηγωνίσθησαν προς αναχαιτισμόν της πορείας του. Τώρα λοιπόν ο ιστορικός, ο μνημονεύων τα γεγονότα της εποχής εκείνης, πρέπει να τα εξιστορή ως διαδραματισθέντα εις Αγρίνιον και όχι εις Βραχώρι;

Σήμερον σκεπτόμεθα ορθότερον και νομίζω ότι δεν ηθέλομεν περιπέσει εις παρόμοια σφάλματα εξ υπερβολικής αρχαιολατρείας, αλλά το κακόν έγεινεν ως προς το Βραχώρι και αναγκάζομαι να χρονολογώ τας επιστολάς μου κατά τας απαιτήσεις της επισήμου γεωγραφίας μας.

Ο Βικέλας στον Καρβασαρά

Ο δήμαρχος του Καρβασαρά (ευτυχώς δεν μετεβλήθη και ο Καρβασαράς εις Αργός Αμφιλοχικόν) μας είχεν ετοίμην την παραγγελθείσαν άμαξαν, ώστε δεν εχρονοτριβήσαμεν εκεί, μολονότι δεν θα με δυσηρέστει ποσώς εάν παρετείνετο η διαμονή μας επί τοσούτον τουλάχιστον, ώστε να επισκεφθώ τα ερείπια της Λιμναίας, τα οποία ο κ. Ηeuzey περιγράφει.

 

 

Χθες σου έλεγα ότι η Πρέβεζα κερδίζει όταν την επισκεφθή τις μετά την Άρταν. Ούτω μετά τας δύο εκείνας πόλεις, ο μικρός και ταπεινός Καρβασαράς φαίνεται ως πρώτος σταθμός προς πολιτισμόν ανώτερον. Βλέπει τις ενταύθα οδούς ευθείας, τινές μάλιστα των οποίων έχουν από τούδεν την ζώνην του μέλλοντος πεζοδρομίου των, -διαβλέπεις ότι υπάρχει που κυβέρνησις, εις δε την πόλιν αυτήν δημοτική αρχή, και ότι αμφότεροι μεριμνούν οπωσδήποτε περί της ευημερίας των κατοίκων. Αληθώς, ταύτα μόλις θα τα ίδης ερχόμενος άλλοθεν, αλλ’ όταν έρχεσαι από Τουρκικάς πόλεις τα βλέπεις έως και εις τον Καρβασαράν.

Αληθώς, ταύτα μόλις θα τα ίδης ερχόμενος άλλοθεν, αλλ’ όταν έρχεσαι από Τουρκικάς πόλεις τα βλέπεις έως και εις τον Καρβασαράν.

Η πρόθυμος φιλοφροσύνη των κατοίκων μαρτυρεί την φιλοξενίαν των αλλά και συνάμα την σπάνιν των περιηγητών. Ο πράκτωρ της ατμοπλοϊκής εταιρίας μας προσκαλεί μετ’ ευγενούς επιμονής ν’ αναβώμεν εις την οικίαν του, όπου η σύζυγος και η θυγάτηρ μας προσφέρουν το γλυκόν συνοδευόμενον με εγκάρδια «Καλώς ωρίσατε». Μόλις αναχωρούμεν εκείθεν προς επίσκεψιν του δημάρχου, και ιδού ο δήμαρχος ερχόμενος εις προϋπάντησίν μας. Τον ακολουθούμεν εις την οικίαν του, ευρίσκομεν δ’ εκεί όλην την οικογένειαν συνηθροισμένην, διότι εορτάζει το όνομά του σήμερον, εορτήν του Αγίου Γεωργίου. Η τράπεζα είναι πλήρης γλυκισμάτων και ροσολίων, τρώγομεν δε και πίνομεν εις υγείαν του δημάρχου, και αναχωρούντες αναγκαζόμεθα να δεχθώμεν γλυκίσματα και δια τον δρόμον.

