Λευτέρης Τηλιγάδας

Πέντε αστυνομικοί ένοχοι για βασανιστήρια
Η δικαιοσύνη επαναφέρει το ζήτημα της αστυνομικής βίας,
της κρατικής ευθύνης και της λογοδοσίας
Έξι χρόνια χρειάστηκαν για να ακουστεί μέσα σε μια ελληνική δικαστική αίθουσα η λέξη που επί χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο των καταγγελιών της οικογένειας του Βασίλη Μάγγου. Βασανιστήρια. Όχι υπερβολική χρήση βίας, όχι μια άτυχη στιγμή κατά τη διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης, αλλά βασανιστήρια, όπως τα αναγνώρισε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας. Το βράδυ του Σαββάτου 31 Οκτωβρίου 2026, πέντε από τους έξι κατηγορούμενους αστυνομικούς κρίθηκαν ένοχοι, κατά πλειοψηφία, για όσα συνέβησαν μέσα στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας στις 14 Ιουνίου 2020.
Οι πέντε αστυνομικοί καταδικάστηκαν επίσης για επικίνδυνη σωματική βλάβη, έκθεση σε κίνδυνο και παράνομη κατακράτηση. Τους επιβλήθηκαν συνολικές ποινές έξι ετών κάθειρξης και δέκα μηνών φυλάκισης. Ο έκτος αστυνομικός αθωώθηκε. Οι καταδικασθέντες άσκησαν έφεση, στην οποία δόθηκε ανασταλτικό αποτέλεσμα, και παραμένουν ελεύθεροι μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό. Αυτά είναι τα πραγματικά δεδομένα. Και από εδώ ξεκινά η συζήτηση για το πώς λειτουργεί η κρατική εξουσία όταν οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει να προστατεύουν τους πολίτες καταδικάζονται για την κακοποίησή τους.
Γιατί στην προκειμένη περίπτωση η βία δεν ασκήθηκε από κάποιους ιδιώτες σε έναν δρόμο. Ασκήθηκε, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, από αστυνομικούς μέσα σε μια δημόσια υπηρεσία, σε έναν χώρο όπου ο πολίτης βρισκόταν υπό τον έλεγχο της αστυνομικής αρχής. Κι αυτό δημιουργεί ένα ζήτημα θεσμικής ευθύνης που δεν εξαντλείται στην ποινική μεταχείριση πέντε προσώπων. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία, τους μηχανισμούς ελέγχου της και τις εγγυήσεις που διαθέτει ο πολίτης απέναντι σε όσους έχουν νόμιμα τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν καταναγκασμό.
Ας θυμηθούμε, όμως, πώς ξεκίνησαν όλα. Στις 14 Ιουνίου 2020, ο Βασίλης Μάγγος βρέθηκε έξω από τα δικαστήρια του Βόλου, σε συγκέντρωση αλληλεγγύης προς ανθρώπους που είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων ενάντια στην καύση απορριμμάτων από την τσιμεντοβιομηχανία της περιοχής. Εκεί ξυλοκοπήθηκε από αστυνομικούς. Το περιστατικό καταγράφηκε σε βίντεο, ενώ ο ίδιος κατήγγειλε ότι η κακοποίησή του συνεχίστηκε μέσα στο περιπολικό και στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας. Οι ιατρικές εξετάσεις κατέγραψαν σοβαρούς τραυματισμούς. Στις 13 Ιουλίου, περίπου έναν μήνα αργότερα, ο Βασίλης βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του.
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η καταδικαστική απόφαση της 31ης Οκτωβρίου αφορά τα βασανιστήρια και τα υπόλοιπα αδικήματα της κακοποίησης, όχι την ανθρωποκτονία. Το 2021 η έρευνα για τις συνθήκες θανάτου είχε τεθεί στο αρχείο, καθώς δεν διαπιστώθηκε από την τότε ιατροδικαστική διερεύνηση ότι ο θάνατος προκλήθηκε άμεσα από τις κακώσεις. Η οικογένεια, ωστόσο, εξακολουθεί να αμφισβητεί ότι αυτή η εκτίμηση εξαντλεί το ζήτημα και επικαλείται νεότερη πραγματογνωμοσύνη, η οποία, σύμφωνα με τον πατέρα του, συνδέει την ψυχική κατάσταση μετά τα βασανιστήρια με τον θάνατο.
Η συγκεκριμένη γνωμοδότηση δεν αποτελεί συμπέρασμα της πρόσφατης ποινικής απόφασης. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, γιατί η αναζήτηση ευθυνών δεν μπορεί να στηρίζεται σε ισχυρισμούς που παρουσιάζονται ως δικαστικά αποδεδειγμένοι. Μπορεί, όμως, και πρέπει να εξετάζει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ιδιαίτερα όταν μια οικογένεια συνεχίζει να ζητά απαντήσεις. Και πολύ περισσότερο όταν έχει προηγηθεί μια δικαστική διαδικασία που αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος αυτός υπέστη βασανιστήρια από κρατικούς λειτουργούς.
Και τώρα ας δούμε κάτι ακόμη. Το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι οι πράξεις μέσα στο περιπολικό συνιστούσαν βασανιστήρια. Τις χαρακτήρισε απλή σωματική βλάβη και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αλλά η ποινική δίωξη για αυτές έπαυσε, επειδή δεν είχε υποβληθεί η απαιτούμενη έγκληση. Δηλαδή, το συγκεκριμένο σκέλος της υπόθεσης δεν οδηγήθηκε σε καταδίκη, για δικονομικούς λόγους. Είναι μια ουσιαστική λεπτομέρεια που δεν επιτρέπεται να χαθεί. Δείχνει πόσο διαφορετικό μπορεί να είναι το πραγματικό περιστατικό από το τελικό ποινικό αποτέλεσμα, όταν μεσολαβούν οι νομικοί χαρακτηρισμοί και οι προϋποθέσεις δίωξης.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που αφορά την ίδια την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του MEGA, η οικογένεια και οι δικηγόροι της δεν έγιναν δεκτοί ως υποστηρίζοντες την κατηγορία στη συγκεκριμένη δίκη. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι συνέβη αυτό. Χρειάζεται να εξεταστεί η νομική αιτιολογία της απόφασης και αν το ισχύον πλαίσιο εξασφαλίζει επαρκώς τη συμμετοχή των συγγενών ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει. Αυτά είναι ερωτήματα που αφορούν τα δικαιώματα των πολιτών απέναντι στην κρατική εξουσία, όχι μόνο τη συγκεκριμένη οικογένεια. Γιατί το δικαίωμα σε μια αποτελεσματική δικαστική διαδικασία έχει πραγματικό περιεχόμενο όταν μπορεί να ασκηθεί στην πράξη, με σαφείς εγγυήσεις και χωρίς αδικαιολόγητα εμπόδια.
Υπάρχει, παράλληλα, μια εξέλιξη που μεταφέρει το ζήτημα από την ποινική ευθύνη στην εσωτερική λειτουργία της Αστυνομίας. Στις 30 Οκτωβρίου η ΕΡΤ Βόλου μετέδωσε ότι οι έξι κατηγορούμενοι αστυνομικοί παραπέμφθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αστυφυλάκων Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με έγγραφο που δημοσιοποίησε ο Γιάννης Μάγγος. Πρόκειται για ξεχωριστή διαδικασία, με διαφορετικό αντικείμενο και δικούς της κανόνες. Το γεγονός ότι η πειθαρχική παραπομπή έγινε γνωστή έξι χρόνια μετά τα περιστατικά δημιουργεί ερωτήματα για τον χρόνο και την αποτελεσματικότητα του εσωτερικού ελέγχου.
Πότε ενημερώθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες; Ποιες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν από το 2020 μέχρι σήμερα; Ποια μέτρα είχαν ληφθεί στο μεταξύ; Και κυρίως, πώς αντιμετωπίζεται υπηρεσιακά μια πρωτόδικη καταδίκη για βασανιστήρια; Η ποινική δίκη δεν υποκαθιστά τον πειθαρχικό έλεγχο. Ούτε όμως αρκεί ένας πειθαρχικός φάκελος για να αποδειχθεί ότι υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός λογοδοσίας. Χρειάζονται συγκεκριμένες αποφάσεις, αιτιολογήσεις, χρονοδιαγράμματα και ενημέρωση για την πορεία τους. Το ζήτημα έχει ευρύτερη σημασία, καθώς ο Συνήγορος του Πολίτη, ως Εθνικός Μηχανισμός Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, έχει επανειλημμένα αναδείξει την ανάγκη ουσιαστικής διερεύνησης καταγγελιών για αστυνομική βία.
Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει ένα γεγονός που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή λεπτομέρεια του ρεπορτάζ. Η οικογένεια του Βασίλη Μάγγου χρειάστηκε να περιμένει περισσότερο από έξι χρόνια μέχρι την πρωτόδικη καταδίκη για τα βασανιστήρια. Στο διάστημα αυτό υπήρξε και άλλη δικαστική διαδικασία. Τον Φεβρουάριο του 2025, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου είχε καταδικάσει τρεις αστυνομικούς σε ποινές φυλάκισης δύο ετών με αναστολή για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού, σχετικά με τον ξυλοδαρμό έξω από τα δικαστήρια. Πρόκειται για διακριτό σκέλος της υπόθεσης.
Αυτή η διαδρομή, από το 2020 μέχρι το 2026, δείχνει πόσο σύνθετη και μακρά μπορεί να γίνει η απονομή δικαιοσύνης όταν εξετάζονται διαφορετικές πράξεις, διαφορετικές κατηγορίες και διαφορετικά δικαστήρια. Ο πατέρας του Βασίλη, Γιάννης Μάγγος, μιλώντας μετά την πρόσφατη απόφαση, περιέγραψε την καταδίκη ως δικαίωση και αναφέρθηκε στη στήριξη που δέχθηκε η οικογένεια από την κοινωνία. Η δήλωσή του αποτυπώνει την ανθρώπινη διάσταση μιας υπόθεσης που επί χρόνια απασχολεί όχι μόνο τις δικαστικές αρχές αλλά και ανθρώπους που παρακολουθούν τη λειτουργία των θεσμών και ζητούν αποτελεσματικό έλεγχο της αστυνομικής βίας.
Εδώ βρίσκεται και η ευρύτερη πολιτική σημασία της απόφασης. Η επίσημη επιχειρηματολογία για την αστυνόμευση στηρίζεται στην ανάγκη προστασίας της κοινωνίας, εφαρμογής των νόμων και διατήρησης της δημόσιας ασφάλειας. Η υπόθεση Μάγγου αναδεικνύει μια βασική προϋπόθεση αυτής της αποστολής: ότι η ίδια η αστυνομική δράση οφείλει να υπόκειται στον νόμο και στον αποτελεσματικό έλεγχο. Η επίκληση της δημόσιας τάξης δεν μπορεί να αποτελέσει νομική δικαιολογία για βασανιστήρια. Ούτε η ύπαρξη επεισοδίων σε μια διαδήλωση αίρει την υποχρέωση προστασίας της σωματικής ακεραιότητας ενός ανθρώπου που βρίσκεται υπό αστυνομικό έλεγχο.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η δικαστική απόφαση αποκτά σημασία πέρα από το συγκεκριμένο ποινικό αποτέλεσμα. Δεν επιτρέπει να υποβαθμίζονται οι πράξεις που κρίθηκαν σε πρώτο βαθμό ως βασανιστήρια σε έναν αόριστο χαρακτηρισμό περί έντασης ή υπερβολής. Ταυτόχρονα, μία δικαστική απόφαση δεν αρκεί από μόνη της για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με το σύνολο της Αστυνομίας. Εκείνο που απαιτείται είναι να εξεταστούν οι μηχανισμοί εποπτείας, οι πρακτικές εκπαίδευσης, οι εσωτερικές έρευνες, η διαχείριση των καταγγελιών και οι ευθύνες της διοικητικής ιεραρχίας, με πραγματικά δεδομένα και όχι με γενικές διακηρύξεις.
Αυτό είναι, τελικά, το ουσιαστικό ερώτημα που αφήνει η απόφαση της Καρδίτσας. Δεν περιορίζεται στο πόσοι καταδικάστηκαν και ποια ποινή επιβλήθηκε. Αφορά το αν η ελληνική Πολιτεία διαθέτει διαδικασίες που μπορούν να αναγνωρίζουν εγκαίρως περιστατικά αυθαιρεσίας, να προστατεύουν τους πολίτες, να ελέγχουν εκείνους που ασκούν δημόσια εξουσία και να αποδίδουν ευθύνες χωρίς πολυετείς καθυστερήσεις. Η πρωτόδικη απόφαση είναι μια συγκεκριμένη δικαστική εξέλιξη. Δεν αποτελεί το τέλος της υπόθεσης, καθώς ακολουθεί η εκδίκαση της έφεσης και παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα της πειθαρχικής διερεύνησης και της πλήρους τεκμηρίωσης των συνθηκών θανάτου.
Ο Βασίλης Μάγγος δεν βρίσκεται πια στη ζωή για να ακούσει την απόφαση. Αυτό που υπάρχει σήμερα είναι η δικαστική αναγνώριση των βασανιστηρίων που υπέστη μέσα στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας, η προσπάθεια της οικογένειάς του να αποσαφηνιστούν όλες οι ευθύνες και η ανάγκη να δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις από τους αρμόδιους θεσμούς. Γιατί το κρίσιμο μέτρο της λογοδοσίας δεν είναι μόνο αν μια πράξη καταδικάζεται έξι χρόνια αργότερα. Είναι και το αν το κράτος έχει κάνει όσα οφείλει για να αποτρέψει την επανάληψή της.

