20 Αυγούστου 2022

Το Αγρίνιο και ο Κώστας Χατζόπουλος

Περιπέτειες προτομής
Το Αγρίνιο και ο Κώστας Χατζόπουλος

  • έγραψε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος
    • έτος 1963

 

Το Αγρίνιο είναι μια πολιτεία που ανεβαίνει. Χτισμένο σε πλουτοφόρα απλωσιά, σε σταυροδρόμι, ανάμεσα στη βορεινή και στη μεσημβρινή Ελλάδα, πέρασμα για το Καρπενήσι από τη μια μεριά, για την Ήπειρο και την Κέρκυρα από την άλλη, ολοένα , ολοένα και με γοργότερο ρυθμό μεγαλώνει. Συναγωνίζεται την Αθήνα σε οικοδομικό οργασμό, αν κρατηθούν, φυσικά, οι αναλογίες. Κάθε μέρα και περισσότεροι συρρέουν εκεί όσοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο γη. Χωριό άλλοτε, κωμόπολη αργότερα, λογαριάζεται σήμερα με σαράντα χιλιάδες ψυχές. Μαζί με τη Λαμία, που τόσο ικανοποιητικά αναπτύσσεται , πάει να σχηματίσει τη δίδυμη καρδιά της Ρούμελης.  Αλλ΄ ενώ η Λαμία είναι μια όμορφη πολιτεία, το Αγρίνιο μένει ακόμα ένα μεγάλο χωριό. Η ρυμοτομία του εκφράζει το χάος. Και όχι κατά τον τόπο που δημιουργεί τη γραφικότητα. Η κεντρική του πλατεία είναι ένας ανοιχτός χώρος απεριποίητος. Και αν έλειπε το «Πάρκο Παπαστράτου», στην έξοδο της πολιτείας, προς το βοριά, δεν θα έβρισκε κανείς που να αποθέσει τη ρεμβαστική του διάθεση. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να  γίνουν πολλά. Και ο πόθος δεν λείπει. Λείπουν τα μέσα. Και όπου υπάρχουν τα μέσα απουσιάζει ο σωστός προσανατολισμός. Στο βάθος πρόκειται για εκείνο το «Μη χάνεσαι!» σύμβολο του νεοελληνικού κόσμου και πρώτα και τώρα, που υπήρξε το θέμα ενός προγενέστερου μου άρθρου. Πρόκειται για την αέναη ροπή προς την αναβολή, που απαλλάσσει από την άμεση ευθύνη, και για την αποθέωση της εκκρεμότητας. Όλα στον τόπο τούτο, και όχι μόνο στο Αγρίνιο, και αν όχι όλα, για να είμαστε δίκαιοι, τα περισσότερα εκκρεμούν. Τα σχέδια γίνονται με πολλή ευκολία. Οι πραγματοποιήσεις αργοπορούν. Είμαστε ένας λαός αναποφάσιστος, όταν μάλιστα πρόκειται να εξυπηρετηθούν γενικότερα συμφέροντα. Ο ένας αναθέτει το βάρος της ευθύνης στον άλλο.

 

Το Αγρίνιο και η ολόγυρη περιοχή έχει προσφέρει στην εθνική μας ιστορία σημαντικές προσωπικότητες. Ανάμεσά τους την πρώτη θέση, φυσικά, κατέχει, ο Κώστας Χατζόπουλος, ο ποιητής, ο πεζογράφος, ο μελετητής, ο μεταφραστής σημαντικών ξένων έργων, αυτή η άγρυπνη συνείδηση, που έφερε κάτι από τον αέρα του άλλου κόσμου στα γράμματά μας. Ήταν πολύ φυσικό να θελήσουν να τιμήσουν τον Κώστα Χατζόπουλο οι Αγρινιώτες, ευθύς μόλις ένιωσαν ότι το χωριό Αγρίνιο μεταμορφώνονταν σε πολιτεία και ότι ακόμα «πολιτεία» δεν θέλει να πει πολλά σπίτια, αλλά και κάτι πολύ περισσότερο. Μερικοί καλλιεργημένοι άνθρωποι ίδρυσαν έναν επώνυμο σύλλογο, με πρόεδρο αναντικατάστατο τον κ. Γ. Μπούκαρη, λαμπρό επιστήμονα και καλοπροαίρετο επίκουρο κάθε αγαθής προσπάθειας. Ο σύλλογος συμμάζωξε στους «κόλπους» του, έτσι έγραφαν άλλοτε , τους άξιους να δημιουργήσουν πνευματική κίνηση. Οργάνωσε διαλέξεις. Έφερε κι από την Αθήνα να μιλήσουν. Αισθάνομαι πολλή συγκίνηση, όταν αναπολώ τις θερμές ώρες που πέρασα μπροστά σε πυκνά και πρόθυμα ακροατήρια, εκείνη την ψυχική επαφή ανάμεσα στον ομιλητή και στα ευρύτερα στρώματα του κοινού της πολιτείας, που την αποκαθιστούσε η πρώτη ματιά, η πρώτη λέξη. Βρήκα ένα κόσμο ικανό να γευθεί τις υψηλότερες χαρές του στοχασμού και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ένα κόσμο που φλέγεται για το καλύτερο. Έτσι περίπου συμβαίνει σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Αλλά το φαινόμενο παρουσιάζεται σε κάποιους τόπους εντονότερο. Στους τόπους τούτους πρέπει να συγκαταριθμούμε, χωρίς καμία πρόθεση φιλοφρονήματος και το Αγρίνιο.

 

Έγινε ο σύλλογος έκαμαν και μια καλή προτομή  του Κώστα Χατζόπουλου, έργο του Κλ. Λουκόπουλου. Πάνε χρόνια από τότε. Το δημοτικό συμβούλιο στοχάσθηκε, πως έπρεπε να τη στήσει σε τόπο συνδεόμενο με τη μνήμη του τιμώμενου. Πολύ σωστά. Μπροστά στο σπίτι όπου έζησαν οι Χατζόπουλοι και όπου, ας σημειωθεί και τούτο, δεν εγεννήθηκε ο Κώστας Χατζόπουλος, ανοίγεται πλατεία μακρόστενη και αρκετά ευρύχωρη. Έστησαν την προτομή στο επάνω μέρος της πλατείας, έγιναν πανηγυρικά τ’ αποκαλυπτήρια, έγραψαν οι εφημερίδες, όλα πήγαν καλά. Το Αγρίνιο είχε τιμήσει, και στον κατάλληλο τόπο, και με τον προσήκοντα τρόπο, τον σημαντικότερο πνευματικό ήρωα του. Αλλά αργότερα, το δημοτικό συμβούλιο στοχάσθηκε πάλι, πως έπρεπε να φροντίσει και για την ανακούφιση των ταλαιπωρημένων περαστικών. Πολύ σωστά επίσης. Και βάλθηκε να κατασκευάσει βεσπασιανή στην πλατεία Χατζοπούλου. Και βάλθηκε να κατασκευάσει βεσπασιανή στην πλατεία Χατζοπούλου. Και άνοιξε την κάθοδό της τσίμα – τσίμα στη ράχη της προτομής. Βέβαια, είναι ένα πολύ προχωρημένο βήμα πολιτισμού ν’ αναθέτωνται τα λεπτά καθήκοντα φρουρού των  βεσπασιανών σε πνευματικούς ανθρώπους.

 

Μήπως τα ίδια καθήκοντα δεν έχει αναλάβει και στην Αθήνα στην οδό Κυδαθηναίων, ο Δ. Γρ. Καμπούρουγλου; Αλλ΄εκείνος ήταν τόσο φιλαθηναίος, ώστε είναι φυσικό να αποδέχεται τα πάντα, αρκεί ν’ ανήκουν στην Αθήνα και στους Αθηναίους με καλοπροαίρετη διάθεση. Ως προς το Αγρίνιο όμως τα πράγματα πήραν άλλο δρόμο. Γιατί έφτασε από τη Στοκχόλμη ένα καλοκαίρι, είπαμε, βρισκόμαστε στην Ελλάδα, στην αιώνια Ελλάδα, πράγμα που θέλει να πει, πως εδώ πέρα τα πάντα διαιωνίζονται, η κ. Σέντα Σλέερ, μόνη κόρη, μόνη απόγονος του Κώστα Χατζόπουλου, πρόσωπο με αναπτυγμένη ευαισθησία και υψηλή καλλιέργεια. Είδε την προτομή, είδε και την βεσπασιανή κ’ έφριξε κ’ έβαλε τις φωνές κι έφερε το θέμα στον τύπο κι έγραψαν κι οι αθηναϊκές εφημερίδες πολλά και όλοι είπανε, πως πρέπει κάπου αλλού να μεταφερθεί η προτομή. Θα έλεγε κανείς, πως αυτό το αυτονόητο έχει συμβεί.

