Εύα Δουζίνα

Όταν παραχωρούμε θαλάσσιο χώρο στην εντατική ιχθυοκαλλιέργεια,
δεσμεύουμε και το μέλλον των παράκτιων τόπων
Την αλιεία, τον τουρισμό, τη φύση, την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Αποφασίζουμε ποιος θα ωφεληθεί και ποιος θα πληρώσει το κόστος.
Η θάλασσα, όμως, ανήκει σε όλους.
Και κανένας κλάδος δεν δικαιούται να αποφασίζει μόνος του για το μέλλον της.
Ο νέος νόμος για την αλιεία και τις υδατοκαλλιέργειες, που ψηφίστηκε στις 25 Σεπτεμβρίου, αφήνει κρίσιμα ερωτήματα αναπάντητα. Στην ακρόαση φορέων συμμετείχαν αλιευτικές οργανώσεις, αλλά δεν καταγράφεται εκπρόσωπος παράκτιου δήμου. Το Πανελλήνιο Δίκτυο Παράκτιων Αλιευτικών Συλλόγων καταγγέλλει ότι δεν του επετράπη να τοποθετηθεί και έχει προαναγγείλει κινητοποιήσεις στις 11 Οκτωβρίου. Η ολοκλήρωση μιας κοινοβουλευτικής διαδικασίας δεν κλείνει το ζήτημα της ουσιαστικής εκπροσώπησης.
Ας δούμε μια συγκεκριμένη επιλογή. Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής πρότεινε να παραμείνει η προθεσμία των 20 ημερών για την απομάκρυνση αυθαίρετων εγκαταστάσεων, με αιτιολογημένη παράταση έως τις 90. Στο ψηφισθέν κείμενο διατηρήθηκε η γενική προθεσμία των 90 ημερών. Περισσότερος χρόνος για όλους, χωρίς την ειδική αιτιολόγηση που προτάθηκε. Αυτή η επιλογή στέλνει λάθος μήνυμα: μεγαλύτερη ανοχή στην αυθαιρεσία, ενώ οι ακτές χρειάζονται αποτελεσματική προστασία.
Η εξαγωγική παρουσία και η τεχνογνωσία της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας δεν αποτελούν λευκή επιταγή για επέκταση. Οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις της MacAlister Elliott & Partners, για λογαριασμό του Ιδρύματος Rauch, ανέδειξαν σοβαρά κενά στις περιβαλλοντικές μελέτες. Στον συγκριτικό πίνακα του Ιδρύματος για εννέα περιοχές το 2024, το τμήμα κάθε μελέτης που κρίθηκε επαρκώς εκτελεσμένο περιοριζόταν στο 9–34%. Η ανάλυση της MEP τον Φεβρουάριο του 2026 είναι εξίσου ανησυχητική: με την εφαρμογή διεθνώς αποδεκτών ορίων στα αποτελέσματα του μοντέλου MERAMOD, προβλέπονται υψηλές έως σοβαρές επιπτώσεις για το 99% των προτεινόμενων σεναρίων παραγωγής στις 75 θέσεις που εξετάστηκαν. Αυτές οι προειδοποιήσεις απαιτούν αναθεώρηση του σχεδιασμού. Η ύπαρξη μιας μελέτης δεν αρκεί, όταν οι παραδοχές της αμφισβητούνται τεκμηριωμένα και τα ίδια τα αποτελέσματά της προειδοποιούν για υπέρβαση των ορίων.
Κανένας σοβαρός επενδυτής δεν θα αξιολογούσε μια επιχείρηση μόνο από τις πωλήσεις της, αγνοώντας έξοδα, χρέη και υποχρεώσεις. Γιατί να το κάνει η Πολιτεία με έναν ολόκληρο κλάδο; Στον λογαριασμό ανήκουν οι δημόσιες ενισχύσεις, η περιβαλλοντική επιβάρυνση και οι συνέπειες για άλλες δραστηριότητες. Ανήκει και η διεθνής εμπειρία από ένα παραγωγικό μοντέλο που άλλες χώρες ήδη επανεξετάζουν. Οι εξαγωγές είναι μέρος του απολογισμού. Δεν τον υποκαθιστούν.
Η υπόσχεση περισσότερων θέσεων εργασίας χρειάζεται επίσης αποδείξεις. Στις μονάδες όλων των υδατοκαλλιεργειών, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε 3.741 εργαζομένους το 2024, μείωση 8,7% σε σχέση με το 2023. Το 2010 ήταν 4.253. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, οι εργαζόμενοι ήταν λιγότεροι. Οι αναφορές σε περίπου 12.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις αφορούν ευρύτερο πεδίο και δεν αναιρούν αυτή την εξέλιξη. Πού είναι, λοιπόν, η τεκμηρίωση για τις νέες θέσεις που υπόσχεται η επέκταση;
Αποκαλυπτική είναι και η περίπτωση της Avramar. Η συναλλαγή με την καναδική Cooke ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2026. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα οικονομικά ρεπορτάζ, τραπεζικές απαιτήσεις περίπου 410 εκατ. ευρώ μεταβιβάστηκαν έναντι 200 εκατ. ευρώ: λιγότερο από τη μισή ονομαστική τους αξία. Μια διαφορά άνω των 200 εκατ. ευρώ δεν μπορεί να μένει έξω από τη συζήτηση για την οικονομική επίδοση του κλάδου.
Υπάρχουν και υποχρεώσεις που μένουν στη θάλασσα. Οι πρώτες ύλες των ιχθυοτροφών και η εξάρτηση από άγρια αλιεύματα, οι απώλειες στην παραγωγή, τα κτηνιατρικά σκευάσματα και η αποκατάσταση του χώρου ανήκουν στον ίδιο απολογισμό. Σύμφωνα με στοιχεία της OZON, έχουν εντοπιστεί με δορυφορική χαρτογράφηση 173 θέσεις εγκαταλελειμμένης ή παλαιότερης ιχθυοκαλλιεργητικής δραστηριότητας, με ορατές ή πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Μια μονάδα μπορεί να σταματήσει να λειτουργεί. Η ευθύνη για όσα αφήνει πίσω της δεν σταματά μαζί της.
Η θάλασσα στηρίζει ήδη εισοδήματα και θέσεις εργασίας στην αλιεία, στον τουρισμό και στις μικρές παράκτιες επιχειρήσεις. Αν μια δραστηριότητα υποβαθμίζει το φυσικό κεφάλαιο από το οποίο ζουν οι υπόλοιπες, το κόστος είναι πραγματικό, ακόμη κι όταν δεν χρεώνεται σε εκείνον που το προκαλεί. Η αξιολόγηση μιας επένδυσης οφείλει να περιλαμβάνει και όσα στερεί από τον τόπο.
Έτσι πρέπει να διαβάζουμε και τις συγκρίσεις με την Τουρκία. Η μεγαλύτερη παραγωγή μιας ανταγωνίστριας χώρας δεν αποδεικνύει ότι ένας ελληνικός κόλπος αντέχει περισσότερους κλωβούς. Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να μετριέται με το ποια χώρα είναι πρόθυμη να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στους φυσικούς της πόρους.
Στη δυτική ακτή των ΗΠΑ, η πολιτεία της Ουάσιγκτον προχώρησε το 2025 σε μόνιμη απαγόρευση της εμπορικής εκτροφής ψαριών σε κλωβούς στις υδάτινες εκτάσεις που της ανήκουν, ακολουθώντας τις άλλες πολιτείες της δυτικής ακτής, όπου η πρακτική αυτή είχε ήδη απαγορευτεί. Είχε προηγηθεί, το 2017, η κατάρρευση εγκατάστασης της Cooke και η διαφυγή εκατοντάδων χιλιάδων σολομών. Ο Καναδάς έχει ανακοινώσει τον τερματισμό της εκτροφής σολομού σε ανοικτούς κλωβούς στα παράκτια νερά της British Coloumbia έως τις 30 Ιουνίου 2029, με μετάβαση σε κλειστά συστήματα, στη στεριά ή στη θάλασσα, και άλλες μορφές υδατοκαλλιέργειας. Οι συνθήκες διαφέρουν από τις ελληνικές. Η ανάγκη να αποτιμάται το συνολικό κόστος ενός παραγωγικού μοντέλου, όμως, είναι κοινή.
Η επόμενη μέρα χρειάζεται αποφάσεις που να δεσμεύουν. Δημόσια στοιχεία για τη σωρευτική επιβάρυνση κάθε περιοχής και τους κινδύνους από τη θέρμανση της θάλασσας. Ουσιαστικό λόγο στους παράκτιους δήμους και στους επαγγελματίες που εξαρτώνται από τις ίδιες ακτές. Ανεξάρτητο έλεγχο των υπολογισμών που θεμελιώνουν τις άδειες. Και οικονομικές εγγυήσεις για την απομάκρυνση εγκαταστάσεων και την αποκατάσταση, πριν εγκριθεί μια επένδυση. Οι κοινωνίες δεν μπορούν να κληρονομούν τον λογαριασμό.
Υπάρχουν και άλλες επιλογές. Η εκτροφή ψαριών σε ανοικτούς κλωβούς διαφέρει ουσιαστικά από την καλλιέργεια μυδιών και άλλων διθύρων, που δεν χρειάζονται πρόσθετη τροφή και μπορούν, υπό κατάλληλες συνθήκες, να προσφέρουν περιβαλλοντικά οφέλη. Μια σοβαρή πολιτική εξετάζει τις εναλλακτικές πριν δεσμεύσει περισσότερο χώρο στην επέκταση του ίδιου μοντέλου.
Η ανάπτυξη οφείλει να δημιουργεί περισσότερη αξία από όση καταστρέφει. Πριν παραχωρήσουμε μεγαλύτερο μέρος της θάλασσάς μας, απαιτούμε ολόκληρο τον λογαριασμό, πραγματική σύγκριση των εναλλακτικών και ουσιαστική συμμετοχή όσων θα ζήσουν με τις συνέπειες. Τα περισσότερα ψάρια δεν σημαίνουν από μόνα τους περισσότερο όφελος για την Ελλάδα. Αυτό πρέπει να αποδεικνύεται.

