2 Ιουλίου 2022

Ιωάννου Μηλιάδη: Ανασκαφή Αγρινίου – Ενότητα 2β

Τρία ακριβώς χιλιόμετρα πρός ΒΔ. του σημερινού Αγρίνιου,
αριστερά της δημοσίας οδού της φέρουσης εις Κραβασαράν,
εκτείνεται ο χώρος του αρχαίου Αγρίνιου.

 

  • του Ιωάννη Μηλιάδη

Προς το κέντρον της πεδιάδος ην κατείχεν η πόλις ανεσκάφησαν και άλλα θεμέλια οικιών 25μ.Χ16μ. (είκ. ανάρτησης) Εις την δυτικήν πλευράν υπάρχει πλακόστρωτον προαύλιον 4.80 X 5.20 μ. (είκ. 4 α), το όποιον όμως θά έξετείνετο, ώστε να περιλαμβανη ή και το όπισθεν είς απόστασιν 2 μ. αποκαλυφθέν φρέαρ. Τούτο (β) έχει άνοιγμα 0,75μ. καθαρισθέν δέ εντελώς παρουσίασεν ωραίον εκ πλακωτών λίθων εσωτερικόν τοίχωμα και εις βάθος 7μ. δροσερόν και γευστικόν ύδωρ. Τα όμβρια ύδατα απωχετεύοντο εκ του πλακόστρωτου προαυλίου δια υδροσωλήνος σωθέντος εις μήκος 4μ., έτερος δε υδροσωλήν παρετηρήθη έξω, του ακρινού προς ανατολάς δωματίου (γ)’ κεραμίδες ήμικυλινδρικαι μήκους 1μ. στενωτεραι προς τα κάτω, ώστε να εισέρχωνται εις την ακόλουθον, επιτιθέμενοι μία επί τής άλλης, ώστε αντικρύζωνται τα κοίλα αυτών μέρη, άπετέλουν τούς υδροσωλήνας τούτους ανοίγματος 0,17μ. (είκ 6).

Τρίτος τοιούτος σωλήν παρουσιάσθη μεταξύ των θεμελίων δυο διαμερισμάτων, ήτο δε ακάλυπτος, απλούς δηλαδή αύλαξ διά ημικυλινδρικών κεραμίδων κατεσκευασμένος (δ). Το πλάτος του είνε μεγαλύτερου, 0.55μ. επειδή δέ εις τήν θέσιν εις την οποίαν ευρίσκετο, εις επίπεδον υψηλότερου κατά έν περίπου μέτρον των άλλων και εις την ανωτάτην επιφάνειαν των θεμελίων φαίνεται ότι ήτο προωρισμένος να δέχεται ύδατα καταπίπτοντα εκ της στέγης, είνε πολύ πιθανόν ότι μεταξύ των δύο διαμερισμάτων, άτινα και εκ των θεμελίων φαίνεται ότι δεν συνήπτοντο, υπήρχεν ύπαιθρος χώρος 0,55μ. Είνε γνωστά, άλλωστε, και άλλα τοιαύτα παραδείγματα.

Ευρέθησαν πλήθος οστράκων οικιακών αγράφων αγγείων και στόμια μεγάλων πίθων αρκετά καθώς και θραύματα κεραμίδων. Τρεις έως τέσσαρες καλυπτήρες εμποιούν εντύπωσιν διότι έχουν μήκος 0,50μ. και πάχος 0,04μ. Εις το ακρινόν προς ανατολάς δωμάτιον ευρέθη εις το μέσον πίθος καταχωσμένος εις το έδαφος, εις το παραπλεύρως δε εκατοντάς περίπου «σφονδυλίων» διαφόρων μεγεθών εκ του αυτού πηλού, άναμίξ κωνικών καί πυραμιδοειδών, διατρήτων καί μη, άτινα ήσαν εκεί ως άποθηκευμένα προς πώλησιν. Εις άλλο δωμάτιον εύρέθη μικρόν πήλινον ειδώλιον κάκιστης διατηρήσεως, του οποίου μόλις διακρίνεται παράστασις. Πρόκειται περί ειδωλίου γυμνής γυναικός, ήτις διά της μιας χειρός πιέζει τον μαστόν, ενώ την άλλην εκτείνει προ των σκελών.

Το κυριώτερον όμως εύρημα της μέχρι τούδε ερεύνης είνε κατά το κέντρον περίπου της πόλεως αποκαλυφθείσα στοά ήτις φερομένη από προς ακριβώς, ήτο ανοικτή προς Δ., έβλεπε, δηλαδή, προς τον λόφον της ακροπόλεως. (εικών 7).

Το όλον οικοδόμημα έχει μήκος 72 περ. μέτρων, υπόστεγος όμως χώρος ήτο μικρότερος αντικρύζων μίαν σειράν εξ ένδεκα δωματίων τετραγωνικών σχεδόν και ίσων μεταξύ τους, διαστάσεων 4.80Χ4.70μ. πλήν τού έκτου, τού μεσαίου δηλαδή, τό όποιον ήτο κατά τό ήμισυ σχεδόν ευρύ, δηλ. 2.55Χ4.70μ. Κατά τάς έξωτερικάς πλευράς τών δύο ως άνω ακρινών δωματίων, τού πρώτου καί τού τελευταίου, υπάρχει θεμέλιον φερόμενον εξακολουθητικούς και καθέτως προς τό έναντι θεμέλιον του στυλοβάτου της στοάς. Εικ. 6.

Ο στυλοβάτης εκτείνεται εις απόστασιν 5.75μ. από της προσόψεως των ως άνω ένδεκα δωματίων, σωζόμενος εις μήκος 19 περίπου μέτρων το θεμέλιον του όμως εξακολουθεί καθ’ όλην σχεδόν την έκτασίν του των 53 μέτρων.

Προς Β. εξακολουθητικώς προς την σειράν των ένδεκα δωματίων, υπάρχει και άλλο μεγαλήτερον 6.15Χ4.70μ. το όποιον έμενεν έκτος του υποστέγου, ενώπιον δε αυτού εύρέθη γωνιώδες τι θεμέλιον, πιθανόν βάθρου τινός. Αντιθέτως εις την νοτίαν πλευράν μετά το τελευταίον δωμάτιον του υποστέγου, εκτείνεται μία μεγάλη αίθουσα μήκους 9.85μ. και πλάτους όσον το πλάτος των άλλων δωματίων ομού μετά του πλάτους του υποστέγου. Εις το μέσον περίπου της αιθούσης ταύτης ευρέθη τετράπλευρον θεμέλιον (1.40 Χ1.30μ.) αποτελούμενον εκ τεσσάρων τετράπλευρων λίθων. Επ’ αυτού θα εστηρίζετο -βάθρον τι, ίσως και βωμός. Εις την αυτήν άλλωστε αίθουσαν εύρέθησαν και τρία τεμάχια εκ των γνωστών εκείνων πήλινων περιρραντηρίων άτινα ανεστραμμένα ενθυμίζουν πως αρχαϊκόν έχίνον μετά του άβακος δωρικού κιονοκράνου.

 

Πηγή: Πρακτικά τής ‘Αρχαιολογικής Εταιρείας 1928

AgrinioStories