Επιθυμώ να πληροφορήσω όχι όσους αγαπούν το έργο του Χατζόπουλου, όσους επιθυμούν να σπουδάσουν τη νεοελληνική πραγματικότητα σ’ ένα από τα χαρακτηριστικότερα φανερώματά της, πως δεν έγινε ποτέ! Το δημοτικό συμβούλιο άρχισε να συνεδριάζει και να μην παίρνει φυσικά απόφαση, γιατί τότε τι συμβούλιο θα ήταν, με θέμα τη μεταφορά της προτομής και την εξεύρεση του νέου κατάλληλου χώρου. Βέβαια η ανάγκη της μεταφοράς δεν αντιμετώπισε πολλές, μολονότι μερικοί, καθώς, έμαθα, υποστήριξαν, πως διατηρείτε τόσο καθαρή η βεσπασιανή, ώστε δεν είχε πάθει τίποτε η προτομή. Άλλωστε είναι γυρισμένη με τη ράχη, όχι με τη μύτη προς την κάθοδό της! Ο νέος κατάλληλος χώρος δυσκόλεψε πολύ περισσότερο τα πράγματα. Σχηματίσθηκε ειδική επιτροπή, από τον Κλ. Λουκόπουλο, τον υπογραφόμενο και άλλα πρόσωπα.

 

Η επιτροπή έπρεπε να συνεδριάσει στο δημαρχιακό κατάστημα, στο Αγρίνιο. Αναβολή στην αναβολή. Γιατί πώς να συμπέσουν εκεί και τα πρόσωπα που κατοικούν στην Αθήνα; Τέλος, έγινε τη βδομάδα της Λαμπρής η συνεδρίαση της επιτροπής. Έλλειπε μόνο ο γλύπτης, που είχε στείλει στο αναμεταξύ γραπτή τη γνώμη του. Η λύση και ήταν και είναι αυτονόητη: Η προτομή πρέπει να μεταφερθεί στο «Πάρκο Παπαστράτου». Ρωτήθηκε μάλιστα και ο Ευάγγελος Παπαστράτος, αν θα είχε αντίρρηση και καθώς ήταν επόμενο εγκολπώθηκε την πρόταση μ’ ενθουσιασμό. Πού αλλού παρά σε ένα μεγάλο και λαμπρό περιβόλι έχει τη θέση του ένας ποιητής; Έτσι δεν γίνεται και στην Αθήνα, όπου και, τώρα δα η προτομή του Moreas, έξοχο έργο του Bourdelle, στυλώθηκε μέσα στον Εθνικό κήπο; Έτσι δεν κάνουν στα Γιάννινα, όπου ίδρυσαν το άλσος των ποιητών; Οι πνευματικοί άνθρωποι της Ιταλίας δεν βρίσκονται στους κήπους του Πίντσιο;

 

Είπε ο κ. Ανδρικόπουλος δημοτικός σύμβουλος και συγγενής του Χατζόπουλου, πως η προτομή πρέπει να πάει στο Πάρκο. Όταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω ένοιωσα πως η ατμόσφαιρα δεν ήταν ευνοϊκή. Άλλος ένας απελπισμένος αγώνας. Δεν πειράζει. Τα περισσότερα μέλη της επιτροπής προτιμούσαν την ανατοποθέτηση της προτομής στην άλλη άκρη της πλατείας, για να μην απομακρυνθεί από το πατρικό του σπίτι ο Χατζόπουλος, ένα σπίτι που γκρεμίστηκε και ήδη ξαναχτίζεται. Είναι και οι περίοικοι κάπου εκατόν εξήντα που ζητούν με αναφορά τους να μην φύγει η προτομή από την πλατεία. Δεν ξέρω αν αυτοί οι εκατόν εξήντα έχουν τόσο στοχαστικά εγκύψει στη σπουδή του έργου του Χατζόπουλου, ώστε δεν εννοούν ν’ αποχωρισθούν τον αγαπημένο τους πνευματικό άνθρωπο. Το πιθανότερο είναι πως αντιστέκονται για λόγους «τοπικισμού». Γιατί ο «ρεζιοναλισμός» δεν αναπτύσσεται, καθώς, φαίνεται, μόνο σε μια περιοχή, μια επαρχία, μια πολιτεία, αλλά και σε μια και μόνη πλατεία.

 

Να πάει λοιπόν στην άλλη άκρη η προτομή! Αλλά στην άλλη υπάρχει περίπτερο. Κι ένας θεός ξέρει, πότε μπορεί να μετακινηθεί ένα περίπτερο. Γιατί η Ελλάδα, για να δείξει την ευγνωμοσύνη της προς όσους πρόσφεραν την αρτιμέλεια τους στους πολέμους της, δεν υιοθέτησε κανέναν από τους σεμνούς τρόπους, που βρήκαν όλα τα έθνη του κόσμου, πολιτισμένα και απολίτιστα. Αλλά τους έκανε πουλιά κατοικίδια, τους έκλεισε σε κλουβιά και τους έστησε στα πεζοδρόμια, κεντρικά και απόκεντρα, ώστε η Αθήνα, ας πούμε, να είναι καταδικασμένη να εμφανίζει την όψη ανατολικού παζαριού και η κυκλοφορία στα κεντρικά σημεία, ολοένα και περισσότερο να δυσχαιρένεται.

 

Ένα από τα μέλη της επιτροπής έκαμε την παρατήρηση, πως, μόλις μετακινηθεί το περίπτερο θα είναι καλά να μπει ο Χατζόπουλος, γιατί σε λίγο η πλατεία θα καταστεί αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων κι έτσι ο κόσμος θα περνάει, θα τον βλέπει και θα τον μαθαίνει. Αντιπαρατήρησα, πως ίσια – ίσια αυτός είναι ένας λόγος ακόμη, που δικαιολογεί τη μεταφορά της προτομής στο Πάρκο. Γιατί δεν είδα σε κανένα μέρος του κόσμου να στήνουν μαρμαρωμένους τους πνευματικούς ανθρώπους στις αφετηρίες των λεωφορείων (εκτός αν κάποιοι είχαν εκεί από χρόνια πολλά βρεθεί και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά· αλλά δεν νομίζω, πως υπάρχει τέτοια περίπτωση). Και γιατί οι αναθυμιάσεις του πετρελαίου και της βενζίνης και οι φωνασκίες των οδηγών και των εισπρακτόρων και τα καλάθια των επιβατών και ο ποικίλος πάταγος που είναι τόσο συνηθισμένος σε τέτοιους τόπους, δεν είναι το αρμόδιο πλαίσιο για τον άνθρωπο που έγραψε «Τα τραγούδια της ερημιάς».

 

Τέλος πάντων! Πολλή είναι η ταλαιπωρία της προτομής του Χατζόπουλου! Στο αναμεταξύ η κ. Σλέερ μου γράφει και μου ξαναγράφει από τη Στοκχόλμη, Της αποκρίνομαι, πως δεν έχω χάσει κάθε ελπίδα. Βέβαια υπάρχουν οι εκατόν εξήντα περίοικοι, δηλαδή εκατόν εξήντα ψηφοφόροι. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Και τους παρακαλώ να κάμουν άλλη «αναφορά στο δήμαρχο» και να του πουν, πως αναθεώρησαν τις απόψεις τους και βρήκαν πως η τοποθέτηση της προτομής στο Πάρκο είναι προτιμότερη από κάθε άλλη λύση. Κι όταν απομακρυνθεί με το καλό, το περίπτερο, δηλαδή ύστερ’ από έναν αιώνα ή κάτι λιγότερο, ο δήμαρχος της εποχής εκείνης θα φροντίσει να στήσει στη θέση, όπου θα έμπαινε η προτομή, ένα μικρό πλαστικό σύμπλεγμα, για να μην απομείνει κανένας παραπονεμένος.

 

Οι περιπέτειες της προτομής του Χατζόπουλου είναι χαρακτηριστικές. Και συλλογίζομαι: είναι τόσο δύσκολο να πάρει, μια και καλή, σ’ ένα τέταρτο, αύριο μεθαύριο, το δημοτικό συμβούλιο την απόφαση να μεταφέρει την προτομή στο πάρκο, να εγκρίνει την μικρή δαπάνη της μεταφοράς και να την πραγματοποιήσει χωρίς χρονοτριβή; Μέσα σε μια εβδομάδα θα μπορούσε να λήξει αυτή η υπόθεση και να μείνει και το περίπτερο στη θέση του. Αλλά λησμόνησα: τέτοιος ρυθμός είναι ριζικά ανθελληνικός. Κι αν έλλειπαν οι εκκρεμότητες, θα μπορούσε να κινδυνεύσει ολόκληρη αυτή η πελώρια εκκρεμότητα, που είναι η Ελλάδα.

 

 

 

Πηγή: Εφημερίδα «Ελευθερία», Κυριακή 26 Μαΐου 1963, αρ. φύλλου 5.734, σελ. 1 και 10
Φωτογραφία: Η προτομή του Κώστα Χατζόπουλου που φιλοτέχνησε ο Θερμιώτης γλύπτης Κλέαρχος Λουκόπουλος το 1956, έτσι όπως αυτή εκτέθηκε στην Πινακοθήκη του Δήμου Αγρινίου τον Μάιο του 2021 με τον γενικό τίτλο «Μνήμη Κ. Χατζόπουλου»

AgrinioStories