Εις την οικίαν του δημάρχου και εις του πράκτορος, καθώς πανταχού εν γένει εις την Ελλάδα, το άξιον παρατηρήσεως είναι ότι εκλείπουν επί μάλλον και μάλλον τα Ανατολικά έθιμα ως προς την διακόσμησιν. Τον Τουρκικόν σοφάν διαδέχεται ο κομψότερος αλλ’ όχι και αναπαυτικότερος καναπές, τα χαμηλά σκαμνιά η ψάθινη καθέκλα και η πολυθρόνα, αναπόφευκτος δε κατ’ εξοχήν είναι η κονσόλα και άνωθεν αυτής ο καθρέπτης. Δεν δύναμαι να εγγυηθώ ότι και οι κοιτώνες εξευρωπαϊσθησαν όσον η αίθουσα της υποδοχής, αλλά θα γίνη και τούτο, εάν εισέτι δεν έγινε. Η μεταβολή αρχίζει εκ των προς το θεαθήναι, μέχρις διείσδυση και εις τα ενδότερα. Το δε πράγμα δεν περιορίζεται εις μόνα τα έπιπλα, αλλ’ είναι γενική η τάσις προς παραίτησιν των αρχαίων συνηθειών. Ούτω και περί την ενδυμασίαν, ο δήμαρχος του Καρβασαρά μένει έτι πιστός εις την φουστανέλαν, αλλ’ όμως εφραγκοφόρεσε τον μικρόν του υιόν. Είναι άραγε καλόν τούτο ή κακόν;

Νομίζω ότι είναι και καλόν και κακόν ταυτοχρόνως, διότι παραδεχόμενοι πολιτισμόν, ός τις, ναι μεν, επιστρέφει εις την πρώτην κοιτίδα του, αλλ’ επανέρχεται οπωσδήποτε μακρόθεν, κινδυνεύομεν ενίοτε ν’ αρχίσωμεν ιδιοποιούμενοι τα χειρότερα του. Εάν εγνώριζες υπό οποίαν φάσιν ο πολιτισμός ούτος εμφανίζεται επί του παρόντος εις τας επαρχιακός πόλεις μας! Να σου το ειπώ; – Υπό την των Ωδικών Καφενείων!

Τα Café chantant (Καφέ –Σαντάν)

Σήμερον το πρωί μου διηγούντο επί του ατμόπλοιου, οποίαν αναστάτωσιν έφερεν ενταύθα η παρουσία του προσωπικού των καφενείων τούτων. Είναι ως άλλη εισβολή ακριδών! Αι αποτελούσαι τους θιάσους έρχονται εκ Γερμανίας και Ιταλίας, αλλά προς ένδειξιν της Γαλλικής του πράγματος εφευρέσεως διατηρείται η Γαλλική ονομασία του, με μόνην την διαφοράν ότι, επειδή δεν προφέρομεν ευκόλως το ch, μετατράπη το Café chantant εις Καφέ -Σαντάν. Φαίνεται ότι αι εκ Γερμανίας σειρήνες εκμεταλλεύονται επιδεξιώτερον τον ενθουσιασμόν του ακροατηρίου των, χρηματολογούσαι άνευ ανταλλαγής, ενώ αι Ιταλίδες λέγονται γενναιότεροι. Αλλά και οι μεν και αι δε διετάραξαν την ησυχίαν των επαρχιών μας, όπου τα ήθη διετηρούντο χρηστά και αυστηρά, εις βαθμόν ώστε κατήντησαν ο τρόμος των γυναικών μας και των γερόντων. Εις Καρβασαράν αι αντιζηλίαι των φοιτώντων εις τα καφενεία ταύτα απέληξαν εσχάτως εις ρήξεις, αίτινες επροκάλεσαν την επέμβασιν στρατιωτικής δυνάμεως. Εν τούτοις, καθ’ α μ’ εβεβαίωσεν ο διηγούμενος ταύτα συνεπιβάτης – τον πιστεύω δε τόσω μάλλον, καθόσον έφερε και αυτός ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν – μόνη η φραγκοφορεμένη νεολαία του Καρβασαρά ανεμίχθη εις τας ενθουσιώδεις εκείνας επιδείξεις, οι δε φουστανελοφόροι έβλεπον μακρόθεν τα γινόμενα.

 

 

Διατηρήσαντες ούτοι το εθνικόν ένδυμα, έμειναν πιστότεροι εις τα πατριαρχικά ήθη της πατρίδος. Υποθέτω ότι δεν τους έλειπεν η όρεξις, αλλ’ υπερενίκησεν η φιλοτιμία. Το ράσον αποτελεί, εν μέρει τουλάχιστον, τον καλόγηρον, ό,τι και αν λέγη περί του έναντίου η Γαλλική παροιμία.

Αλλά μη μ’ εκλάβης ως οπισθοδρομικόν. Όχι. Είμαι κ’ εγώ υπέρ της προόδου, δεν με φοβίζουν δε ταύτα υπέρ το δέον. Τα θεωρώ ως ένα των τρόπων δι’ ων εξαγοράζομεν τα μέλλοντα αγαθά του πολιτισμού, πιστεύω δε ότι το κακόν είναι παροδικόν, ότι θα διέλθωμεν την περίοδον της κρίσεως μέχρις ου εξαντληθή η ασθένεια και επέλθη αφ’ εαυτής η θεραπεία. Προ τριάκοντα περίπου ετών η Γαλλία μας εκήρυττε παρ’ ολίγον τον πόλεμον χάριν σχοινοβατρίας προς την οποίαν επέδειξαν αισθήματα ακατάσχετου λατρείας μέλη τινά του Αθηναϊκού συρφετού. Το ζήτημα είναι γνωστόν υπό το όνομα του θεατρώνου Soulie. Έκτοτε μας ήλθον τοσαύται εκπολιτίστριαι του είδους τούτου, ώστε ο ενθουσιασμός των νεοφύτων ημβλύνθη, ουδέ υπάρχει πλέον φόβος μη μας εκθέσωσιν ορμητικοί Αθηναίοι εις τον κίνδυνον νέου πολέμου χάριν τοιούτων Ελενών. Θα τας συνειθίσωσι και εις Καρβασαράν.

Εν τούτοις ομολογώ ότι ευχαριστούμαι βλέπων την φουστανέλαν επικρατούσαν εισέτι εις τα μέρη ταύτα. Την εχόρτασα σήμερον, όχι καθ’ οδόν, διότι μεταξύ Καρβασαρά και Αγρινίου μόλις συνηντήσαμεν καθ’ όλον το διάστημα δέκα ή δώδεκα ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και των ιδιοκτητών των μικρών καλυβών, δήθεν καφενείων, όπου ευρίσκει τις νερόν δια τα ζώα και ρακί δια τους οδοιπόρους, αλλ’ όχι και άλλο τίποτε· ενταύθα όμως, εις Αγρίνιον, οι κάτοικοι ήσαν εις κίνησιν σήμερον ένεκα της εορτής, αι οδοί πλήρεις, το δε πλήθος συνεπυκνούτο εις την κεντρικήν της πόλεως πλατείαν, και παρεκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, πανταχού η φουστανέλα. Έβλεπες ένα σωρόν κατάλευκον, και άνωθεν, ως παπαρούνας επί χιόνος, την ερυθράν γραμμήν των φεσιών, θέαμα γραφικώτερον ή τας μελανείμονας συναθροίσεις των Ευρωπαϊκών πόλεων.

Από τον Καρβασαρά ως το Αγρίνιο

Άμα διέλθης την μεγάλην κεντρικήν οδόν του Καρβασαρά (δεν απαιτείται δε πολλή ώρα προς τούτο), και τους παρά την πόλιν αγρούς, ευρίσκεσαι δια μιας εντός χώρας ερήμου και αγρίας. Τα τρία ή τέσσαρα μικρά χωρία, άτινα και μόνα καθ’ όλον του δρόμου το διάστημα βλέπεις μακρόθεν επί απεχόντων υψωμάτων εκατέρωθεν της οδού, επαυξάνουν αντί του να ελαττώσωσι την εντύπωσιν της ερημιάς. Οι σκύλοι σε υποδέχονται ενταύθα με υλακάς θηριωδεστέρας του συνήθους, η δε αγριότης των υποδεικνύει ότι και οι σκύλοι και οι κύριοι των δεν συνείθισαν εισέτι να βλέπωσι ξένους πλησίον των κατοικιών των. Αλλά και η οδός αυτή επιμαρτυρεί τούτο· πολλαχού την καλύπτει το χόρτον, μόλις δε μένει εις το μέσον λωρίς κενή δια την διάβασιν των τροχών. Η οδός αύτη εχαράχθη εν βία προ ολίγων ετών δια την στρατιωτικήν κατάληψιν των νέων επαρχιών, ηλπίζετο δε τότε ότι θα παρεκταθή μέχρις Ιωαννίνων. Πληροφορούμαι ότι πρόκειται ήδη να επισκευασθή και να ‘ συνενωθή μετά της από Μενίδι εις ‘Αρταν οδού.

Ο δρόμος διέρχεται την μακράν κοιλάδα, ήτις χωρίζει τα όρη του Ξηρομέρου από τα του Βάλτου, μέχρις ου ευρυνομένη σχηματίζει την πεδιάδα της Τριχωνίας, την οποίαν διαβρέχει ο Αχελώος. Ο ποταμός φαίνεται μόνον αφού πλησίασης εις τα ερείπια της αρχαίας πόλεως Στράτου, αλλ’ άμα διέλθης το στενόν του Καρβασαρά και το επέκεινα δάσος δρυών, βλέπεις, προς τα δεξιά, την λίμνην της Αμπρακίας, ήτις εκτεινομένη κατά μήκος φαίνεται μακρόθεν ως πλατύς ποταμός. Εις τα κυανά νερά της κατοπτρίζεται το πέραν αυτής υψηλόν, κατάφυτον όρος. Βλέπων τα πυκνά δάση του, φαντάζεσαι κάπρους και ελάφους και τα υπό την σκιάν κλέφτικα λημέρια της δημοτικής μας ποιήσεως.

Τα τείχη της Στράτου καταβαίνουν μέχρι των όχθων του Αχελώου, η δε νέα οδός διασχίζουσα αυτά διέρχεται το παρά τον ποταμόν μέρος του περιβόλου της. Εις ολίγην εκείθεν απόστασιν η οδός διαπερνά τον Αχελώον και εισέρχεται εις την Αιτωλίαν. Παρά τας όχθας του ποταμού βόσκουν ποίμνια πολυάριθμα υπό την επιτήρησιν ολοκλήρου οικογενείας ποιμένων και μανδροσκύλων υπέρ το δέον άγρυπνων. Παρέκει δε δύο ποιμενίδες, γονατισταί επί πετρών κοπανίζουν τα λινά των εις του Αχελώου τα νερά Άλλοτε γέφυρα δεν υπήρχε, η δε διάβασις του ποταμού ήτο δύσκολος, ιδίως εν καιρώ χειμώνας, οπότε ο Αχελώος καταβαίνει από τα βουνά εξογκωμένος και μανιώδης. Αι φάραγγες τας οποίας διατρέχει ευρύνονται ενταύθα, τα δε ορμητικά νερά του, ευρίσκοντα ευρυχωρίαν μεγαλυτέραν, τρέχουν διαιρούμενα εντός της πλατείας κοίτης των. Εδώ τα χωρίζει νησίδιον χλοερόν ή άμμος επισωρευθείσα πέριξ ογκώδους πέτρας, παρέκει συνενούνται πάλιν, και μετ’ ολίγον εκ νέου χωρίζονται.

 

 

Επί τοιούτων της κοίτης εξοχών εθεμελιώθησαν υψηλά υποστηλώματά, βαστάζοντα την ξυλίνην γέφυραν, ήτις εκτίσθη προ τριών ή τεσσάρων ετών, οπότε και η οδός εχαράχθη. Αλλ’ η οικοδομή δεν φαίνεται πολύ στερεά, ούτε προμηνύεται μεγάλη η διάρκεια της. Ο αμαξηλάτης μας προσεκάλεσε να καταβώμεν της αμάξης προς ελάττωσιν του βάρους της, εις δύο μάλιστα ύποπτα μέρη έλυσε και τους ίππους, την δε άμαξαν έσυρεν αυτός βραδέως και μετά προσοχής, δια να μη υποβάλη εις δοκιμασίαν μεγάλην την στερεότητα της γέφυρας. Κατά τον παρελθόντα χειμώνα η “ορμή του ποταμού επέφερε καταστροφήν εις τα δύο εκείνα σημεία της γέφυρας. Εγένετο επισκευή τις αλλ’ όχι πολύ ασφαλής, τούτο δε προς αποφυγήν περιττής δαπάνης, καθόσον πρόκειται να κτισθή νέα ξυλίνη γέφυρα εκεί πλησίον.

Εννοείς εκ τούτων ότι δόσις ανησυχίας παρακολουθεί τον επί της μακράς και υψηλής ξύλινης γέφυρας περίπατον. Αλλά λησμονείς τον κίνδυνον ενώπιον της μεγαλοπρεπούς εκείθεν θέας. Εξ ενός η φάραγξ, βαθμηδόν στενουμένη, κλείεται επί τέλους δια της στροφής των βουνών. Αι κλιτύες της εκατέρωθεν καλύπτονται υπό δένδρων και θάμνων, αναμεταξύ δ’ αυτών ρέει ο ποταμός, και τα ακράτητα νερά του συντρίβονται με πάταγον διαρκή επί των προσκομμάτων τα οποία εμποδίζουν τον δρόμον του. Εκ του άλλου μέρους η πεδιάς απλούται πλατυνομένη, μακράν δε φαίνονται τα περικλείοντα αυτήν υψηλά όρη.

Μετά την Αιτωλικήν άκραν της γέφυρας η οδός ανέρχεται επί λόφου, όπισθεν του οποίου αρχίζει η πεδιάς του Αγρινίου. Ενταύθα η καλλιέργεια γίνεται πυκνότερα, η εξοχή δεν είναι πλέον έρημος, η οδός συντηρείται μετά πλειοτέρας επιμελείας, αισθάνεσαι δε ότι πλησιάζεις εις κέντρον πληθυσμού και εργασίας.

 

 

Ο Δημήτριος Βικέλας (Ερμούπολη Σύρου, 15 Φεβρουαρίου 1835 – Αθήνα, 20 Ιουλίου 1908) ήταν Έλληνας λόγιος, ποιητής και πεζογράφος. Ως λογοτέχνης μνημονεύεται για το μυθιστόρημά του Λουκής Λάρας (1879), έργο πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Είναι επίσης γνωστός για τη συμμετοχή του στην επιτροπή διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896. Μάλιστα ήταν και ο πρώτος πρόεδρος της ΔΟΕ. Το έτος 1884, κατά την διάρκεια «βραχείας περιοδείας» του όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει το ταξίδι του στις δυτικές επαρχίες της τότε Ελλάδος, έγραφε τις εντυπώσεις του σε επιστολές που έστελνε στον Γάλλο φίλο του μαρκήσιο  de Queux de Saint Hillare. Σήμερα ο αναγνώστης μπορεί να τις διαβάσει στο βιβλίο του «Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν» (εκδόσεις Εκάτη). «Eντός δέκα ή δεκαπέντε ετών δεν θα λογίζεται ως κατόρθωμα η περιήγησις της Ελλάδος», αναφέρει μεταξύ άλλων το οπισθόφυλλο του Βιβλίου. «Οι περιηγηταί θα έρχωνται ενταύθα καθώς πηγαίνουν την σήμερον εις την Ελβετίαν ή την Σκωτίαν. Μη περιμείνης έως τότε! Έλθε προτού εκχυδαΐσωσι την κλασικήν μας γην σμήνη ταξειδιωτών ποδηγετούμενα από τον εργολάβον Κούκ, προτού ανεγερθώσιν εις Δελφούς και επί του Ταϋγέτου ξενοδοχεία με υπηρέτας λαλούντας Αγγλιστί. Μία από τις επιστολές αυτές με ημερομηνία 23 Απριλίου 1884 έστειλε και από το Αγρίνιο την οποία και παρουσίαζουμε σε δύο μέρη.


AgrinioStories