Ταμπάκικα του Βραχωριού – Στο Μεσοπόλεμο (Β)

Τα Ταμπάκικα του Βραχωριού – Στο Μεσοπόλεμο (Β)
Η βυρσοδεψία στο Αγρίνιο στα χρόνια του Μεσοπολέμου

  • Κείμενο: Ελένη Γιαννακοπούλου – Τριανταφυλλίδη*

Στο Αγρίνιο του Μεσοπολέμου, εξακολουθούν όπως προαναφέραμε, να έχουν ισχύ οι παραδοσιακές τεχνικές κατεργασίας δέρματος. Δεν είχαν εισαχθεί ούτε τα μηχανικά σφυριά για το χτύπημα του δέρματος ούτε οι μηχανικοί κύλινδροι για το τέντωμα ούτε άλλα μηχανήματα για τον καθαρισμό και το γυάλισμα.

Συγκεκριμένα στα βυρσοδεψεία του Βραχωριού δε λειτουργούσαν ούτε μύλοι, όπου η μυλόπετρα συρόταν από ζώα για την τριβή του δεψικού υλικού. Οι τεχνικές της κατεργασίας δέρματος στην περίοδο του Μεσοπολέμου αντιγράφουν αυτές των χρόνων της Τουρκοκρατίας με μικρές παραλλαγές ή προσθήκες στις φάσεις των τριών σταδίων:

Α. Η προετοιμασία της βύρσας. Προϋπόθεση για τη διατήρηση των δερμάτων είναι η αφυδάτωση και το πάστωμα σε αλάτι. Τα δέρματα δεν έφθαναν στους ταμπάκηδες πάντα ξερά, στεγνωμένα δηλ. στον αέρα και ξεραμένα στο αλάτι. Από τη γύρα στα χωριά οι βυρσοδέψες έφερναν συνήθως για κατεργασία ωμά δέρματα. Αυτά τα άπλωναν για να ξεραθούν και τα διατηρούσαν στο τριμμένο αλάτι. Επακολουθούσε το μαλάκωμα του δέρματος με την παραμονή του στο νερό – ήδη το αναφέραμε – μέχρι και πέντε μέρες. Έτσι με την ενυδάτωση γινόταν εύκαμπτο, αλλά και το νερό που παρέμενε στους πόρους διευκόλυνε τη διάλυση των δεψικών υλικών.

Επακολουθεί το σκίσιμο του δέρματος για να είναι επεξεργάσιμο και από τις δύο όψεις και να καθαριστεί από τα περιττά κομμάτια (πόδια-ουρές-κεφάλι). Με το «ξελέσισμα» που γίνεται συνήθως στο καβαλέτο, καθαρίζεται το δέρμα από τα υπολείμματα της σάρκας με δεξιοτεχνία όμως για να μη καταστραφεί. Στη συνέχεια γίνεται το πλύσιμο στη στέρνα ή σε τρεχούμενο νερό και επακολουθεί η φάση της αποτρίχωσης που στην παραδοσιακή βυρσοδεψία χρησιμοποιεί όπως αναφέραμε, μόνον ασβέστη. Το μάδημα μετά τη δράση του ασβέστη στην τρίχα, γίνεται και από τις οικογένειες των ταμπάκηδων, γυναίκες παιδιά ή και από εξασκημένες γυναίκες, τις μαδήστρες. Τα μαλλί κυρίως των προβάτων το πουλούσαν και έτσι έβγαζαν «τα κόπια τους». Ο ασβέστης είναι απαραίτητος και στην επόμενη φάση, στο ασβέστωμα των δερμάτων μέσα σε λάκκους με σβησμένο ασβέστη, όπου μένουν από 3-8 μέρες ανάλογα με τη χρήση τους. Ο ασβέστης ανανεώνεται στους λάκκους συνεχώς και το δέρμα φουσκώνει και παίρνει πάχος.

Έτσι χάρη στα βυρσοδεψεία του μεσοπολέμου δούλευαν τ’ ασβεστοκάμινο στην Κλεισούρα, περιοχή πλούσια σε ασβεστόλιθο και τροφοδότρα του τόπου. Δούλευαν όμως ακατάπαυστα και στο Βραχώρι οι ασβεσταριές του μπάρμπα Αντρέα του Καλημέρη, που τον θυμόμαστε ως τις μέρες μας.

Οι επόμενες φάσεις αντιγράφουν και αυτές την παράδοση: είναι το ξύρισμα για να απαλλαγεί το δέρμα από τις ρίζες των τριχών και η απασβέστωση για να πλυθούν μέχρι να «ξεβροχιάσουν» τα δέρματα. Η ένωση άλλωστε καταλοίπων του ασβέστη με το βελανίδι δημιουργούσε ανεξίτηλα σημάδια στο δέρμα.

Β’ Η δέψη. Στα βραχωρίτικα ταμπάκικα του Μεσοπολέμου ως δεψικό υλικό δε χρησιμοποιείται ούτε ρούδι ούτε σκίνο παρά μόνο βελανίδι. Το άλεσμα του βελανιδιού έκανε ειδικευμένος σ’ αυτό εργάτης με το λιθάρι, ένα λαξευμένο ημικύλινδρο μήκους ως και 100 εκ. και διαμέτρου ως και 80 εκ. Στην ίσια πλευρά του κυλίνδρου υπήρχαν σκαμμένες χούφτες για να μπορούν να το πιάνουν τα χέρια, ώστε να τον κινούν πάνω σε μια ίσια μεγάλη πέτρα και να συνθλίβουν το βελανίδι. ‘Αλλοτε το λιθάρι ήταν στρογγυλό σαν διωγκωμένη σφαίρα και σε δυό οπές του αρμοζόταν στέρεα ξύλα – όπως ακριβώς και στο παραδοσιακό λιοτρίβι – τα οποία έδραχνε ο εργάτης για να τρίψει το βελανίδι. Σε κάποια από τα βραχωρίτικα βυρσοδεψεία το σύστημα αυτό (πλάκα και λίθος) αποτελούνταν από μάρμαρο. Για την προμήθεια του βελανιδιού περιττεύει ο λόγος. Η λογγωμένη ενδοχώρα και κυρίως οι βελανιδιές του Ξηρομέρου έδιναν αφειδώλευτα πλούσια την πρώτη ύλη.

Το τριμμένο βελανίδι διαλύεται, όπως αναφέραμε, σε ζεστό νερό μέσα σε λίμπες για να βγάλει την τανίνη. Στο διάλυμα αυτό, αφού κρυώσει, βάζει ο βυρσοδέψης ένα-ένα τα δέρματα τυλίγοντάς τα κυλινδρικά για να κλείσει μέσα το φαί – το δεψικό υλικό – Το τάισμα αυτό το επαναλαμβάνει επί εφταήμερο και την όγδοη μέρα τα ξεζουμίζει πιέζοντας τα και ξύνοντας τα στο καβαλέτο για να βγάλουν το περίσσευμα από το πρώτο τάισμα. Γιατί επακολουθεί και δεύτερο τάισμα στις λίμπες για επταήμερο μέχρι να «αργαστούν’ τα δέρματα» να απορροφήσουν δηλ. ικανοποιητική ποσότητα τανίνης, διότι διαφορετικά υπόκεινται εύκολα σε καταστροφή.

Τον αδυνατισμένο πολτό των τριμμένων βελανιδιών πωλούν ή διαθέτουν οι βυρσοδέψες στο κεραμιδαριό της πόλης για να ταΐζουν τα καμίνια ή στους γεωργούς για λίπασμα των χωραφιών.

Η δέψη ολοκληρώνεται με το ξέπλυμα, το στράγγισμα των δερμάτων, το λάδωμα με ελαιόλαδο από την έξω όψη και το στέγνωμα στις κρεμάλες ώσπου να κερώσουν. Τα δέρματα έτσι είναι ημικατεργασμένα. Η διαλογή των δερμάτων σε ποιότητες και κατηγορίες είναι το προστάδιο της μετάδεψης. Στην πρώτη ποιότητα κατατάσσονται τα δέρματα χωρίς ελαττώματα (εκδορές, λεκέδες). Τα δέρματα αυτής της ποιότητας συνήθως παραμένουν άβαφα στο φυσικό τους χρώμα. Τα δέρματα δεύτερης ποιότητας βάφονται σε ανοικτά χρώματα (κόκκινα, κίτρινα, πράσινα), ενώ τα τρίτης κατηγορίας βάφονται μαύρα.

Γ’ Η μετάδεψη. Σ’ αυτό το στάδιο τα δέρματα παίρνουν την τελική τους μορφή ανάλογα με τη ζήτηση της αγοράς. Για τον καλλωπισμό του δέρματος και την τέχνη της βαφής τους κάθε περιοχή είχε τα μυστικά της (βλ. κεφ. α). Στο Βραχώρι του μεσοπολέμου δε χρησιμοποιούνται φυτικές βαφές, όπως παλιότερα. Αγοράζουν οι βυρσοδέψες τις χημικές βαφές από το κατάστημα του Χρυσικού.

Τα δέρματα που επρόκειτο να βαφούν τα μαλάκωναν σε ελαφρό μίγμα τανίνης και στη συνέχεια περνούσαν από αραιό διάλυμα καραμπογιάς που αποτελούσε τη βάση της βαφής. Αφού στεγνώσουν στις κρεμάλες υπόκεινται στη διαδικασία της ντονατέλλας (μια στομωμένη λάμα από σίδηρο) και μετά περνά ο βυρσοδέψης με τον τρόπο που προαναφέραμε το πρώτο και το δεύτερο χέρι της βαφής.6 Το βυρσοδεψείο είναι συνήθως διώροφο κτίριο. Στο κάτω πάτωμα γίνεται η υγρή δουλειά. Η προκαταρτική κατεργασία και η δέψη. Εκεί βρίσκονται οι λίμπες, οι βαρέλες και τα καβαλέτα, η στέρνα ή το πηγάδι, οι ασβεστόλακκοι. Οι οργανωμένοι βυρσοδέψες το χώριζαν σε ζώνες. Σε μια βρίσκεται η στέρνα με τα νερά. Σε άλλη τα ξύλινα σκαφίδια για την επεξεργασία των δερμάτων με τα περιττώματα των σκύλων. Ας ξαναθυμήσουμε ότι σε αύτή τη φάση τα δέρματα δουλεύονται με τα πόδια.7 Σε μια άλλη ζώνη βρίσκονται στη σειρά οι λίμπες για τη δέψη. Το κάτω πάτωμα είχε τα παράθυρα μικρά σαν πολεμίστρες. «Υγρασία, γλίτσα και μισόφωτο. Και βρώμα, μυρωδιά βαρειά.»

Το πάνω πάτωμα είχε εξοχή με μεγάλα ολοφώτεινα παράθυρα. Εδώ γινόταν η στεγνή δουλειά. Η τελειοποίηση και η συσκευασία. Εκεί βρίσκονταν οι πάγκοι για το στρώσιμο των πετσιών, οι κρεμάλες για το στέγνωμα και το κέρωμά τους. Το πάνω πάτωμα ήταν φωτεινό, καθαρό και είχε την ευχάριστη μυρωδιά του αργασμενου δέρματος. Χρησίμευε και ως κατοικία του βυρσοδέψη.8

Κάθε βυρσοδεψείο ένας μικρόκοσμος με την εργατιά και τις οικογένειες των αφεντάδων, αλλά και το γύρω κόσμο πού έτρεχε στις στάνες για δέρματα, στους δρυμώνες για βελανίδια, στις ασβεσταριές, στα σοκάκκια για το «σαμμά», τόσο απαραίτητο για την κατεργασία. Την τελευταία δουλειά την έκαναν περιθωριακοί τύποι της πόλης που έβγαζαν έτσι το ψωμί τους.

Η λαίλαπα του β’ παγκοσμίου πολέμου δημιούργησε πολλές ανακατατάξεις και στον επαγγελματικό κόσμο της πόλης του Αγρίνιου. Εξάλλου λόγοι υγιεινής επέβαλλαν τη μετακίνηση των βυρσοδεψείων εκτός πόλης. Έτσι τα περισσότερα ταμπάκικα έπαψαν να λειτουργούν μετά τον πόλεμο και όσα επιβίωσαν (αδελφοί Μητρονίκα, Αλεξόπουλοι) μετατοπίστηκαν στα Ρουσέικα.

Παρά τα υποτυπώδη μέσα και χωρίς μηχανική υποστήριξη και απαιτήσεις ανταγωνιστικότητας, τα βυρσοδεψεία του Μεσοπολέμου στο Αγρίνιο, εύγλωττο παράδειγμα βιοτεχνικής – οικοτεχνικής μονάδας, αποτυπώνουν γενικότερα με τη λειτουργία τους το οικονομικό φάσμα στον τόπο μας. Οι προϋπάρχοντες οικονομικοί πόροι (κτηνοτροφία, νερό, αλάτι, βελανίδι), οι σφυγμοί της τοπικής και της εξωτερικής αγοράς, η προσφορά εργασίας, η αυτοκατανάλωση, η συμπληρωμαπκότητα επαγγελματικών δραστηριοτήτων, κυρίως το δίδυμο βιοτέχνη-εμπόρου είναι παράγοντες που επηρέασαν αποφασιστικά την πραγμάτωση αυτού του εγχειρήματος.

Συνεχίζεται

 

6.Για τις τεχνικές αυτή την εποχή σ’όλη την Ελλάδα, Ζαρκά, Η προβιομηχανική βυρσοδεψία, όπ. π. σσ. 17-30. | 7. Ζαρκά, Προβιομηχανική βυρσοδεψία όπ. π. σσ. 12-13. | 8. Δ. Χατζή, Το τέλος της μικρής μας πόλης, Αθήνα 1974, σσ. 7-8. Κ Καλατζή, Το ταμπάκικο, Οκτώ διηγήματα, Αθήνα 1992, σ. 20

*Πηγή: Ρίζα των Αγρινιωτών

Φωτογραφία: Ασβεσταριό στη Σύρα


AgrinioStories

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *