Kreuzotter | Η τελευταία εκκαθάριση



Λευτέρης Τηλιγάδας

|

Kreuzotter: Η τελευταία μεγάλη ναζιστική εκκαθάριση στη Ρούμελη


Τον Αύγουστο του 1944, λίγο πριν από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, χιλιάδες στρατιώτες κινήθηκαν από τη Λαμία, το Αγρίνιο και την Άμφισσα προς την Ευρυτανία και τη Φωκίδα. Απέναντί τους βρέθηκαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και ένας άμαχος πληθυσμός που πλήρωσε ξανά το βαρύτερο τίμημα.

Το καλοκαίρι του 1944 ήταν το τέταρτο και τελευταίο καλοκαίρι της Κατοχής. Η γερμανική στρατιωτική μηχανή υποχωρούσε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά στην Ελλάδα εξακολουθούσε να σκοτώνει, να καίει και να λεηλατεί. Τα κατοχικά στρατεύματα, μαζί με τους ντόπιους συνεργάτες τους και τα Τάγματα Ασφαλείας, επιχειρούσαν με συλλήψεις, μπλόκα, εκτελέσεις και μαζικά αντίποινα να λυγίσουν μια αντίσταση που δυνάμωνε στις πόλεις και στα βουνά. Την ίδια ώρα ο σοβιετικός στρατός πλησίαζε τη Ρουμανία και ο κίνδυνος εγκλωβισμού των γερμανικών μονάδων στην Ελλάδα γινόταν ορατός. Η αποχώρηση προς τον βορρά ήταν πλέον θέμα χρόνου. Πριν φύγουν, όμως, οι κατακτητές ήθελαν να κρατήσουν ανοιχτό τον οδικό και σιδηροδρομικό άξονα Αθηνών-Θεσσαλονίκης και να χτυπήσουν την καρδιά της ελεύθερης ορεινής Ελλάδας.

Σε αυτό το πλαίσιο σχεδιάστηκε η επιχείρηση «Kreuzotter», δηλαδή «Έχιδνα», μία από τις τελευταίες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των ναζιστικών δυνάμεων στη χώρα. Στόχος ήταν ο κεντρικός ορεινός όγκος της Ρούμελης, με ιδιαίτερο βάρος στην Ευρυτανία. Για τους Γερμανούς επιτελείς η περιοχή αποτελούσε «το προγεφύρωμα του μπολσεβικισμού στην Ελλάδα». Δεν ήταν μια τυχαία διατύπωση. Στο Καρπενήσι βρισκόταν η 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ, στη Βίνιανη η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, στις Κορυσχάδες είχε συνεδριάσει το Εθνικό Συμβούλιο και στο Κερασοχώρι βρισκόταν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Η επίθεση, επομένως, είχε διπλό σκοπό: να διαλύσει τις αντάρτικες δυνάμεις και να συντρίψει το πολιτικό κέντρο της λαϊκής εξουσίας που είχε συγκροτηθεί στα βουνά.
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην κεντρική Ρούμελη ήταν σημαντικές, όχι όμως ισότιμα εξοπλισμένες με τον αντίπαλο. Η 13η Μεραρχία, με διοικητή τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Τσαμάκο και καπετάνιο τον Θεόδωρο Καλλίνο, αριθμούσε περίπου 3.500 άνδρες. Στη δύναμή της ανήκαν το 42ο Σύνταγμα Δυτικής Φθιώτιδας-Δομοκού, το 36ο Σύνταγμα Λοκρίδας, το 52ο Σύνταγμα Ανατολικής Φθιώτιδας και ο στολίσκος του ΕΛΑΝ στον Μαλιακό. Ενισχύσεις αναμένονταν από το τάγμα του Γενικού Στρατηγείου, τη Σχολή Αξιωματικών της Ρεντίνας, μονάδες της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Στην Παρνασσίδα δρούσε επίσης η εμπειροπόλεμη 5η Ταξιαρχία Αττικοβοιωτίας, με περίπου 2.000 μαχητές. Ήταν ένας στρατός με πλούσια πολεμική εμπειρία και αυξημένη αυτοπεποίθηση, αλλά με εμφανείς ελλείψεις σε βαρύ οπλισμό και εφόδια.

Απέναντί του οι Γερμανοί παρέταξαν επίλεκτες και σκληραγωγημένες μονάδες. Κύρια δύναμη από την πλευρά της Λαμίας ήταν το 18ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών SS, δύναμης 4.800 ανδρών, που είχε πολεμήσει στο Λένινγκραντ και στη Φιλανδία και είχε μεταφερθεί στην Ελλάδα το 1943. Το συνέδραμαν το 21ο Σύνταγμα Κυνηγών της Luftwaffe, Ιταλοί εθελοντές και το 845ο γερμανοαραβικό τάγμα. Από το Αγρίνιο θα κινούνταν το 8ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων SS και τμήματα της 104ης Μεραρχίας Ορεινών Κυνηγών. Το σχέδιο προέβλεπε δύο κύριες λαβίδες, από τη Λαμία και το Αγρίνιο, οι οποίες θα συναντιούνταν στο Καρπενήσι μέσα σε τέσσερις ή πέντε ημέρες και στη συνέχεια θα προωθούνταν προς τη Βίνιανη, το Κερασοχώρι και τα Άγραφα. Μία ακόμη δύναμη από την Άμφισσα θα επιχειρούσε προς το Λιδωρίκι και τον ορεινό όγκο της Γκιώνας και των Βαρδουσίων.

 

 

Η επίθεση είχε ήδη προαναγγελθεί από το αίμα των προηγούμενων μηνών. Μονάδες του 7ου Συντάγματος Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων SS, που συνδέονταν με τις σφαγές της Κλεισούρας και του Διστόμου, είχαν χτυπήσει επανειλημμένα τη δυτική Φθιώτιδα. Στις 11 και 12 Μαΐου είχαν προκαλέσει καταστροφές στη Σπερχειάδα, στις 17 Ιουνίου είχαν πυρπολήσει την Υπάτη και την επόμενη ημέρα επέστρεψαν στη Σπερχειάδα για τον ολοκληρωτικό εμπρησμό της. Η «Kreuzotter» ήταν συνέχεια μιας μεθοδικής πολιτικής τρόμου, που αντιμετώπιζε τα χωριά ως συλλογικά ενόχους επειδή στήριζαν ή απλώς βρίσκονταν κοντά στους αντάρτες.

Οι γερμανικές φάλαγγες ξεκίνησαν από τη Λαμία στις 7 Αυγούστου. Περίπου 7.000 άνδρες κινήθηκαν δυτικά, με το ένα τμήμα προς Μακρακώμη, Βίτωλη, Πτελέα και Άγιο Γεώργιο και το άλλο προς Σπερχειάδα, Παλαιοβράχα, Λευκάδα και Πίτσι. Η προέλαση άφηνε πίσω της νεκρούς και καμένα σπίτια. Στις 7 Αυγούστου πυρπολήθηκε η Μακρακώμη και εκτελέστηκαν 16 άμαχοι. Την επόμενη ημέρα οι Γερμανοί έκαψαν στη Σπερχειάδα ό,τι είχε γλιτώσει από τον εμπρησμό του Ιουνίου και σκότωσαν 22 ανθρώπους. Ακολούθησε η καταστροφή του χωριού Τυμφρηστός. Στις 9 Αυγούστου οι φάλαγγες μπήκαν στο Καρπενήσι, το πυρπόλησαν και δολοφόνησαν 17 κατοίκους.

 

 

Η στρατιωτική κίνηση προς την Ευρυτανία εξελισσόταν ταυτόχρονα σε εκστρατεία τιμωρίας του πληθυσμού. Από το Αγρίνιο περίπου 5.000 Γερμανοί κινήθηκαν σε τρεις άξονες. Το ανατολικότερο τμήμα έφτασε μέσω Θέρμου έως τον Πλάτανο της ορεινής Ναυπακτίας, αλλά αναχαιτίστηκε πριν προχωρήσει προς Δομνίστα, Κρίκελλο και Καρπενήσι. Δεύτερη δύναμη κατευθύνθηκε μέσω Αετόπετρας προς τον Προυσό και το Μεγάλο Χωριό. Η ισχυρότερη φάλαγγα προωθήθηκε προς τον Άγιο Βλάση, τη Χούνη και τα Σίδερα, έκαψε την Ανατολική και τη Δυτική Φραγκίστα και έφτασε στο Καλεσμένο στις 10 Αυγούστου. Από εκεί γερμανικά τμήματα κινήθηκαν προς το Μεγάλο και το Μικρό Χωριό, το Βουτύρο και το Νόστιμο, καταστρέφοντάς τα ολοσχερώς, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις ενώθηκαν με εκείνες που είχαν έρθει από τη Λαμία.

Οι αντάρτες δεν μπορούσαν να ανακόψουν παντού έναν αντίπαλο με τόσο μεγάλη δύναμη πυρός. Υποχωρούσαν μαχόμενοι και ταυτόχρονα χτυπούσαν τις γραμμές ανεφοδιασμού του. Από το Καλεσμένο τα δύο συντάγματα των SS προχώρησαν προς τη Βίνιανη, την οποία κατέλαβαν στις 11 Αυγούστου, και την επόμενη ημέρα απείλησαν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ στο Κερασοχώρι. Εκεί, στο ανώτατο σημείο της γερμανικής προώθησης, η αντίσταση έγινε σφοδρότερη. Οι επιτιθέμενοι ανακόπηκαν και μετά τις 12 Αυγούστου άρχισαν να υποχωρούν. Οι μονάδες από το Αγρίνιο επέστρεψαν στις βάσεις τους έως τις 14 Αυγούστου, ενώ εκείνες που είχαν ξεκινήσει από τη Λαμία υποχωρούσαν προς το Λιανοκλάδι μέχρι τις 16 του μήνα.

Σε όλη τη διάρκεια της επιχείρησης ο ΕΛΑΣ προσπαθούσε να κόψει τον ανεφοδιασμό και να αποσπάσει δυνάμεις από την κύρια γερμανική προέλαση. Στις 8 Αυγούστου χτυπήθηκαν στρατώνες, αποθήκες και το λιμάνι της Στυλίδας. Ακολούθησαν επιθέσεις στη Βίτωλη, στην Πτελέα, στο Δίλοφο και στον άξονα Πλατύστομο-Μάκρη-Καστρί. Οι γερμανικές αντεπιθέσεις στα μετόπισθεν συνοδεύτηκαν από νέες αγριότητες. Στις 12 Αυγούστου συνελήφθησαν 32 κάτοικοι από το Κλωνί Σπερχειάδας και μεταφέρθηκαν ως όμηροι στις φυλακές της Λαμίας. Στην υποχώρηση, γερμανικές μονάδες έκαψαν την Παλαιοβράχα, καταστρέφοντας σχεδόν 180 σπίτια και δολοφονώντας εννέα κατοίκους. Η εκδίκηση πάνω στους αμάχους λειτουργούσε ως μόνιμο συμπλήρωμα της στρατιωτικής επιχείρησης.

Την ίδια ώρα στη Φωκίδα η 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ έδινε ξεχωριστή μάχη. Στις 5 Αυγούστου λόχος 211 ανδρών του 18ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών SS, κινούμενος από την Άμφισσα προς το Λιδωρίκι, εγκλωβίστηκε στις Καρούτες της Γκιώνας. Έπειτα από πεντάωρη σύγκρουση με περίπου 400 αντάρτες, η γερμανική μονάδα διαλύθηκε. Σύμφωνα με τα στοιχεία του κειμένου, οι Γερμανοί είχαν 97 νεκρούς και 105 αιχμαλώτους, ενώ μόλις εννέα κατάφεραν να διαφύγουν. Ο ΕΛΑΣ έχασε 38 μαχητές και είχε σχεδόν διπλάσιους τραυματίες. Νέα γερμανική προσπάθεια προς το Λιδωρίκι στις 9 Αυγούστου αναχαιτίστηκε, όμως στα τέλη του μήνα οι κατοχικές δυνάμεις επανήλθαν με περίπου 3.000 άνδρες και κατέλαβαν το Λιδωρίκι και το Μαλανδρίνο. Το Λιδωρίκι πυρπολήθηκε στις 30 Αυγούστου.

Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε έπειτα από 26 ημέρες χωρίς να πετύχει τους βασικούς στόχους της. Οι γερμανικές δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν τον ΕΛΑΣ Ρούμελης, ούτε να καταστρέψουν την πολιτική και στρατιωτική δομή της ελεύθερης ορεινής Ελλάδας. Υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στις βάσεις τους, ενώ η Αντίσταση βγήκε από τη σύγκρουση με μεγαλύτερη εμπειρία και αυτοπεποίθηση. Οι αριθμοί των γερμανικών απωλειών διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την πηγή. Τα επίσημα γερμανικά αρχεία αναφέρουν 23 νεκρούς, 112 τραυματίες και 203 αγνοουμένους, μαζί με όσους αιχμαλωτίστηκαν στις Καρούτες. Ο στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ, Στέφανος Σαράφης, έδωσε πολύ υψηλότερο απολογισμό, κάνοντας λόγο για 700 νεκρούς και 1.500 τραυματίες Γερμανούς, ενώ υπολόγισε τις απώλειες των ανταρτών σε περισσότερες από 300.

Πίσω από τους στρατιωτικούς απολογισμούς βρίσκεται η πραγματική έκταση της καταστροφής. Περισσότεροι από 170 άμαχοι εκτελέστηκαν στη διάρκεια της «Kreuzotter», δεκάδες χωριά κάηκαν, χιλιάδες σπίτια καταστράφηκαν, ζώα αρπάχτηκαν και περιουσίες λεηλατήθηκαν. Για όσους κατοίκους δεν πρόλαβαν να διαφύγουν προς τη Γραμμένη Οξυά και τη βόρεια Ευρυτανία, ο Αύγουστος του 1944 σήμαινε φόβο, βασανισμούς, πείνα και θάνατο. Κι όμως, οι ορεινοί πληθυσμοί συνέχισαν να στηρίζουν τις αντάρτικες δυνάμεις με ανθρώπους, τρόφιμα, πληροφορίες και καταφύγιο. Δεν ήταν απλοί θεατές μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο στρατούς. Ήταν μέρος μιας κοινωνίας που αρνήθηκε να παραδώσει τη ζωή και τον τόπο της στον κατακτητή.

Η «Kreuzotter» έμεινε ως μία από τις τελευταίες αιματηρές επιχειρήσεις της Κατοχής, λίγο πριν από την απελευθέρωση. Η αποτυχία της δεν αναιρεί το κόστος της, ούτε επιτρέπει να μετατραπεί η ιστορία σε έναν καθαρό στρατιωτικό θρίαμβο. Η νίκη κρίθηκε στην αντοχή ενός πληθυσμού που έβλεπε τα χωριά του να καίγονται και παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να αντιστέκεται. Οι Γερμανοί κέρδιζαν προσωρινά δρόμους και κωμοπόλεις, αλλά δεν κατάφεραν να ελέγξουν τα βουνά ούτε να διαλύσουν τον κοινωνικό δεσμό που τροφοδοτούσε την Αντίσταση. Στη Ρούμελη του Αυγούστου 1944, ο στρατός κατοχής απέδειξε για ακόμη μία φορά τη βαρβαρότητά του. Οι κάτοικοι απέδειξαν ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται από τις στρατιωτικές ηγεσίες και τις μεταπολεμικές συμφωνίες• κατακτιέται από ανθρώπους που αποφασίζουν να μη γονατίσουν. Η μνήμη αυτών των γεγονότων παραμένει πολιτικό χρέος, επειδή η λήθη αφήνει πάντοτε χώρο στην επιστροφή της βίας και του φασισμού.

 

 


Πηγή: Χρόνης Βάρσος, Eπιχείρηση «Kreuzotter» (Έχιδνα) – Η γερμανική εκκαθάριση τον Αύγουστο του ΄44, αρχείον Αγρινίου, Αύγουστος 2020, Τεύχος 24, σελ.: 23 έψς 26
Φωτογραφία κορυφής: Η καμένη εκκλησία του Αγίου Βλασίου
Πηγή: Διαδίκτυο Βασίλης Σπυρέλης (viva.pblogs.gr)
Έρευνα – Κείμενα: Λ. Τηλιγάδας
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


Περισσότερα από AgrinioStories

Καιρός | Η κανονικότητα ζητάει καταφύγιο

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ 8ῃ Αυγούστου 1915: Ο σταθμός των τριών «Τ» στο Αγρίνιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *