5 Δεκεμβρίου 2022

Καπνικός Σταθμός Αγρινίου – Iστορία (Μέρος 2ο)

Καπνικός Σταθμός Αγρινίου
Ο καπνός ήταν η ταυτότητα της πόλης του Αγρινίου για πάνω από τρεις αιώνες

Η ιστορία του καπνού (Μέρος 2ο)

  • του Ηλία Ντζάνη
  • Πηγή: «αρχείον Αγρινίου», τεύχη 16 και 17
  • Δείτε ΕΔΩ το 1ο Μέρος

Σε όλη τη μακρόχρονη παρουσία της η καπνοκαλλιέργεια στις πιο  πολλές περιοχές της χώρας έχει συνδεθεί με όλα τα εθνικά  και τοπικά ιστορικά γεγονότα και όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των κατοίκων τους. Νομοτελειακά λοιπόν η καπνοκαλλιέργεια, ως κυρίαρχη οικονομικά λόγω της υψηλής οικονομικής προσόδου έναντι των άλλων γεωργικών ενασχολήσεων, σημαδεύει μονοσήμαντα και την πολιτισμική ταυτότητα των κατοίκων στις περιοχές καλλιέργειας και εμπορίας του καπνού, όπως και της πόλης του Αγρινίου, καθώς και όλης της περιοχής.

Ο καπνός, κατά γενική διαπίστωση, δεν  ήταν μία κοινή γεωργική μονοκαλλιέργεια στις περισσότερες καπνοπαραγωγικές περιφέρειες της χώρας. Το ίδιο συμβαίνει και στις μεγαλύτερες εκτάσεις όλων των επαρχιών του νομού Αιτ/νίας, ακόμη και στα ορεινά χωριά όπως της Ναυπακτίας. Ο καπνός αποτελεί το κέντρο-σημείο- αναφοράς για τις κοινωνικές, γαμήλιες, οικογενειακές, πολιτικές και διεπαγγελματικές σχέσεις των κατοίκων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν στο σημείο αυτό τα στοιχεία που υπήρχαν στα Αρχεία του Καπνικού Σταθμού Αγρινίου για την καλλιέργεια στην περιοχή,  που δείχνουν κατά χωριό σε όλη την Ελλάδα την παραγωγή και τον αριθμό των οικογενειών που ασχολούνται με την καπνοκαλλιέργεια. Από τα στοιχεία αυτά και από άλλες πηγές[4] προκύπτει, ότι διαχρονικά πολλές περιοχές της χώρας μας, που σήμερα δεν γνωρίζουν ούτε καν το φυτό του καπνού, όπως Λέσβος, Σάμος, Κρήτη, Κέρκυρα, Μαγνησία, Αργολίδα, κ.λπ., είχαν αναπτύξει σε πολλά χωριά σοβαρή καπνοκαλλιέργεια που στήριζε οικονομικά τις τοπικές κοινωνίες σε πολύ δύσκολες εποχές και σκληρές ιστορικές περιόδους.

 

πηγή: https://agriniomemories.blogspot.com/

 

 

Σε αυτή τη δημιουργική συμβολή του καπνού στην εξέλιξη της χώρας  συνέβαλε αποφασιστικά η μετατροπή ορισμένων πόλεων (Καβάλα, Δράμα, Θεσσαλονίκη, Βόλος κ.λπ.), όπως και της πόλης του Αγρινίου, από ισχυρές -σε διεθνές επίπεδο- ελληνικές καπνεμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, σε κέντρα επεξεργασίας και μεταποίησης του καπνού. Αυτό συμβαίνει κυρίως αμέσως μετά την περίοδο των απελευθερωτικών πολέμων 1912-13 και ιδιαίτερα, μετά το 1922 και την εγκατά-σταση των Ελλήνων προσφύγων από τη Μ. Ασία. (Με την ευκαιρία, θα πρέπει να τονιστεί με έμφαση ότι ο καπνός συνέβαλε τα μέγιστα στην αποκατάσταση των προσφύγων μετά τη μικρασιατική καταστροφή, υπόθεση τεράστια εθνικών και όχι τοπικών διαστάσεων).

Έτσι, όλη η παραγωγή διαφόρων καπνοπαραγωγικών περιοχών και όχι μόνο ενός συγκεκριμένου νομού, αλλά και σοβαρές ποσότητες από άλλες περιοχές της χώρας και του εξωτερικού – ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς και τα συμβόλαια των καπνεμπορικών επιχειρήσεων – επεξεργάζονταν στα «καπνομάγαζα», όπως αποκαλούνταν προπολεμικά τα εργοστάσια επεξεργασίας καπνού στις διάφορες πόλεις και στο Αγρίνιο φυσικά. Το γεγονός αυτό νομοτελειακά οδήγησε και στην ανάπτυξη και εξέλιξη της  εργατικής τάξης, αφού στον τομέα της επεξεργασίας απασχολούνταν μεγάλος αριθμός εργατών. Η εξέλιξη αυτή επέφερε με τη σειρά της και μεταβολές στον παραδοσιακό κοινωνικό ιστό του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Σε ό,τι αφορά στον όγκο και την έκταση της παραγωγής στις διάφορες περιοχές είναι λογικό να έχουν επισυμβεί  σοβαρές διακυμάνσεις, ανάλογες με την επίδραση που έχουν ασκήσει τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της μακρόχρονης αυτής περιόδου και κυρίως οι πολεμικές συγκρούσεις, οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών, τα επαναστατικά και κοινωνικά κινήματα, κ.ο.κ.

 

 

Αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία στην Ελλάδα για τον καπνό δεν έχουμε πριν το 1880. Μέχρι τότε η παραγωγή φαίνεται ότι ποτέ δεν ξεπέρασε τα 2 εκ. χιλιόγραμμα. Από το 1881 με την παραχώρηση της Θεσσαλίας και μέχρι το 1910 η παραγωγή αυξάνεται στα 9 εκ. κιλά, ενώ η επέκταση  του ελληνικού κράτους με τους Βαλκανικούς πολέμους έχει ως επακόλουθο και την αύξηση της παραγωγής στα 32 εκ. κιλά που σημειώνεται το 1920. Καταλυτική όμως επίδραση στην καλλιέργεια και την παραγωγή καπνού, αλλά και την εξέλιξη των κοινωνικών τάξεων και αγώνων, είχε, όπως προαναφέρθηκε, το μεγάλο προσφυγικό ζήτημα που ανέκυψε μετά την καταστροφή του 1922. Η παραγωγή το 1925 ανεβαίνει στα 67 εκ. κιλά, το 1929 τα 79 εκ. κιλά για να φτάσει σε ύψος ρεκόρ παραγωγής το 1936 στα 82 εκ. κιλά απασχολώντας 200.754 παραγωγούς και καταλαμβάνοντας έκταση 1.151 000 στρ. Από τα στοιχεία αυτά καταδεικνύεται η μεγάλη συμβολή του καπνού στην αποκατάσταση των προσφύγων.

Εν κατακλείδι, δεν έφεραν τον καπνό οι πρόσφυγες στην Ελλαδική χερσόνησο, αλλά ο καπνός βοήθησε τους πρόσφυγες να ορθοποδήσουν στις νέες εστίες τους. Άλλωστε μικρός προσφυγικός πληθυσμός προερχόταν από καπνοπαραγωγικά χωριά ή εργαζόταν σε καπνομάγαζα του οθωμανικού κράτους. Οι περισσότεροι ήταν ευκατάστατοι αστοί, μικροαστοί, έμποροι, ή γαιοκτήμονες με άλλες καλλιεργητικές δραστηριότητες. Η ανάγκη της ε-πιβίωσης τούς έκανε καπνοκαλλιεργητές και καπνεργάτες. (Το θέμα αυτό χρήζει ιδιαίτερης ιστορικής και κοινωνικής μελέτης, γιατί, κατά τη γνώμη του γράφοντος, το αίτιο συγχέεται με το αποτέλεσμα και κυρίως γιατί προσεγγίζεται μόνο από την ιδεολογική σκοπιά και όχι από όλες τις πλευρές και τους λοιπούς οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που επηρέασαν τη ριζοσπαστικοποίηση του προσφυγικού πληθυσμού).

Κατά την περίοδο αυτή ανάλογη εξέλιξη έχει και η Αιτ/νία, που το 1936 παράγει 9.775.151 κιλά. Ακόμα και στη διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής και του εμφυλίου η καλλιέργεια συνεχίζεται σε μικρότερη  βέβαια έκταση και με λιγότερο όγκο παραγωγής. Για παράδειγμα κατά το 1946 η παραγωγή στην Αιτ/νία είναι 3.391.412 κιλά, σταθεροποιείται στα 5,6 εκ. κιλά  μέχρι το 1948 για να εκτιναχθεί το 1951, μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, στα 7,7 εκ. κιλά.

 

 

Στη μεταπολεμική περίοδο ο καπνός είναι το σήμα κατατεθέν ελάχιστων πόλεων και περιοχών, όπως φυσικά και του νομού Αιτ/νίας, που καλλιεργεί όλες τις ποικιλίες καπνού αποτελώντας έτσι μία μικρογραφία, ή τον καθρέφτη, της καπνικής Ελλάδας. Ο καπνός τελικά ήταν η ταυτότητα της πόλης του Αγρινίου για πάνω από τρεις αιώνες, αφού ήταν το προϊόν με τη μεγαλύτερη οικονομική πρόσοδο  και έφτασε να απασχολεί μόνο στον πρωτογενή τομέα της παραγωγής ανατολικών ποικιλιών μέχρι και 25.000 οικογένειες, ενώ η καλλιέργεια για αρκετά χρόνια  ξεπερνούσε σε έκταση τα 200.000 στρέμματα (στοιχεία 1984).

Κατά την είσοδο της  Ελλάδας στην ΕΟΚ (1981) στην Αιτ/νία ο αριθμός των παραγωγών/οικογενειών ανέρχεται σε 23.288, η έκταση στα 192. 249 στρ. και η παραγωγή στους 20.146 τόνους. Αξίζει να σημειωθεί, πως το μεγαλύτερο ύψος – ρεκόρ – παραγωγής στο νομό σημειώνεται το 1992, χρονιά που η έκταση έφτασε στα 238.157 στρέμματα και ο όγκος παραγωγής τους 60.645 τόνους, παραγόμενους αποκλειστικά με το τοπικό εργατικό δυναμικό, χωρίς δηλ. μεταναστευτικά χέρια.

Την ίδια περίοδο δραστηριοποιούνται στην περιοχή πάνω από 25 καπνεμπορικές επιχειρήσεις, πράγμα που θα πρέπει να εκτιμηθεί για τη σωστή ερμηνεία της ανόδου των τιμών, που διαπιστώνονται την ίδια χρονιά. Γενικά, κατά την περίοδο 1980-2004 ο όγκος παραγωγής καπνού στην Αιτ/νία είναι ίσος, ή και ξεπερνά λίγο, την παραγωγή καπνού όλης της Γαλλίας, ενώ η  συνολική παραγωγή της Ελλάδας για πολλά χρόνια υπερβαίνει τους 120.000 τόνους με μ.ο. εξαγωγών τους 105.000 τόνους ετησίως.

 

Η συνέχεια ΕΔΩ


AgrinioStories