7 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 14 Σεπτεμβρίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

14 Σεπτεμβρίου 2022

Είναι η 257η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 108 ημέρες για τη λήξη του.
🌅  Ανατολή ήλιου: 07:06 – Δύση ήλιου: 19:35 – Διάρκεια ημέρας: 12 ώρες 29 λεπτά.
🌖  Σελήνη 18.9 ημερών.
Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος.
Παγκόσμια Ημέρα Ατοπικής Δερματίτιδας.
Χρόνια πολλά στους: Θεοκλή, Θεοκλέα, Θεόκλεια, Σταύρο, Σταυριανς, Σταύρακα, Σταυράκιο, Σταυρή, Σταυράκη, Σταυρούλα, Σταυριανή, Σταυρίνα και Σταυρία.

 

 

Γεγονότα

 

 

 

326 – Η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Ελένη, ανακαλύπτει στην Ιερουσαλήμ τον Σταυρό του μαρτυρίου. Μεγάλη δεσποτική εορτή της Χριστιανοσύνης, με την οποία τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου η διπλή ανεύρεση του Σταυρού πάνω στον οποίο μαρτύρησε ο Ιησούς Χριστός. Στη χώρα μας γιορτάζουν ο Σταύρος και η Σταυρούλα. Σύμφωνα με την παράδοση, το 326 η γηραιά μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Αυγούστα Ιουλία Φλαβία Ελένη, μετέβη στους Αγίους Τόπους για να φέρει στο φως τα διάφορα μέρη στα οποία έζησε και δίδαξε ο Ιησούς Χριστός. Στα Ιεροσόλυμα πραγματοποίησε μεγάλες ανασκαφές για να βρεθούν οι τόποι της Σταύρωσης και της Ανάστασης στον λόφο του Γολγοθά. Η μετέπειτα Αγία Ελένη οδηγήθηκε στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, τον γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών.
Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, όταν τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε. Στη θέση αυτή υπήρχε ο ναός της Αφροδίτης, που είχε ανεγείρει το 135 ο ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, μετά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Η Ελένη, αφού διέταξε να τον γκρεμίσουν, έχτισε στη θέση του τον περικαλλή Ναό της Αναστάσεως, ο οποίος αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του Χριστιανισμού. Ο Σταυρός του Κυρίου παραδόθηκε στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, ο οποίος τον τοποθέτησε στον ναό της Αναστάσεως στις 14 Σεπτεμβρίου 335.

628 – Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος εισέρχεται θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη, αφού έχει κατατροπώσει τους Πέρσες και ανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.
Το 626 ο Ηράκλειος αντιμετωπίζει ξανά τους Πέρσες πάλι στη Νινευή. Η νίκη έρχεται μετά από προσωπική μονομαχία του Αυτοκράτορα με τον Πέρση επικεφαλής στρατηγό Ραζάτη. Οι συνεχείς ήττες προκαλούν την πτώση του καθεστώτος του Χοσρόη Β΄ και το οριστικό τέλος του περσικού κινδύνου για την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος, έχοντας πετύχει μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες και έχοντας εξουδετερώσει τον από αιώνων εχθρό της Αυτοκρατορίας, επιστρέφει στη Βασιλεύουσα, όπου εισέρχεται θριαμβευτικά από τη Χρυσή Πύλη, στις 14 Σεπτεμβρίου 628. Μπροστά του βρισκόταν το ανακτηθέν από τους Πέρσες κειμήλιο του Τίμιου Σταυρού. Ο Αυτοκράτορας είναι πια 54 ετών, ευτυχής, αλλά καταβεβλημένος.

1814 – Ανήμερα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, ο Νικόλαος Σκουφάς, ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ιδρύουν στην Οδησσό τη «Φιλική Εταιρεία», σύμφωνα με μία εκδοχή. Η Φιλική Εταιρεία ήταν η σημαντικότερη από τις μυστικές οργανώσεις που σχηματίστηκαν για την προετοιμασία της Επανάστασης του 1821, για την απελευθέρωση των Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας, και σύμφωνα με τους παλαιότερους ιστορικούς, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Τέταρτο μέλος της, μυήθηκε ο Αντώνιος Κομιζόπουλος από τη Φιλιππούπολη. Τρίτο ή πέμπτο μέλος της Εταιρείας πιθανό να ήταν ο Νικόλαος Γαλάτης . Επίσης από τα πρώτα μέλη που μυήθηκαν ήταν και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (και μάλιστα κατά ορισμένες πηγές υπήρξε συνιδρυτής, πριν τον Ξάνθο που μυήθηκε αργότερα). Η Μικρασιάτισσα Κυριακή Ναύτη από τη Σμύρνη ήταν η πρώτη γυναίκα μέλος. Οι Φιλικοί, αφού μυούνταν στην Εταιρεία, έδιναν όρκο πίστης και επικοινωνούσαν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις. Αυτή η μυστικότητα εξηγεί εν μέρει τα λίγα και ασαφή τεκμήρια που διαθέτουμε για την συγκεκριμένη οργάνωση.

 

 

1829 – Υπογράφεται η Συνθήκη της Αδριανούπολης, η οποία σημαίνει το τέλος του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1828-1829. Με άρθρο 10 της συνθήκης, ο Σουλτάνος αναγνωρίζει τα προηγούμενα πρωτόκολλα και τις συνθήκες που αφορούν στο ελληνικό ζήτημα και ανοίγει τον δρόμο για την αυτονομία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ελλάδας (2 Σεπτεμβρίου, με το Παλαιό Ημερολόγιο).
Η Συνθήκη Ειρήνης της Αδριανούπολης (ή Συνθήκη του Εντιρνέ) σήμανε το τέλος του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου του 1828-1829 ανάμεσα στην Ρωσική Αυτοκρατορία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπογράφτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 στην Αδριανούπολη από τον ρώσο Κόμη Αλεξέι Ορλώφ και τον τούρκο Αμπντούλ Καντίρ-μπεη. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρείχε πρόσβαση στην Ρωσία στις εκβολές του Δούναβη και στα κάστρα του Akhaltsikhe και του Akhalkalaki στην Γεωργία. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε στην Ρωσία την κατοχή της Γεωργίας και των Χανάτων του Ερεβάν και του Ναχιτσεβάν τα οποία είχαν παραχωρηθεί στον Τσάρο από την Περσία με την Συνθήκη του Τουρκεμτσάι ένα χρόνο νωρίτερα. Με την συνθήκη άνοιγαν τα Δαρδανέλλια σε όλα τα εμπορικά πλοία, απελευθερώνοντας έτσι το εμπόριο των δημητριακών, των κτηνοτροφικών προϊόντων και της ξυλείας, αν και χρειάστηκε η Συνθήκη του Hünkâr İskelesi (1833) για να διευθετηθεί το ζήτημα των Στενών ανάμεσα στα δύο μέρη. Ο Σουλτάνος εγγυήθηκε εκ νέου την ήδη υποσχεθείσα αυτονομία της Σερβίας, υποσχέθηκε αυτονομία για την Ελλάδα, και επέτρεψε στην Ρωσία να καταλάβει την Μολδαβία και την Βλαχία έως ότου η Οθωμανική Αυτοκρατορία καταβάλλει αποζημιώσεις. Η συνθήκη επίσης όριζε τα σύνορα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βλαχίας κατά τον ρου του Δούναβη, μεταβιβάζοντας στην Βλαχία τις συνοριακές επαρχίες (ράγιας) του Turnu Măgurele, Giurgiu και Brăila.

1867 – Ο Καρλ Μαρξ εκδίδει το «Κεφάλαιο», που αποτελεί την κορωνίδα του έργου του. Μετά την έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τριάντα χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει ο τρίτος τόμος. Και μόνο το γεγονός αυτό καθιστούσε αδιαμφισβήτητο το ότι ο πρώτος τόμος, η ανάλυση της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, θα δέσποζε στην πρόληψη και των τριών τόμων για πολλές δεκαετίες. Θεωρήθηκε ότι στον πρώτο τόμο μπορούσε κανείς να βρει τον πυρήνα της ανάλυσης του Μαρξ, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος τόμος παρουσίαζαν μόνο κάποια πρόσθετα ζητήματα, προορισμένα κυρίως για ειδικούς.

1890 – Ιδρύεται στη Σμύρνη ο μουσικογυμναστικός σύλλογος «Ορφέας». Ένας από τους πιο ιστορικούς συλλόγους της Ελλάδα, θα ιδρυθεί σαν σήμερα στις 14 Σεπτεμβρίου 1890, στη Σμύρνη. Ο Πανιώνιος. Βεβαίως αρχικά ο σύλλογος δεν λέγεται  Πανιώνιος αλλά «Ορφέας» έχοντας μουσικογυμναστικό χαρακτήρα. Τρία χρόνια αργότερα, από τα μέλη του θα ιδρυθεί ο γυμναστικός σύλλογος «Γυμνάσιον». Οι δύο σύλλογοι θα ενωθούν. Χαρακτηριστικά σε εφημερίδες της Σμύρνης αναφέρονται στο διάστημα 1890-1893 ποδοσφαιρικοί αγώνες των μελών του μουσικογυμναστικού σωματείου Ορφεύς Σμύρνης μεταξύ τους, με ομάδες ναυτών σε ξένα εμπορικά και πολεμικά πλοία και με συλλόγους αλλοδαπών κατοίκων (Football Club Smyrna, Bournobat JAA).
Το άθλημα στη Σμύρνη έφεραν Άγγλοι, οι οποίοι διέμεναν κυρίως στη συνοικία του Μπουρνόβα. Εκεί δημιούργησαν γήπεδο, όπου έως το 1904 διεξάγονταν οι διεθνούς εμβέλειας Πανιώνιοι Αγώνες και αποτέλεσε έδρα της Bournobat Juniors Athletic Association of Smyrna, αγγλικής ένωσης με αρκετούς Έλληνες αθλητές. Από αυτούς, στο ποδόσφαιρο ξεχώριζαν οι: Αγγελόπουλος, Αναγνωστόπουλος, Αργυρίου, Γριμάνης, Καλομοίρης, Καραράς, Κεντρωτής, Κόγκος, Κούτελης, Μεγαρίδης, Παστουρμαντζής και Περώνης. Η JAA διασπάστηκε το 1908 σε δύο μέρη και το ένα εντάχθηκε στον προϋπάρχοντα (ίδρ. 1900 περίπου) Ερμή, ενώ το άλλο σχημάτισε το βραχύβιο Θησέα Μπουρνόβα.
Το 1895 συγκροτήθηκε η πρώτη οργανωμένη ποδοσφαιρική ομάδα του σωματείου Γυμνάσιον Σμύρνης, το οποίο επανενώθηκε με τον Ορφέα τον Οκτώβριο του 1898 (πενταετία μετά την αρχική του αποχώρηση), υπό τη νέα ονομασία. Εξάλλου να τονίσουμε οτι ο Δημητρός Δάλλας (Σμύρνη 1867 – Αθήνα 1929) υπήρξε ιστορική μορφή για τον σύλλογο.  Ήταν εκείνος τον αναγέννησε στην Αθήνα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Δάλλας  υπήρξε διακεκριμένος αθλητικός παράγων και δημοσιογράφος, που διετέλεσε πρόεδρος του Πανιωνίου Γ.Σ. από το 1915 ως το 1928 και με τη δράση του συνέβαλε στη συνέχιση της λειτουργίας του συλλόγου στην Αθήνα μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Μάλιστα διετέλεσε αντιπρόεδρος του ΣΕΓΑΣ και ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της «Ένωσης Αθλητικών Συντακτών.
Το Σεπτέμβριο του 1922 γίνεται η μικρασιατική καταστροφή με αποτέλεσμα να ξεριζωθεί ο σύλλογος από την Σμύρνη. Ο τουρκικός στρατός εισβάλλει στην Σμύρνη και ο ιστορικός σύλλογος σχεδόν διαλύεται. Ο Δάλλας δεν το βάζει κάτω και λέει την ιστορική φράση: «Ο Πανιώνιος είναι Ιδέα. Και οι Ιδέες δεν πεθαίνουν!».Έτσι μόλις δύο μόλις μήνες μετά την καταστροφή, στις 12 Νοεμβρίου 1922 συγκροτεί μια προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή με επιφανή μέλη της σμυρναϊκής κοινωνίας που είχαν επιβιώσει εξασφαλίζει στέγη για το σωματείο στα αποδυτήρια του Παναθηναϊκού Σταδίου και τελεί τα εγκαίνια των γραφείων του Πανιωνίου.
Το τμήμα ποδοσφαίρου του Πανιωνίου, αποτελεί την αρχαιότερη εν ενεργεία ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα, ενώ σήμερα αγωνίζεται στη Σούπερ Λιγκ ως ΠΑΕ Πανιώνιος Γ.Σ.Σ.

 

 

 

Γεννήσεις

 

 

 

1926 – Μισέλ Μπιτόρ. Γάλλος μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του «νέου μυθιστορήματος» («nouveau roman») ή «αντιμυθιστορήματος» (anti-roman), ενός λογοτεχνικού κινήματος, που έκανε την εμφάνισή του στη Γαλλία τη δεκαετία του 1950, με σκοπό να απαλλάξει το μυθιστόρημα από όλα τα στοιχεία που είχε κληρονομήσει από την κλασική παράδοση και να του προσδώσει μεγαλύτερη αμεσότητα, τόσο στην έκφραση, όσο και στην αναπαραστατική του δύναμη.
Ο Μισέλ Μπιτόρ γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1926 στη Λίλη της Βόρειας Γαλλίας. Σπούδασε Φιλοσοφία στη Σορβόνη και δίδαξε γαλλικά στην Αίγυπτο, στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης και το Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από τις εκδόσεις «Άγρα» κυκλοφορεί το βιβλίο «Θεσσαλονίκη 1990», με δύο κείμενα αναμνήσεων του συγγραφέα από την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη.
Η συγγραφική του καριέρα του Μπιτόρ ξεκίνησε με το μυθιστόρημα «Πέρασμα από το Μιλάνο» («Passage de Milan», 1954), στο οποίο διηγείται αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν μια νύχτα σε μια εξαώροφη πολυκατοικία. Ωστόσο, τα έργα που τον καθιέρωσαν ήταν «Η χρήση του χρόνου» («L’ Emploi du Temps», 1956) και «Η τροποποίηση» («La Modification», 1957), που αποτελούν σταθμούς στη διαδρομή του μυθιστορήματος, όπως το αντιλαμβάνεται ο Μπιτόρ. Τα δύο τελευταία κυκλοφορούν στα ελληνικά από την «Εστία».
Άλλα έργα του είναι: «Το πνεύμα του τόπου» («Le Genie de lieu», 1958), «Τα ρεπορτόρια» («Les Reportoires I-IV», 1960) «Μομπίλ» («Mobile», 1962), ένα αμάγαλμα εντυπώσεων από ένα ταξίδι του στις ΗΠΑ, «Εναέριο Δίκτυο» («Reseau Aerien»), «Περιγραφή του Αγίου Μάρκου» («Description de San Marco», 1963), «Εικονογραφήσεις» («Illustrations», 1964), «6.810.000 λίτρα νερού το δευτερόλεπτο» («6.810.000 litres d’ eau par seconde», 1965), «Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως νεαρού πίθηκου» («Portrait de l’artiste en Jeune Singe,1967), «Το ρόδο των ανέμων» («La Rose des vents», 1970) και «Διάλογος με 33 παραλλαγές του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν πάνω σ’ ένα βαλς του Ντιαμπέλι» («Dialogue avec trentre-trois variations de Ludwig van Beethoven sur une valse de Diabelli, 1971») και το «Διάλειμμα» («Intervalle», 1973).
Με το ζωντανό ύφος του – έγραφε κυρίως σε δεύτερο πρόσωπο – ανανέωσε την αφηγηματική τεχνική. Το έργο χαρακτηρίζεται από την πρωτότυπη και περίπλοκη διάρθρωση που χρησιμοποίησε – η δομή του χώρου μέσα στο χρόνο συγχέεται με τη δομή του χρόνου μέσα στο χώρο – αλλά από την τυπογραφική του παρουσίαση. Με μία φράση, του έδωσε το νόημα και το σκοπό του έργου του: «Για μένα το να ταξιδεύω σημαίνει να γράφω και το να γράφω σημαίνει να ταξιδεύω».

1928 – Αλμπέρτο Κόρδα (Alberto Korda) ήταν κουβανός φωτογράφος, γνωστός για την περίφημη φωτογραφία του που απεικονίζει τον θρυλικό λατινοαμερικανό επαναστάτη Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Πιστός δια βίου στην Κουβανική Επανάσταση, ήταν για πολλά χρόνια προσωπικός φωτογράφος του Φιντέλ Κάστρο.
Ο Αλμπέρτο Ντίας Γκουτιέρες γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1928 στην Αβάνα και ήταν γιος σιδηροδρομικού. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως φωτογράφος σε γάμους και βαφτίσια, όπου μυήθηκε στην τέχνη της φωτογραφίας και συνέχισε ως φωτογράφος μόδας.
Μετά την επικράτηση της Κουβανικής Επανάστασης εντάχθηκε σε μία μικρή ομάδα νεαρών φωτογράφων, οι οποίοι απαθανάτιζαν τα πρώτα βήματα της διακυβέρνησης του Φιντέλ Κάστρο. Από τότε άρχισε να χρησιμοποιεί τα ψευδώνυμα Αλμπέρτο Κόρδα (Alberto Korda) ή Κόρδα (Korda) ως φόρο τιμής στα αδέλφια Αλεξάντερ και Ζόλταν Κόρντα, γνωστούς ούγγρους σκηνοθέτες με θητεία στη Βρετανία και το Χόλιγουντ, οι οποίοι επηρέασαν καθοριστικά την αισθητική του.
Αν και σήμερα είναι το πιο διάσημο πορτρέτο του Τσε Γκεβάρα, αρχικά η φωτογραφία που τράβηξε ο Κόρδα κρίθηκε ακατάλληλη για δημοσίευση
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία με τον Τσε να κοιτάζει κάτω από το μαύρο μπερέ του, την οποία ο Κόρδα ονόμασε «Guerrillero Heroico» («Ο Ηρωικός Αντάρτης»), ήταν καθοριστική στιγμή για την καριέρα του. Την τράβηξε με μηχανή Λάικα στις 5 Μαρτίου 1960 στην Αβάνα, κατά τη διάρκεια της κηδείας για τα θύματα της έκρηξης στο γαλλικό πλοίο «La Coubre», που μετέφερε πυρομαχικά και αποδόθηκε σε σαμποτάζ της CIA. «Βρισκόμουν περίπου δέκα μέτρα από την εξέδρα όπου μιλούσε ο Φιντέλ Κάστρο. Ξαφνικά, πρόσεξα ότι ο Τσε πλησίαζε το κιγκλίδωμα» είχε δηλώσει ο Κόρδα, περιγράφοντας αργότερα πώς είχε συλλάβει με μια ματιά τον Γκεβάρα κατά τη διάρκεια του συλλαλητηρίου της κηδείας.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η φωτογραφία κρίθηκε ακατάλληλη για δημοσίευση από την εφημερίδα «Revolución», όπου εργαζόταν τότε ο Κόρδα, και ήταν άγνωστη μέχρι που ο φωτογράφος έδωσε ή πούλησε ένα αντίγραφο της στον ιταλό μεγαλοεκδότη Τζαντζάκομο Φελτρινέλι, ο οποίος βρισκόταν το 1967 στην Αβάνα για να διαπραγματευτεί την έκδοση των απομνημονευμάτων του Φιντέλ Κάστρο. Όταν, λίγο αργότερα, πέθανε ο Τσε, ο Φελτρινέλι άρχισε να διανέμει τη φωτογραφία.
Η περίφημη εικόνα, για την οποία ο Κόρδα δεν έλαβε ποτέ πνευματικά δικαιώματα, κοσμούσε και κοσμεί σε διάφορες εκδοχές, τα δωμάτιο των επαναστατημένων νιάτων, ενώ έχει αναπαραχθεί σε εκατομμύρια μπλουζάκια, πόστερ, μπρελόκ και πανό σε όλο τον κόσμο.
Τα επόμενα χρόνια ο Κόρδα διετέλεσε προσωπικός φωτογράφος του Φιντέλ Κάστρο και απαθανάτισε με τον φακό του τις επισκέψεις του στο εξωτερικό και τις συναντήσεις του με ξένους ηγέτες. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την υποβρύχια φωτογραφία, στην οποία, επίσης διακρίθηκε.
Ο Αλμπέρτο Κόρδα πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 25 Μαΐου 2001 στο Παρίσι, όπου βρισκόταν για μία έκθεση έργων του. Η παρακαταθήκη του προς τους νέους φωτογράφους συνοψίζεται στη φράση «Ξέχνα τη μηχανή, ξέχνα τους φακούς, ξέχνα όλα αυτά. Με τη φτηνότερη μηχανή μπορείς να τραβήξεις την καλύτερη φωτογραφία».

1983 – Έιμι Γουάινχαουζ: Αγγλίδα τραγουδοποιός, από τις σπουδαιότερες της γενιάς της. Με το ταλέντο, αλλά και την πολυτάραχη ζωή της, απασχολήσει όσο λίγες το κοινό και τα μέσα ενημέρωσης την πρώτη δεκαετία του 2000. Διέθετε μία βαθιά εκφραστική κοντράλτο φωνή και η μουσική της ήταν ένα εκλεκτικό μείγμα σόουλ, ριθμ εντ μπλουζ και τζαζ.
Η Έιμι Γουαϊνχάουζ γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 14 Σεπτεμβρίου 1983 από γονείς ιουδαϊκού θρησκεύματος, που αγαπούσαν τη μουσική και την εμφύσησαν στα δύο παιδιά τους. Ο πατέρας της, Μιτς Γουϊανχάουζ, ήταν τεχνίτης υαλοπινάκων και η μητέρα της, Τζάνις Σίτον, φαρμακοποιός. Από τα 14 χρόνια της άρχισε να ασχολείται με τη μουσική και να σκαρώνει τα πρώτα της τραγούδια, ενώ συμμετείχε σε διάφορα τοπικά γκρουπ. Στις αρχές του 2000 εμφανιζόταν σε κλαμπ του Λονδίνου, τραγουδώντας σόουλ και τζαζ επιτυχίες. Η εκφραστική φωνή της εντυπωσίασε τα αφεντικά της Island και το 2002 υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με τη θρυλική αγγλική δισκογραφική εταιρεία, θυγατρική πλέον της Universal. Στις 20 Οκτωβρίου 2003 κυκλοφόρησε τον πρώτο της δίσκο με τίτλο «Frank», που γνώρισε κριτική αποδοχή και εμπορική αποδοχή. Από τον δίσκο ξεχώρισαν τα τραγούδια «Stronger Than Me», «Take the Box», «In My Bed» και «Fuck Me Pumps». Στις αρχές του χρόνου είχε γνωρίσει σ’ ένα μπαρ του Λονδίνου τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό της Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ, τεχνικό της τηλεόρασης, με τον οποίο θα έχει μία θυελλώδη ερωτική σχέση. Συχνά θα απασχολήσουν τα πρωτοσέλιδα του βρετανικού λαϊκού Τύπου με τη βίαιη συμπεριφορά τους και την εμπλοκή τους σε υποθέσεις ναρκωτικών. Θα παντρευτούν τον Μάιο του 2007 στο Μαϊάμι και θα χωρίσουν τον Αύγουστο του 2009.
Τον Ιούνιο του 2006 πεθαίνει η γιαγιά της Σύνθια, που ήταν τραγουδίστρια της τζαζ, κι ένα πρόσωπο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή της. Η Έιμι καταρρέει και πολλοί εντοπίζουν ξανά τη στροφή της στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε το δεύτερό της άλμπουμ με τίτλο «Back to Black», που απογείωσε την καριέρα της και τις χάρισε πέντε βραβεία Γκράμι, τα περισσότερα που έχει κατακτήσει μία καλλιτέχνιδα σε μία μόνο διοργάνωση. Από τον δίσκο ξεχώρισαν τα τραγούδια «Rehab», «You Know I’m No Good», «Back to Black», «Tears Dry on Their Own» και «Love Is a Losing Game».
H επίδραση που έχει πλέον στη μουσική βιομηχανία είναι τόσο μεγάλη, ώστε να δημιουργηθεί ο όρος «το φαινόμενο Γουάινχαουζ» για να περιγράψει το πώς η επιτυχία της άνοιξε το δρόμο για την ολική επαναφορά της βρετανικής μουσικής στο παγκόσμιο προσκήνιο, για πρώτη φορά μετά τους Beatles. Η σαρωτική επιτυχία του δίσκου έσπασε τα όρια της μουσικής και πέρασε στην ευρύτερη ποπ κουλτούρα: η εμφάνισή της, με τα παλιομοδίτικα (vintage) ρούχα και τα εντυπωσιακά χτενίσματα, έγινε πρότυπο για αμέτρητες γυναίκες, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δραστικά η βιομηχανία της μόδας.
Η κατάσταση της υγείας της, όμως, επιδεινωνόταν δραματικά, λόγω του εθισμού της στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά Η τελευταία -και ίσως η χειρότερη της καριέρας της- συναυλία έγινε στις 18 Ιουνίου 2011 στο Βελιγράδι. Η Γουαϊνχάουζ εμφανίστηκε στη σκηνή σε κατάσταση μέθης και αποδοκιμάστηκε έντονα από τους 20.000 θεατές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ήταν προγραμματισμένη και η πρώτη της συναυλία στην Αθήνα, η οποία ακυρώθηκε.
Η Έιμι Γουαϊνχάουζ άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της στο Λονδίνο στις 23 Ιουλίου 2011, σε ηλικία μόλις 27 ετών. Ο θάνατός της οφειλόταν, σύμφωνα με τις τοξικολογικές εξετάσεις, σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

 

Θάνατοι

 

 

 

1960 – Μ. Καραγάτσης: «Ο καλός λογοτέχνης μας παρουσιάζει όπως θέλουμε να είμαστε. Εκείνος που τολμάει να μας παρουσιάζει όπως είμαστε είναι κακός λογοτέχνης. Ιδού λοιπόν, αγαπητοί μου, γιατί είμαι ένας κακός λογοτέχνης.» Έτσι δηλώνει ο Μ. Καραγάτσης σε μια από τις ελάχιστες – αν όχι την μοναδική ηχογραφήση που έκανε για το ραδιόφωνο. Η φωνή του, αρρενωπή και κρυστάλλινη, το ύφος του παιγνιώδες και προκλητικό. Δεν φοβόταν ούτε φειδόταν ο Καραγάτσης τις προκλήσεις. Το σχεδίασμα της αυτοβιογραφίας του καταλήγει ως εξής: «…Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο….».
Μπορεί οι εγκωμιαστικές νεκρολογίες που δημοσιεύθηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1960 στις εφημερίδες εκ πρώτης όψεως να διέψευδαν την πρόβλεψή του. Δεν θα ένοιωσε ωστόσο –λέτε- λίγη χαιρεκακία για τον θάνατό του ο «πνευματικός» εκείνος «άνθρωπος» τον οποίον ο Καραγάτσης είχε πετύχει σε έναν κινηματογράφο και τον είχε πλακώσει στο ξύλο, εν μέρει επειδή βυσσοδομούσε συστηματικά εναντίον του –όπως και εναντίον του Σικελιανού και του Καζαντζάκη-, εν μέρει επειδή είχε καταφέρει να ξεπλύνει στο πι και φι την επί Κατοχής φιλογερμανική του στάση; Δεν θα ανέπνευσαν ανακουφισμένοι όλοι εκείνοι οι ηθοποιοί και σκηνοθέτες που διάβαζαν τις βιτριολικές θεατρικές του κριτικές; (Άλλοτε θαυμαστά εύστοχος και διεισδυτικός ως αποτιμητής παραστάσεων, κάποτε άστοχος, ο Καραγάτσης σίγουρα πάντως δεν υποκλινόταν σε «ιερά τέρατα» και σε καλλιτεχνικά κατεστημένα…) Δεν θα απελευθερώθηκαν από το βάρος του ταλέντου του ως μέτρου σύγκρισης οι συνάδελφοι του πεζογράφοι;

1982 – Γκρέις Κέλι. Από την παιδική της ηλικία η Κέλι ονειρευόταν να κάνει καριέρα στο θέατρο. Ήδη στα δώδεκά της είχε εμφανιστεί στον πρωταγωνιστικό ρόλο του θεατρικού Don’t Feed the Animals που ανέβασε η τοπική θεατρική ομάδα. Στα 18 της δεν κατάφερε να μπει στο κολέγιο Μπένινγκτον, λογω των χαμηλών της βαθμών στα μαθηματικά, κάτι που την ώθησε στο να ακολουθήσει το όνειρό της να γίνει ηθοποιός. Κατά συνέπεια απαγγέλοντας ένα μονόλογο από το θεατρική παράσταση The Torch-Bearers, που είχε συγγράψει ο θείος της Τζόρτζ, κατάφερε να μπει στην Αμερικανική ακαδημία των δραματικών τεχνών. Η Κέλι δούλεψε ως μοντέλο για να συντηρήσει τις σπουδές της και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεϊ στο πλευρό του Ρέιμοντ Μάσεϊ στο θεατρικό του Στρίντμπεργκ , Ο Πατέρας. Μετά την αποφοίτησή της το 1948 ο σκηνοθέτης Ντέλμπερτ Μαν την προσέλαβε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του Σίνκλερ Λιούις Μπέθελ Μέριντεϊ. Η επιτυχία αυτής της παραγωγής για την τηλεόραση, που ότι είχε αρχίσει να μπαίνει πλέον στη ζωή των Αμερικανών, την οδήγησε στον πρώτο κινηματογραφικό της ρόλο στην ταινία Δεκατέσσερεις ώρες αγωνίας (Fourteen Hours, 1951). Ο ρόλος αυτός ήταν μικρός και η Γκρέις πέρασε απαρατήρητη με αποτέλεσμα να μην έχει άλλες προσφορές για κινηματογραφικούς ρόλους για κάμποσο καιρό. Ένα χρόνο αργότερα επικοινώνησε μαζί της ο παραγωγός κι αργότερα σκηνοθέτης Στάνλεϊ Κρέιμερ, ο οποίος της προσέφερε ένα ρόλο στο πλάι του Γκάρι Κούπερ στην ταινία Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές (High Noon, 1952), που επρόκειτο να σκηνοθετήσει ο Φρεντ Τσίνεμαν. Η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία και της χάρισε μεγάλη δημοτικότητα. Επόμενος της στόχος ήταν η οντισιόν για την ταινία του Τζον Φορντ, Μογκάμπο, όπου θα πρωταγωνιστούσε πλάι στον Κλαρκ Γκέιμπλ και την Άβα Γκάρντνερ. Η Τζιν Τίρνεϊ που είχε προσληφθεί αρχικά αποφάσισε να αφήσει το ρόλο λόγω της ψυχολογικής αστάθειας που την ταλαιπωρούσε εκείνη την περίοδο. Η οντισιόν της Κέλι ήταν επιτυχημένη και ο ρόλος ήταν δικός της. Δυο μήνες αργότερα το συνεργείο και οι συντελεστές της ταινίας βρέθηκαν στη Ναϊρόμπι της Κένυα για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Το γεγονός ότι η ταινία γυριζόταν στην Αφρική αποτελούσε μεγάλο δέλεαρ για την Γκρέις. Η ταινία προβλήθηκε το 1953 και η Κέλι που είχε πλέον γίνει σταρ προτάθηκε για όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου. Η επιτυχία ακολούθησε όταν το 1954 πρωταγωνίστησε στη μεταφορά του θεατρικού του Φρέντρικ Νοτ Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως (Dial M for Murder, 1954) με σκηνοθέτη τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ο Χίτσκοκ της μιλούσε συνέχεια για την επόμενή του ταινία με τίτλο Σιωπηλός Μάρτυς (Rear Window), εντυπωσιάζοντάς την σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αρνηθεί την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει στο πλευρό του Μάρλον Μπράντο στην ταινία του Ηλία Καζάν Το λιμάνι της αγωνίας (On The Waterfront, 1954). Ο Χίτσκοκ προσέλαβε την Κέλι για το Σιωπηλός Μάρτυς κι η Έυα Μαρί Σεντ ερμήνευσε το ρόλο της Ίντι στο πλευρό του Μπράντο. Ο Τζέιμς Στιούαρτ, συμπρωταγωνιστής της στην ταινία Σιωπηλός Μάρτυς, ενθουσιάστηκε με την ερμηνεία της. Το φιλμ έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβριο του 1954 κι η Κέλι έλαβε διθυραμβικές κριτικές. Κατά τη διάρκεια του 1954 γύρισε άλλες δυο ταινίες και τις δυο με συμπρωταγωνιστή τον Γουίλιαμ Χόλντεν. Η πρώτη ήταν το Οι γέφυρες του Τόκο-Ρι (The Bridges at Toko-Ri) και η δεύτερη ήταν Η χωριατοπούλα (The Country Girl), βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό δράμα του Κλίφορντ Όντετς. Εκτός από τον Χόλντεν στην ταινία πρωταγωνιστούσε και ο Μπινγκ Κρόσμπι στο ρόλο του αλκοολικού της συζύγου. Η Κέλι δεν ήταν η πρώτη επιλογή για το ρόλο. Πρώτη επιλογή ήταν η Τζένιφερ Τζόουνς που αναγκάστηκε να τον απορρίψει λόγω εγκυμοσύνης. Η Metro-Goldwyn-Mayer που έπρεπε να τη δανείσει στην εταιρία Paramount δεν της επέτρεπε να αναλάβει το ρόλο. Όταν όμως η Κέλι απείλησε να μαζέψει τα πράγματά της και να σπάσει το συμβόλαιό της με την εταιρία, της επέτρεψαν να λάβει μέρος στην ταινία.

2001 – Στέλιος Καζαντζίδης, Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία Αττικής και ήταν γιος του Χαράλαμπου Καζαντζίδη με καταγωγή από τα Κοτύωρα (σημ. Ορντού) του Πόντου και της Γεσθημανής (Χατζίδαινας) με καταγωγή από την Αλάγια της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας. Ο πατέρας του υπήρξε χτίστης στο επάγγελμα και στα χρόνια της κατοχής οργανώθηκε στις τάξεις του ΕΛΑΣ και δούλεψε για την Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Στα χρόνια του εμφυλίου (1947) δολοφονήθηκε από παρακρατικούς αντικομμουνιστές.
Ο έφηβος Καζαντζίδης (13 ετών) αναγκάστηκε να εργαστεί σε διάφορες δουλειές.
Ο πρώτος άνθρωπος που εκτίμησε τη φωνή του ήταν κάποιο αφεντικό του, που καθώς τον άκουσε την ώρα της δουλειάς στο εργοστάσιο Έσπερος, του χάρισε μια κιθάρα. Δάσκαλος του Καζαντζίδη υπήρξε ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης.
Στα 1952, ο Καζαντζίδης κάνει το δισκογραφικό ντεμπούτο του με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα. Το τραγούδι αυτό έφερε τον τίτλο “Για μπάνιο πάω”. Ήταν ένα τραγούδι γραμμένο για τον καύσωνα που επικρατούσε εκείνο το καλοκαίρι στην πρωτεύουσα. Ο δίσκος δεν πούλησε γιατί μιμήθηκε τη φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη και η καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη θα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει. Αυτός που μετά τον Χρυσίνη αντιλήφθηκε τις δυνατότητες της φωνής του ήταν ο συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου. Το τραγούδι του Οι βαλίτσες γίνεται μεγάλη επιτυχία και το φαινόμενο Καζαντζίδης αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Ακολουθούν συνεργασίες με Χιώτη, Μητσάκη, Τσιτσάνη, Δερβενιώτη, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι κ.α. ενώ σημαντικός είναι και ο αριθμός δικών του συνθέσεων.
Τον Οκτώβρη του 1965, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και Μανώλης Αγγελόπουλος προετοιμάζουν συναυλίες, που τελικά δεν θα πραγματοποιηθούν, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Καζαντζίδης πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις σε κέντρα. Αιτία είναι η αποστροφή του για την κατάσταση που επικρατούσε στα νυχτερινά κέντρα. Χαρακτηριστικά η Μαρινέλλα αναφέρει πως μόνο στο μαγαζί που ο Καζαντζίδης δούλευε απαγορευόταν (από τον ίδιο φυσικά) οι τραγουδίστριες να κάθονται στα τραπέζια των εύρωστων οικονομικά πελατών. Η αποχώρηση του Καζαντζίδη από το πάλκο, «…αποτελεί την πιο δραματική μορφή σιωπηλής διαμαρτυρίας απέναντι σε ένα αμείλικτο σύστημα διαπλοκής από νεόπλουτους θαμώνες, αφεντικά της δισκογραφίας και μπράβους της νύχτας…».
Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα και τον ποδοσφαιριστή Μίμη Παπαϊωάννου φτάνουν στη Γερμανία για συναυλίες. Η υποδοχή που τους επιφυλάσσουν οι ομογενείς είναι συγκινητική. Μαζί τους ο νεαρός -τότε- δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Χρήστος Νικολόπουλος. Την ίδια εποχή ο Καζαντζίδης και ο Χρήστος Κολοκοτρώνης (μουσική και στίχους αντίστοιχα) δημιούργησαν τον ύμνο της ΑΕΚ που ερμήνευσε ο Παπαϊωάννου: “Νικήστε, νικήστε”.
Είχε προηγηθεί στα 1959 δικαστική διαμάχη του Καζαντζίδη με την δισκογραφική εταιρεία COLUMBIA, με αφορμή τις μεγάλου μεγέθους πωλήσεις του τραγουδιού “Μαντουμπάλα”, πωλήσεις ρεκόρ, που την εποχή εκείνη άγγιξαν τις 100.000, όταν δεν υπήρχαν ούτε 40.000 πικάπ στην Ελλάδα. Στην άλλη όψη του ίδιου δίσκου περιλαμβάνεται το “Δυο πόρτες έχει η ζωή”, σε μουσική του ίδιου του Καζαντζίδη και στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Παρά τις χωρίς προηγούμενο πωλήσεις και τη στιγμή που η εταιρεία έβγαζε εκατομμύρια από το συγκεκριμένο δισκάκι, ο ίδιος ο τραγουδιστής πήρε λιγότερες από 1000 δραχμές. Αυτό συνέβη καθώς οι τραγουδιστές τότε πληρώνονταν ένα εφάπαξ ποσό για τον κάθε δίσκο και δεν λάμβαναν ποσοστά από τις πωλήσεις. Στον Καζαντζίδη χρωστούν πολλά οι σύγχρονοι τραγουδιστές, αφού πρώτος αυτός διεκδίκησε για τον κλάδο του ποσοστά και η προσπάθειά του είχε θετικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τον Ζαμπέτα με μια κίνηση ο Καζαντζίδης “καθάρισε για όλο το συνάφι”.
Στα 1969 αποφασίζει να αποσυρθεί προσωρινά από τη δισκογραφία. Λίγο πριν ήταν που έκανε και την προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία, την “STANDAR” αλλά τα κατεστημένα συμφέροντα και η λογοκρισία στα χρόνια της Χούντας των Συνταγματαρχών δεν τον αφήνουν. Όπως χαρακτηριστικά έχει πει ο ίδιος, από την επιτροπή λογοκρισίας κόπηκε το 90% των τραγουδιών με βαρύ περιεχόμενο και μάλιστα τραγούδια όχι πολιτικά αλλά λαϊκά και ερωτικά.
Μετά τη μεταπολίτευση κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Στην Ανατολή», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Περιελάμβανε σπουδαία τραγούδια, όπως τα «Άπονες Εξουσίες», «Και δεν μίλησε κανείς», «Στην Ανατολή», ένας από τους καλύτερους δίσκους σύμφωνα με τον Μ.Θεοδωράκη που μποϋκοταρίστηκε. Το 1975 ήρθε το «Υπάρχω», σε συνεργασία με τους Νικολόπουλο και Πυθαγόρα. Τα τραγούδια που κυκλοφορούν πρώτα ως σαρανταπεντάρια ξεπουλάνε ενώ και ο LP δίσκος έχει ξεφύγει σε πωλήσεις μέχρι σήμερα. Ακολουθεί η δωδεκαετής “αποχή” του Καζαντζίδη για λόγους συγκρουσιακούς με την δισκογραφική του εταιρία. Στην πιο μεστή και δυνατή δισκογραφική στιγμή της καριέρας του ο Καζαντζίδης αποσύρεται και από τις ηχογραφήσεις. Η κόντρα του με τη Μίνος έλαβε πανελλήνιες διαστάσεις. Το 1986 με ειδική νομοθετική ρύθμιση καταργήθηκαν οι ισόβιες συμβάσεις στην Ελλάδα. Ο επόμενος δίσκος με τίτλο «Στον δρόμο της Επιστροφής», ξεπερνά σε πωλήσεις – μόνο στην ελληνική αγορά- τις 400.000 χιλιάδες. Το 1988 απεβίωσε η μητέρα του, Γεσθημανή. Γεννιέται ο ιστορικός “Ελεύθερος” στην Polygram. Οι επόμενοι δίσκοι του γίνονται χρυσοί και πλατινένιοι κάνοντας ρεκόρ πωλήσεων.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, τραγούδησε δημιουργίες μεγάλων συνθετών (Μάνος Χατζιδάκις, Άκης Πάνου, Γιάννης Παλαιολόγου, Απόστολος Καλδάρας, Μανώλης Χιώτης, Μίκης Θεοδωράκης, Θοδωρής Δερβενιώτης, Νάκης Πετρίδης, Χρήστος Λεοντής, Τάκης Σούκας, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Μπάμπης Μπακάλης, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιώργος Μητσάκης, Βασίλης Τσιτσάνης, Σταύρος Ξαρχάκος, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Παπαϊωάννου, Γιώργος Ζαμπέτας κ.ά.) και στιχουργών (Κώστας Βίρβος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Τάσος Λειβαδίτης, Δημήτρης Χριστοδούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Πυθαγόρας, Σώτια Τσώτου, Χρήστος Κολοκοτρώνης, Ευάγγελος Ατραΐδης, Βάντα Κουτσοκώστα, Νίκος Λούκας, Λευτέρης Χαψιάδης, Χαράλαμπος Βασιλειάδης κ.α.)
Το 1982 παντρεύτηκε με τη Βάσω Κατσαβού.
Απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου του 2001, σε ηλικία 70 ετών, μετά από πολύχρονη αντιμετώπιση του καρκίνου. Ο Καζαντζίδης είχε αρνηθεί να γίνει η κηδεία του δημοσία δαπάνη. Η ταφή του έγινε στο Νεκροταφείο της Ελευσίνας, πλάι στον τάφο της μητέρας του Γεσθημανής, όπως το επιθυμούσε ο ίδιος, ενώ η κηδεία του εξελίχθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Μέχρι σήμερα ιδρύονται σύλλογοι για αυτόν και πολλοί δρόμοι φέρουν το όνομα του.

 

 

 

2019 – Τάκης Σπυριδάκης. Ο Τάκης Σπυριδάκης γεννήθηκε στην Αίγινα και μεγάλωσε στον Πειραιά, όπου πήγε και σχολείο. Εργάστηκε από μικρός σε διάφορες δουλειές (πήγαινε σε νυχτερινό γυμνάσιο). Παρακολουθούσε συχνά κινηματογραφικές ταινίες, χωρίς όμως να έχει εξαρχής προσανατολιστεί προς το επάγγελμα του ηθοποιού. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, την οποία εγκατέλειψε λίγο πριν το τέλος.
Έχει συμμετάσχει σε 13 ταινίες ενώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο πραγματοποίησε το 1994 με την ταινία “Ο Κήπος του Θεού”, της οποίας έγραψε και το σενάριο. Η ταινία τιμήθηκε με 7 κρατικά βραβεία ποιότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Ο Σπυριδάκης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη ερμηνεύοντας έναν από τους πρωταγωνιστές της ταινίας “Γλυκιά Συμμορία”, σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαΐδη (1983). Για την ερμηνεία του εκείνη απέσπασε το ειδικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τον ίδιο χρόνο. Αξιοσημείωτη ήταν και η δεύτερη συμμετοχή του, στη “Λούφα και Παραλλαγή” του Νίκου Περάκη (1984). Ακολούθησαν η “Πρωινή Περίπολος” (Νίκος Νικολαΐδης, 1986), “Προστάτης Οικογένειας” (Νίκος Περάκης, 1997), “Αυτή η Νύχτα Μένει” (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 1999), “Μαύρο Γάλα” (Νίκος Τριανταφυλλίδης, 1999), “Κανείς δεν χάνει σε Όλα” (Διονύσης Γρηγοράτος, 2000), “Φτηνά Τσιγάρα” (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2000), “Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου” (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 2002), “Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο” (Νίκος Περάκης, 2005), “Ισοβίτες” (Θόδωρος Μαραγκός, 2008) και “4 Μαύρα Κοστούμια” (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2009).
Το 1989 ο Σπυριδάκης έγραψε και σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους “Βέρα Κρουζ”, που απέσπασε το 1ο βραβείο καλύτερης ταινίας στο αντίστοιχο Φεστιβάλ, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και βραβεύτηκε από το Εθνικό Κέντρο Ταινιών της Γαλλίας, το 1990. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια πρωταγωνιστούσε στο θέατρο, στο έργο του Γιάννη Τσίρου “Άγριος Σπόρος”, στο θέατρο Επί Κολωνώ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη. Συμμετείχε, επίσης, σε διαφημίσεις για εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, στην οποία υποδυόταν τον πρόεδρο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας.[εκκρεμεί παραπομπή]
Ο Σπυριδάκης έκανε δύο γάμους. Ο πρώτος έγινε όταν ήταν περίπου 20 χρονών και διήρκεσε μόλις έξι μήνες, ενώ ο δεύτερος κράτησε 20 χρόνια, από τον οποίο το ζευγάρι απέκτησε δυο κόρες. Απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου 2019 σε ηλικία 61 ετών από καρκίνο.

 

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories