...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
| Η πρώτη θεσμική αναγνώριση της θυσίας «120» |
«…όπως ευαρεστούμενοι θέσητε υπό την αιγίδα του Δήμου
την τέλεσιν μνημοσύνου υπέρ των σφαγιασθέντων συμπατριωτών μας
υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής»
Από το Σεπτέμβρη του 1944, που ο Ε.Λ.Α.Σ. «μπήκε» αναίμακτα στην πόλη του Αγρινίου, εγκαθίδρυσε την πρώτη ΕΑΜική – Λαϊκή αυτοδιοίκησή της και απέδωσε τις αρμόζουσες τιμές, μέχρι και τις 5 Ιουνίου 1963, που το Δημοτικό Συμβούλιο συζήτησε ξανά το ζήτημα της εκτέλεσης των 120 αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 στο Αγρίνιο, είχαν μεσολαβήσει δεκαεννέα (19) χρόνια κοινωνικής και πολιτικής φοβίας απέναντι στο γεγονός, αφού η οποιαδήποτε υποστηρικτική αναφορά στην ΕΑΜική Αντίσταση και την ιστορία της, ήταν σε θέση να χρησιμοποιηθεί από το κυρίαρχο καθεστώς ως αφορμή κοινωνικού και πολιτικού στιγματισμού με ό,τι αυτό συνεπαγόταν (κοινωνική περιθωριοποίηση, εξορία κ.ά.).
Μετά τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1934, το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου, την Κατοχή και τον Εµφύλιο, κρατικά οργανωμένες εθνικές εκλογές για την ανάδειξη αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά στις 15 Απριλίου 1951. Οκτώ χρόνια μετά πραγματοποιήθηκαν οι Δημοτικές Εκλογές της 5ης Απριλίου του 1959 (είχαν μεσολαβήσει οι αντίστοιχες του 1954), στις οποίες μετείχαν, για το Δήμο Αγρινίου, οι δημοτικές παρατάξεις του Γιώργου Παπαϊωάννου (με έμβλημα τον ήλιο), του Δημήτρη Καπούλα (με έμβλημα το περιστέρι με ένα κλαδί ελιάς) και του Ηλία Σαγεώργη (με έμβλημα τον έλατο). Το εκλογικό σύστημα ήταν η απλή αναλογική, με έμμεση εκλογή του Δημάρχου από το Δημοτικό Συμβούλιο, ψήφισαν 9.059 εκλογείς και εκλέχτηκε ένα 19μελές δημοτικό Συμβούλιο.
Από τον συνδυασμό του Γ. Παπαϊωάννου, που ήρθε πρώτος με 4.090 ψηφοδέλτια, εκλέχτηκαν κατά σειρά και με βάση τον αριθμού των ψήφων προτίμησης που πήρε ο καθένας οι: Γιώργος Παπαϊωάννου, Τασία Βότση, Γ. Βακαλόπουλος, Δ. Σαραντόπουλος, Χριστόφορος Χαβέλλας. Δημήτρης Ανδρικόπουλος, Παναγιώτης Κυλάφης. Πιστιόλας Ευστάθιος, Τσιτσιμελής Κώστας (Τάκης). Μετά την εκλογή του Παπαϊωάννου στη θέση του Δημάρχου, τη θέση του στο όργανο κατέλαβε ο 1ος αναπληρωματικός Κ. Κοντοπάνος.
Από τον συνδυασμό του Δ. Καπούλα, που ήρθε 2ος με 2.916 ψηφοδέλτια εκλέχτηκαν κατά σειρά και με βάση τον αριθμό των ψήφων προτίμησης οι: Δ. Καπούλας, Χρ. Αγγέλης, Γ. Φλώρος, Αντώνης Πάτρας, Γιώργος Σιδέρης και Μπάρλας Στράτος. Και τέλος από τον συνδυασμό του Ηλία Σαγεώργη, που ήρθε 3ος με 2.053 ψηφοδέλτια εκλέχτηκαν κατά σειρά και με βάση τον αριθμό των ψήφων προτίμησης οι: Ηλίας Σαγεώργης, Δ. Μακρής, Απ. Κόκλας και Σωτήρης Σταθόπουλος.
Το πολιτικό περιβάλλον
Η πολιτική συγκυρία που είχε διαμορφωθεί σε ολόκληρη τη χώρα από τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές της 11ης Μαΐου του 1958, οι οποίες, εκτός από το γεγονός της επανεκλογής του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πρωθυπουργία της χώρας με ποσοστό 41, 16%, έφεραν την Ενωμένη Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) στη θέση της αξιωματικής κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης με 79 βουλευτές, διαμόρφωσε ένα κλίμα έντονης αντιδεξιάς κινητικότητας και αναπτέρωσης του ηθικού των αριστερών δυνάμεων.
Η κυβέρνηση αντιλαμβανόμενη τη δυνατότητα να εκφραστεί και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ο συσχετισμός που είχε διαμορφωθεί στη Βουλή, επιχείρησε να αντιμετωπίσει αυτή την περίπτωση με ένα νομοσχέδιο, το οποίο τροποποιούσε το δημοτικό και κοινοτικό κώδικα, κύρια στο σύστημα εκλογής των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων, καθώς και στην εκλογή των δημάρχων. Το νομοσχέδιο προέβλεπε: Έμμεσο σύστημα εκλογής των δημάρχων, απλή αναλογική για την εκπροσώπηση των παρατάξεων στα δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια, ενιαία εφαρμογή του εκλογικού συστήματος σε ολόκληρη τη χώρα, δίχως να εξαιρούνται οι μεγάλοι δήμοι, αλλά ταυτόχρονα, έθετε περιορισμούς στην άσκηση αντιπολιτευτικής πολιτικής από τους δημάρχους, θεσμοθετώντας το δικαίωμα της κυβέρνησης να τους καθαιρεί αν αυτοί «πολιτεύονταν».
Στις εκλογές που ακολούθησαν, σε σύνολο 65 επαρχιακών δήμων και 27 της περιοχής Αθήνας – Πειραιά, οι αντικυβερνητικοί υποψήφιοι πήραν σε 32 την απόλυτη πλειοψηφία, ενώ στο Αγρίνιο, εκλέχτηκε με σχετική πλειοψηφία ο «αντικυβερνητικός», Γιώργος Παπαϊωάννου.[1]
Κατά τη διάρκεια της θητείας του Παπαϊωάννου προκηρύχτηκαν οι εκλογές «βίας και νοθείας» του 1961, όπως έχουν καταγραφεί στη σύγχρονη πολιτική ιστορία, οι οποίες αν και ξανάφεραν στην εξουσία την ΕΡΕ του Καραμανλή, έδωσαν την ευκαιρία στον αρχηγό της Ένωσης Κέντρου, Γιώργο Παπανδρέου, δεκαέξι μέρες μετά τη διενέργεια των εκλογών να κηρύξει τον «Ανένδοτο Αγώνα», «που θα μαίνεται, ώσπου η Δημοκρατία να νικήσει στην Πατρίδα». Τη διακήρυξη αυτή υιοθέτησαν με δηλώσεις τους το ΠΑΜΕ, στο οποίο μετείχε η ΕΔΑ, καθώς και μεμονωμένοι πολιτευτές, όπως ο Παυσανίας Κατσώτας, Ηλίας Τσιριμώκος και ο Ηλίας Μπρεδήμας.
Όλα αυτά στην τοπική κοινωνία διαμόρφωσαν ένα ευνοϊκό κλίμα, ώστε τον Ιούνιο του 1963, ο Γεράσιμος Κυλάφης και ο Αλέκος Πολύζος, εκπροσωπώντας, ο μεν πρώτος το παράρτημα της Πανελληνίου Ενώσεως Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής «Ο Φοίνιξ», ο δε δεύτερος την «Τοπική Επιτροπή Συγγενών Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής», να καταθέσουν από κοινού, στις 23 Μαΐου 1963, ένα αίτημα, για να τεθεί υπό την αιγίδα του Δήμου Αγρινίου η τέλεση του «μνημόσυνου υπέρ των σφαγιασθέντων συμπατριωτών μας υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής».
Το αίτημα είχε όπως παρακάτω:
«Προς τον κ. Πρόεδρον του Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου.
Θέμα: Περί τελέσεως υπό την αιγίδα της Δημοτικής Αρχής μνημοσύνου υπέρ των εκτελεσθέντων συμπατριωτών μας υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής.
Κύριε Πρόεδρε, η Τοπική επιτροπή συγγενών θυμάτων Γερμανικής Κατοχής, ομού μετά του τοπικού παραρτήματος της Πανελληνίου Ενώσεως Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής “Ο ΦΟΙΝΙΞ”, λαμβάνουν την τιμήν να εισηγηθούν εις το υφ’ υμάς Δημοτικόν Συμβούλιον, όπως ευαρεστούμενοι θέσητε υπό την αιγίδα του Δήμου την τέλεσιν μνημοσύνου υπέρ των σφαγιασθέντων συμπατριωτών μας υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής. Συνημμένα υποβάλλομεν: 1) Εισηγητικόν υπόμνημα 2) Πρόγραμμα του μνημοσύνου 3) Φωτοτυπίαν της επιστολής της Ενώσεως “Ο Φοίνιξ” 4) Στοιχεία Γαλλικής Νομοθεσίας περί αγωνιστών αντίστασης».
Το εισηγητικό υπόμνημα:
«Πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε που ο βάρβαρος κατακτητής εγκατέλειψε τα άγια χώματα της πατρίδας μας. Ποτάμια αίμα χύθηκαν για να κερδηθή η Λευτεριά, για να ξαναγυρίσηπάλι η πολυπόθητη Ειρήνη.
Τιμητικό μεράδι στις θυσίες αυτές του έθνους μας έχει και η πόλις μας, το Αγρίνιον. Φρούριον άπαρτον στάθηκε η ψυχή της. Σε εκατοντάδες ανέρχονται οι κρεμασμένοι και σκοτωμένοι από τους αιμοβόρους κατακτητάς και δεν αναφέρομεν τους βασανισμένους και τις άλλες υλικές θυσίες. Μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν όλοι μας, ο καθένας από το δικό του χαράκωμα και με το δικό του τρόπο πολεμούσαμε τον κατακτητή. Και ας μας επιτρέψητε εδώ να σας θυμίσωμεν την 25ην Μαρτίου του 1943 που αποτελεί μια άφθαστη σελίδα δόξης για την πόλιν μας. Βαριά απειλητική ήταν η ατμόσφαιρα, γιατί τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ο κατακτητής είχεν απαγορεύσει κάθε εορταστικήν εκδήλωσιν για την Εθνικήν μας επέτειο. Κι όμως σύσσωμος η πόλις μας με επικεφαλής την νεολαία, αψηφώντας τον πάνοπλον εχθρόν πορεύτηκε στο μνημείο των πεσόντων, κατέθεσε τους στεφάνους της και προσεφώνησε τους αθάνατους ήρωες του 1821. Και ο εχθρός μπροστά στο με-γαλείον της ψυχικής ανατάσεως των συμπολιτών μας, παραμέρισε και δεν ετόλμησε να εφαρμόση τις απειλές του.
Τόσον γενναία στάθηκε η πόλις μας τα δίσεχτα εκείνα χρόνια της δοκιμασίας.
Πού είναι όμως τα μνημεία, που να μαρτυρούνε την υπέρτατη θυσία των αξέχαστων νεκρών μας και να γίνουν τόποι προσκυνήματος; Πού είναι οι τάφοι των διά να τους γεμίσωμεν φρέσκα, ολόδροσα λουλούδια; Δεν υπάρχουν. Ούτε ένα μνημόσυνο δεν ετελέσθηκε!
Κι όμως αλλού, σ’ Ανατολή και Δύση, λαοί με πολύ φτωχότερη από μας ιστορία, έχουν χτίσει παντού μνημεία της Εθνικής των Αντιστάσεως και τα προβάλλουν με υπερηφάνειαν για να διεκδικήσουν τίτλους παγκόσμιας αναγνωρίσεως. Βέβαια δεν είναι τελείως ανεξήγητη η συστηματική αυτή παρασιώπηση της πρόσφατης Εθνικής μας Εποποιίας του 41 – 44.
Γιατί, όπως ξέρουμε όλοι μας η πατρίδα μας δεν χάρηκε τη λευτεριά… και βυθίστηκε αμέσως στο σκοτεινό τούνελ του εμφυλίου αδελφοκτόνου πολέμου. Η έξαψη των παθών συσκότισε την κρίση και παραμελήθηκε το υπέρτατο χρέος. Η απόδοση των ο-φειλομένων τιμών στους πρωτομάρτυρας της λευτεριάς μας.
Σήμερα νομίζομεν ότι δεν δικαιολογείται καμμιά αναβολή. Οι ψυχές γαλήνεψαν και πρέπει να δειχθώμεν αντάξιοι της θυσίας των, διότι σήμερα, όλοι μας, ανεξάρτητα από πολιτικές και κοινωνικές διακρίσεις, αν ζούμε λεύτεροι, το οφείλομεν σ’ εκείνους. Εκείνοι το θέλησαν. Κάτω α-πό τη σκιά της θυσίας τους χαιρόμαστε τον ήλιο της καρδιάς μας. Γι’ αυτό θεωρούμε περιττόν να σας βεβαιώσουμε, αγαπητοί κύριοι, ότι κανένας μικρόψυχος, μικροπολιτικός υπολογισμός δεν υπάρχει στη σημερινή μας ενέργεια. Μακρυά από εμάς κάθε τέτοια βέβηλη σκέψη. Μόνο ο πόνος για τους αγαπημένους μας νεκρούς και η συναίσθησις του χρέους μάς ώθησαν στην υποβολή της σημερινής αιτήσεως για την τέλεσιν ενός πάνδημου μνημοσύνου.
Δεν διεκδικούμε κανένα ιδιαίτερο δικαίωμα. Ούτε υποστηρίζουμε ότι η Εθνική Αντίσταση ήταν έργο μιας μόνο πολιτικής παράταξης. Στεκόμαστε το ίδιο ευλαβικά στους τάφους όλων. Γιατί όλους τους εθέρμανε το ίδιο ιδανικό, η ίδια φλόγα, η λευτεριά της πατρίδας μας. Και στο βωμό της θυσίασαν το υπέρτατο αγαθό, τη ζωή τους.
Και πρέπει να προβληθή, αξιότιμοι κύριοι, η θυσία των νεκρών αδελφών μας και συγγενών για να διδαχθή και η νέα γενιά την ιστορία των δραματικών εκείνων χρόνων. Για να μάθη ότι η ηρωϊκή πορεία του έθνους, συνεχίζεται και ότι μπορούμε άξια να λογιζόμαστε απόγονοι των ηρωικών μας προγόνων.
Και σήμερα, αν σας καλούμε να κάνουμε το μνημόσυνο των εκτελεσμένων της Μ. Παρασκευής δεν είναι από πνεύμα διάκρισης. Όχι. Άλλωστε – ας μας επιτραπή εδώ μία παρένθεση – οι νεκροί της Μ. Παρασκευής ανήκαν σ’ όλες τις τάξεις και σ’ όλες τις ιδεολογίες. Ένα μονάχα κοινό χαρακτηριστικό είχαν: την μέχρι αυτοθυσίας λατρεία της αγαπημένης πατρικής γης.
Ζητάμε να αναλάβη ο Δήμος μας, την τέλεσιν του μνημοσύνου αυτού, γιατί η εκατόμβη της Μ. Παρασκευής αποτελεί την επιβλητικότερη ομαδική θυσία και την διακήρυξη, ότι υπέρτατος νόμος της ζωής όλων μας πρέπει να είναι: η διαφύλαξη της λευτεριάς της πατρίδος μας. Ας μην αμελήσωμεν κύριοι, του ελαχίστου αυτού καθήκοντος. Το Έθνος πρέπει να τιμά τας επετείους της μαρτυρικής, αλλά ηρωικής πορείας του για να φρονιματίζηται και να αντλή διδάγματα. Και ας μην αντείπει κανείς από μας, ότι πολλές είναι οι σκιές και οι κηλίδες των προσφάτων εκείνων η-ρωικών χρόνων.
Η ιστορία, Ελληνική και ξένη ατυχώς μας δείχνει ότι η ανθρώπινη πρόοδος, δεν είναι ένα ειδύλλιο, αλλά μια επώδυνη και βασανιστική πορεία. Φως και σκοτάδι συμπλέκονται. Το κακό αντιμάχεται το καλό, αλλάντα νικάει το δεύτερο. Το μνημόσυνο λοιπόν, για τα θύματα της Μ. Πα-ρασκευής θα είναι μνημόσυνο για όλους τους χαμένους αδελφούς μας κατά τα μαρτυρικά χρόνια της Κατοχής. Δεν έχουν ανάγκη, αξιότιμοι κύριοι, οι νεκροί ήρωές μας από τις δικές μας τιμές. Ημείς έχομεν χρέος και, ας μας επιτραπή, συμφέρον να τους τιμούμε για να φωτίζομεν με την θυσίαν των το δρόμο της ζωής μας για να μην ξεχνάμε ποτέ πόσο ακριβό πράγμα είναι η λευτεριά και πόσο μισητός είναι ο πόλεμος, που εκβαρ-βαρώνει τον άνθρωπον.
Σήμερα – εποχή του χυδαίου ωφελιμισμού και των ταπεινών συμβιβασμών – έχομεν ιδιαίτερη ανάγκη από την φωτεινήν των παρουσίαν.
Κύριοι, έπειτα από όλα αυτά πιστεύομεν ότι θα αποδεχθήτε την οργάνωση και τέλεση ενός πάνδημου επιβλητικού μνημοσύνου, όπως ταιριάζει στη μεγάλη των θυσία. Και έτσι πριν απ’ όλα θα τιμήσετε τους εαυτούς σας και την πόλη που τα μαύρα χρόνια της Κατοχής ήτο ένα από τα δυναμικώτερα κέντρα αντιστάσεως της πατρίδας μας στη ξενική Κατοχή. Έπειτα, θα χαρίσετε σε μας παρηγοριά και ικανοποίηση για τους μέχρι τώρα καταφρονεμένους νεκρούς αδελφούς μας και συγγενείς. Τέλος θα εξασφαλίσετε την ευγνωμοσύνη όλων των κατοίκων της ηρωικής αυτής πόλεως, γιατί θα τους δώσετε την ευκαιρία να αναπολήσουν τις αγαπημένες μορφές που χάθηκαν και να σταθούν για λίγο ευλαβικά σιωπηλά μπροστά στο μαρτύριό των».
- 1) Τέλεσις θρησκευτικού μνημοσύνου εν τω Ιερώ Ναώ Αγίας Τριάδος,
- 2) Μετάβασις εις τον τόπον της εκτελέσεως,
- 3) Προσκλητήριον νεκρών, εκτελεσθέντων την Μ. Παρασκευήν 1944,
- 4) Ομιλία εκπροσώπου Δημοτικής Αρχής,
- 5) Ομιλία εκπροσώπου της Πανελληνίου Ενώσεως θυμάτων Γερμανικής Κατοχής «Ο Φοίνιξ».
Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου τον Ιούνιο του 1963 ήταν ο Παναγιώτης Κυλάφης και παρόντα μέλη στη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου ήταν, από τη συμπολίτευση, ο Δημήτρης Ανδρικόπουλος, ο Χριστόφορος Χαβέλλας, ο Κώστας Κοντοπάνος, ο Δημήτρης Σαραντόπουλος, ο Γιώργος Βακαλόπουλος και ο Κώστας (Τάκης) Τσιτσιμελής. Από την παράταξη του Δ. Καπούλα παρόντες ήταν οι: Γ. Φλώρος, Χρ. Αγγέλης, Α. Πάτρας, Ε. Μπαρλάς, Γ. Σιδέρης και, από την παράταξη του Σαγεώργη, ο ίδιος, ο Α. Κόκλας και ο Δημήτρης Μακρής. Απόντες από τη συζήτηση ήταν οι Δημοτικοί Σύμβουλοι: Ευθ. Πιστιόλας, Τασία Βότση, Δ. Καπούλας και Σωτ. Σταθόπουλος.
Το πρακτικό της συνεδρίασης
Επί αιτήσεως Πανελληνίου Ενώσεως Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής «Ο Φοίνιξ» εισηγούμενος το 15ον θέμα της ημερησίας Διατάξεως (ο Πρόεδρος του οργάνου) έθεσεν υπ’ όψει του (Δημοτικού Συμβουλίου) την από 28/5/63 αίτησιν της Πανελληνίου Ενώσεως Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής «Ο Φοίνιξ», έχουσαν ως ακολούθως:
«Προς τον κ. Πρόεδρον του Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου.
Θέμα: Περί τελέσεως υπό την αιγίδα της Δημοτικής Αρχής μνημοσύνου υπέρ των εκτελεσθέντων συμπατριωτών μας υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής.
Κύριε Πρόεδρε, η Τοπική επιτροπή συγγενών θυμάτων Γερμανικής Κατοχής, ομού μετά του τοπικού παραρτήματος της Πανελληνίου Ενώσεως Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής “Ο ΦΟΙΝΙΞ”, λαμβάνουν την τιμήν να εισηγηθούν εις το υφ’ υμάς Δημοτικόν Συμβούλιον, όπως ευαρεστούμενοι θέσητε υπό την αιγίδα του Δήμου την τέλεσιν μνημοσύνου υπέρ των σφαγιασθέντων συμπατριωτών μας υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής. Συνημμένα υποβάλλομεν: 1) Εισηγητικόν υπόμνημα 2) Πρόγραμμα του μνημοσύνου 3) Φωτοτυπίαν της επιστολής της Ενώσεως “Ο Φοίνιξ” 4) Στοιχεία Γαλλικής Νομοθεσίας περί αγωνιστών αντίστασης».
Ομοίως έθεσεν υπ’ όψει του (Δημοτικού Συμβουλίου) και το εισηγητικόν υπόμνημα, έχον ως ακολούθως:
«Πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε που ο βάρβαρος κατακτητής εγκατέλειψε τα άγια χώματα της πατρίδας μας. Ποτάμια αίμα χύθηκαν για να κερδηθή η Λευτεριά, για να ξαναγυρίση πάλι η πολυπόθητη Ειρήνη.
Τιμητικό μεράδι στις θυσίες αυτές του έθνους μας έχει και η πόλις μας, το Αγρίνιον. Φρούριον άπαρτον στάθηκε η ψυχή της. Σε εκατοντάδες ανέρχονται οι κρεμασμένοι και σκοτωμένοι από τους αιμοβόρους κατακτητάς και δεν αναφέρομεν τους βασανισμένους και τις άλλες υλικές θυσίες. Μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν όλοι μας, ο καθένας από το δικό του χαράκωμα και με το δικό του τρόπο πολεμούσαμε τον κατακτητή. Και ας μας επιτρέψητε εδώ να σας θυμίσωμεν την 25ην Μαρτίου του 1943 που αποτελεί μια άφθαστη σελίδα δόξης για την πόλιν μας. Βαριά απειλητική ήταν η ατμόσφαιρα, γιατί τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ο κατακτητής είχεν απαγορεύσει κάθε εορταστικήν εκδήλωσιν για την Εθνικήν μας επέτειο. Κι όμως σύσσωμος η πόλις μας με επικεφαλής την νεολαία, αψηφώντας τον πάνοπλον εχθρόν πορεύτηκε στο μνημείο των πεσόντων, κατέθεσε τους στεφάνους της και προσεφώνησε τους αθάνατους ήρωες του 1821. Και ο εχθρός μπροστά στο με-γαλείον της ψυχικής ανατάσεως των συμπολιτών μας, παραμέρισε και δεν ετόλμησε να εφαρμόση τις απειλές του.
Τόσον γενναία στάθηκε η πόλις μας τα δίσεχτα εκείνα χρόνια της δοκιμασίας.
Πού είναι όμως τα μνημεία, που να μαρτυρούνε την υπέρτατη θυσία των αξέχαστων νεκρών μας και να γίνουν τόποι προσκυνήματος; Πού είναι οι τάφοι των διά να τους γεμίσωμεν φρέσκα, ολόδροσα λουλούδια; Δεν υπάρχουν. Ούτε ένα μνημόσυνο δεν ετελέσθηκε.
Κι όμως αλλού, σ’ Ανατολή και Δύση, λαοί με πολύ φτωχότερη από μας ιστορία, έχουν χτίσει παντού μνημεία της Εθνικής των Αντιστάσεως και τα προβάλλουν με υπερηφάνειαν για να διεκδικήσουν τίτλους παγκόσμιας αναγνωρίσεως. Βέβαια δεν είναι τελείως ανεξήγητη η συστηματική αυτή παρασιώπηση της πρόσφατης Εθνικής μας Εποποιίας του 41 – 44.
Γιατί, όπως ξέρουμε όλοι μας η πατρίδα μας δεν χάρηκε τη λευτεριά… και βυθίστηκε αμέσως στο σκοτεινό τούνελ του εμφυλίου αδελφοκτόνου πολέμου. Η έξαψη των παθών συσκότισε την κρίση και παραμελήθηκε το υπέρτατο χρέος. Η απόδοση των οφειλομένων τιμών στους πρωτομάρτυρας της λευτεριάς μας.
Σήμερα νομίζομεν ότι δεν δικαιολογείται καμμιά αναβολή. Οι ψυχές γαλήνεψαν και πρέπει να δειχθώμεν αντάξιοι της θυσίας των, διότι σήμερα, όλοι μας, ανεξάρτητα από πολιτικές και κοινωνικές διακρίσεις, αν ζούμε λεύτεροι, το οφείλομεν σ’ εκείνους. Εκείνοι το θέλησαν. Κάτω από τη σκιά της θυσίας τους χαιρόμαστε τον ήλιο της καρδιάς μας. Γι’ αυτό θεωρούμε περιττόν να σας βεβαιώσουμε, αγαπητοί κύριοι, ότι κανένας μικρόψυχος, μικροπολιτικός υπολογισμός δεν υπάρχει στη σημερινή μας ενέργεια. Μακρυά από εμάς κάθε τέτοια βέβηλη σκέψη. Μόνο ο πόνος για τους αγαπημένους μας νεκρούς και η συναίσθησις του χρέους μάς ώθησαν στην υποβολή της σημερινής αιτήσεως για την τέλεσιν ενός πάνδημου μνημοσύνου.
Δεν διεκδικούμε κανένα ιδιαίτερο δικαίωμα. Ούτε υποστηρίζουμε ότι η Εθνική Αντίσταση ήταν έργο μιας μόνο πολιτικής παράταξης. Στεκόμαστε το ίδιο ευλαβικά στους τάφους όλων. Γιατί όλους τους εθέρμανε το ίδιο ιδανικό, η ίδια φλόγα, η λευτεριά της πατρίδας μας. Και στο βωμό της θυσίασαν το υπέρτατο αγαθό, τη ζωή τους.
Και πρέπει να προβληθή, αξιότιμοι κύριοι, η θυσία των νεκρών αδελφών μας και συγγενών για να διδαχθή και η νέα γενιά την ιστορία των δραματικών εκείνων χρόνων. Για να μάθη ότι η ηρωϊκή πορεία του έθνους, συνεχίζεται και ότι μπορούμε άξια να λογιζόμαστε απόγονοι των ηρωικών μας προγόνων.
Και σήμερα, αν σας καλούμε να κάνουμε το μνημόσυνο των εκτελεσμένων της Μ. Παρασκευής δεν είναι από πνεύμα διάκρισης. Όχι. Άλλωστε – ας μας επιτραπή εδώ μία παρένθεση – οι νεκροί της Μ. Παρασκευής ανήκαν σ’ όλες τις τάξεις και σ’ όλες τις ιδεολογίες. Ένα μονάχα κοινό χαρακτηριστικό είχαν: την μέχρι αυτοθυσίας λατρεία της αγαπημένης πατρικής γης.
Ζητάμε να αναλάβη ο Δήμος μας, την τέλεσιν του μνημοσύνου αυτού, γιατί η εκατόμβη της Μ. Παρασκευής αποτελεί την επιβλητικότερη ομαδική θυσία και την διακήρυξη, ότι υπέρτατος νόμος της ζωής όλων μας πρέπει να είναι: η διαφύλαξη της λευτεριάς της πατρίδος μας. Ας μην αμελήσωμεν κύριοι, του ελαχίστου αυτού καθήκοντος. Το Έθνος πρέπει να τιμά τας επετείους της μαρτυρικής, αλλά ηρωικής πορείας του για να φρονιματίζηται και να αντλή διδάγματα. Και ας μην αντείπει κανείς από μας, ότι πολλές είναι οι σκιές και οι κηλίδες των προσφάτων εκείνων η-ρωικών χρόνων.
Η ιστορία, Ελληνική και ξένη ατυχώς μας δείχνει ότι η ανθρώπινη πρόοδος, δεν είναι ένα ειδύλλιο, αλλά μια επώδυνη και βασανιστική πορεία. Φως και σκοτάδι συμπλέκονται. Το κακό αντιμάχεται το καλό, αλλάντα νικάει το δεύτερο. Το μνημόσυνο λοιπόν, για τα θύματα της Μ. Παρασκευής θα είναι μνημόσυνο για όλους τους χαμένους αδελφούς μας κατά τα μαρτυρικά χρόνια της Κατοχής. Δεν έχουν ανάγκη, αξιότιμοι κύριοι, οι νεκροί ήρωές μας από τις δικές μας τιμές. Ημείς έχομεν χρέος και, ας μας επιτραπή, συμφέρον να τους τιμούμε για να φωτίζομεν με την θυσίαν των το δρόμο της ζωής μας για να μην ξεχνάμε ποτέ πόσο ακριβό πράγμα είναι η λευτεριά και πόσο μισητός είναι ο πόλεμος, που εκβαρβαρώνει τον άνθρωπον.
Σήμερα – εποχή του χυδαίου ωφελιμισμού και των ταπεινών συμβιβασμών – έχομεν ιδιαίτερη ανάγκη από την φωτεινήν των παρουσίαν.
Κύριοι, έπειτα από όλα αυτά πιστεύομεν ότι θα αποδεχθήτε την οργάνωση και τέλεση ενός πάνδημου επιβλητικού μνημοσύνου, όπως ταιριάζει στη μεγάλη των θυσία. Και έτσι πριν απ’ όλα θα τιμήσετε τους εαυτούς σας και την πόλη που τα μαύρα χρόνια της Κατοχής ήτο ένα από τα δυναμικώτερα κέντρα αντιστάσεως της πατρίδας μας στη ξενική Κατοχή. Έπειτα, θα χαρίσετε σε μας παρηγοριά και ικανοποίηση για τους μέχρι τώρα καταφρονεμένους νεκρούς αδελφούς μας και συγγενείς. Τέλος θα εξασφαλίσετε την ευγνωμοσύνη όλων των κατοίκων της ηρωικής αυτής πόλεως, γιατί θα τους δώσετε την ευκαιρία να αναπολήσουν τις αγαπημένες μορφές που χάθηκαν και να σταθούν για λίγο ευλαβικά σιωπηλά μπροστά στο μαρτύριό των».
Ομοίως έθεσεν (ο Πρόεδρος) υπ’ όψει του (Δημοτικού Συμβουλίου) και το πρόγραμμα, έχον ως ακολούθως:
1) Τέλεσις θρησκευτικού μνημοσύνου εν τω Ιερώ Ναώ Αγίας Τριάδος, 2) Μετάβασις εις τον τόπον της εκτελέσεως, 3) Προσκλητήριον νεκρών, εκτελεσθέντων την Μ. Παρασκευήν 1944, 4) Ομιλία εκπροσώπου Δημοτικής Αρχής, 5) Ομιλία εκπροσώπου της Πανελληνίου Ενώσεως θυμάτων Γερμανικής Κατοχής «Ο Φοίνιξ».
Μετά την ανάγνωσιν των ανωτέρω, ο κ. Πρόεδρος είπε τα εξής: «Η Πανελλήνιος Ένωσις αιτείται να γίνη μνημόσυνον υπό την αιγίδα του Δήμου και υποβάλλει ένα πρόγραμμα. Επ’ αυτών πρέπει να συζητήσωμεν.»
Ο κ. Ανδρικόπουλος ηρώτησε: Ποιος εμφανίζει το θέμα εις το Συμβούλιον; Όστις είναι υποχρεωμένος να κάμη υπευθύνως και μίαν εισήγησιν και παρακαλώ να ακούσω την εισήγησιν ταύτην.
Απαντήσας ο κ. Πρόεδρος ότι υπεβλήθη μία αίτησις παρά της εν λόγω Ενώσεως, ητις έχει δικαίωμα να διορίζη επιτροπές και παραρτήματα. Εν Αγρινίω υφίσταται τοιούτον παράρτημα όπερ και υπέβαλε την αίτησιν, το υπόμνημα και το πρόγραμμα, υπογράφουν δε ο Αλέκος Πολύζος και ο Γεράσιμος Κυλάφης.
Λαβών τον λόγον ακολούθως ο παριστάμενος Γεράσιμος Κυλάφης, ανεφέρθη εις τα του υπομνήματος και του προγράμματος δηλώσας ότι ο κ. Πολύζος υπέγραψεν ως εκπρόσωπος των θυμάτων, αυτός δε ως εκπρόσωπος του παραρτήματος.
Ο κ. Πρόεδρος είπε τα εξής: «Κύριοι γνωστόν είναι ότι εις το Αγρίνιον κατά τας χρόνους της Κατοχής συνέβησαν δραματικά γεγονότα. Εφονεύθησαν την Μ. Παρασκευήν 120 εις τας φυλακάς εδώ της Αγίας Τριάδος, εξήκοντα εις την περιφέρειαν των Καλυβίων και άλλοι πολλοί μεμονωμένοι. Και κάνω την σκέψιν εγώ, εις τι διαφέρουν τα Καλάβρυτα ή το Δίστομον; Και εδώ εις το Αγρίνιον συνέβη το ίδιον. Οι φονευθέντες παρά των κατακτητών δεν ανήκαν εις καμίαν οργάνωσιν. Ήσαν από όλας τας παρατάξεις. Ήσαν βεβαίως και της Εθνικής Αντιστάσεως, ήσαν όμως και άνθρωποι ανύποπτοι οίτινες συνελήφθησαν εις το καφενείον και εις τον δρόμον και εφονεύθησαν ομαδικά.
Δεν συμφωνώ με ορισμένα σημεία του υπομνήματος, διότι εδώ αναφέρει αντίστασιν κ.λπ. Δεν πρόκειται περί αντιστάσεως, αλλά περί των εκτελεσθέντων υπό των κατακτητών γενικώς και όχι μονάχα διά τους 120 της Μ. Παρασκευής και προτείνω να γίνη μνημόσυνο δι’ όλους τους φονευθέντας. Και όταν γίνη το προσκλητήριον των νεκρών, προτείνω να μην αναγνωσθούν τα ονόματα μόνο των 120, αλλά και των υπολοίπων, όσων τα ονόματα συγκεντρώσωμεν.
Εφ’ όσον υπό την αιγίδα της Δημοτικής αρχής γίνη το μνημόσυνον αυτή πρέπει να καθορίση και το πρόγραμμα. Να ομιλήση εκπρόσωπος της Δημ. Αρχής και να μην ομιλήση εκπρόσωπος της ΕΝΩΣΕΩΣ.»
Ο κ. Χαβέλλας είπε ότι δεν πρέπει να αποκλείσωμεν τον ομιλητήν της ΕΝΩΣΕΩΣ ως εκπρόσωπον των θυμάτων.
Απαντήσας ο κ. Πρόεδρος είπεν ότι εφ’ όσον ορισθή ο ομιλητής ο λόγος θα τεθεί υπό την κρίσιν και έλεγχον της Δημοτικής Αρχής, ώστε να μην δημιουργηθεί κανένα ζήτημα.
Ο κ. Κόκλας είπεν ότι συμφωνεί με τα υπό του κ. Προέδρου λεχθέντα και διαφωνεί διά τον δεύτερον ομιλητήν. Και το πρόγραμμα, είπε, να κανονίση ο Δήμος.
Ο κ. Σαγιώργης είπε τα εξής: Να αποδώσωμεν τιμάς εις εκείνους οίτινες εφονεύθησαν διά την πατρίδα και να έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Να απαγορευθούν αι πολιτικαί συγκεντρώσεις και να μην λάβη η συγκέντρωσις πολιτικόν χαρακτήρα, διότι εις συγκεντρώσεις τοιαύτας απόλλυται ο έλεγχος και πρέπει να το προσέξωμεν.
Ο κ. Κοντοπάνος είπεν τα εξής: Δεν συμφωνώ να αναλάβη τον έλεγχον του λόγου του δευτέρου ομιλητού ο κ. Δήμαρχος και προτείνω να εκλεγούν τρεις σύμβουλοι χωρίς ανάμειξιν του κ. Δημάρχου και πρώτος να οριστή ο κ. Τσιτσιμελής. Κατά τα άλλα συμφωνώ.
Ο κ. Δήμαρχος είπεν: Σύμφωνα με την προγονικήν μας κληρονομιάν, σύμφωνα με τις ιερές μας παραδόσεις, οι Έλληνες αντέδρασαν, αντεστάθησαν εις τους κατακτητάς. Και αντεστάθησαν παντοιοτρόπως, ποικιλοτρόπως, αναλόγως των δυνάμεών του έκαστος, του ηθικού του εξοπλισμού, αναλόγως των δυνατοτήτων του. Πάντως έλαβε χώραν αντίσταση εκ μέρους των Ελλήνων, η οποία υπήρξε καθολική, όπως είχα την τιμή να τονίσω τούτο και εις την Βουλήν των Ελλήνων πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Και υπήρξε ρωμαλέα η αντίδρασις όλων είτε ενόπλως είτε παθητικώς. Τόσον ρωμαλέα υπήρξεν κύριοι, που ηνάγκασε τα επιτελεία τα Γερμανικά και του Χίτλερ ειδικώς να ασχοληθή διά το θέμα της αντιστάσεως των Ελλήνων. Ομιλούν ευγλώττως τα μυστικά αρχεία της Βέρμαχτ, των ο-ποίων άρθρον εδημοσιεύθη την 4ην τρέχοντος μηνός. Ηνάγκασεν τον Χίτλερ συλλήβδην όλους να τους χαρακτηρίση ως συμμορίτας και έδωσε την εξής εκδοχήν: «Να καύσητε τους συμμορίτας συν γυναιξί και τέκνοις». Και εχρησιμοποίησαν όλα τα μέσα οι βάρβαροι κατακτηταί μη φεισθέντες ούτε των γερόντων, ούτε των γυναικών, ούτε των παιδιών. Τοιαύτη υπήρξεν η εθνική αντίστασις των Ελλήνων και εις τοιαύτην δύσκολην θέσιν έφερε τα επιτελεία και ειδικώς τον Χίτλερ.
Συνεπώς πιστεύω ότι πρέπον είναι να εκδηλώσωμεν την τιμή προς όλα αυτά τα θύματα άτινα εδοκίμασαν την βαρβαρότητα και την στυγνότητα και την τραχύτητα των κατακτητών. Ουδεμία πολιτική εκμετάλλευσις πρέπει να υπάρξη. Δύναμαι να είπω ότι την πατρότητα της εκδηλώσεως ταύτης και την τιμή την είχον εμπνευσθή πολύ πρότερον αφ΄ότου εκλήθημεν από το έγγραφο αυτό. Και υπάρχουν αψευδείς μάρτυρες με τους οποίους συνεζήτησα. Και υπάρχουν και χαρτιά και επιστολαί και δύναμαι να αποδείξω τούτο. Δεν μου εδόθη η ευκαιρία να προτείνω την εκτέλεσιν του θλιβερού τούτου καθήκοντος λόγω του φόρτου της εργασίας. Έπρεπε να εκδηλώσωμεν μίαν τιμήν και ευγνωμοσύνην. Αλλά μακράν πάσας πολιτικής σκοπιμότητος, όταν μάλιστα ο Δήμος αναλαμβάνη την πρωτοβουλίαν, δεδομένου μάλιστα ότι εάν κάναμεν πολιτικήν θα εκμεταλλευόμεθα τα ιερά και τα όσια. Με τον πρέποντα σεβασμόν και με την πρέπουσαν ευλάβειαν να εκδηλώσωμεν το καθήκον προς τα ατυχή θύματα, τα σφαγιασθέντα κατά τρόπον σκληρόν, άγριον και αδυσώπητον από τον βάρβαρον κατακτητήν.
Συνεπώς κύριοι πρέπει να γίνη με όλη την επιβεβλημένη σεμνότητα, ανάλογη προς την μεγάλην θυσία την οποία προσέφερον εδώ τα παιδιά μας. Βεβαίως η Δημοτική Αρχή θα αναλάβη και θα κάνη το καθήκον της και θα εξάρει το μέγεθος της θυσίας των αδερφών μας, οίτινες εφονεύθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ο κ. Πάτρας είπεν τα εξής: Συμφωνώ κύριοι να γίνη το μνημόσυνον εκ μέρους του Δήμου. Να ομιλήση ο κ. Δήμαρχος εκ μέρους του Δήμου και να μην εκφωνηθεί κατάλογος των φονευθέντων διότι χωρίς να το θέλωμεν θα έχωμεν παραλείψεις και θα τύχωμεν παρεξηγήσεως. Όμως πλην του κ. Δημάρχου να μην ομιλήση άλλος.
Απαντήσας ο κ. Πρόεδρος είπεν ότι εφ’ όσον ορισθή ο ομιλητής ο λόγος θα τεθεί υπό την κρίσιν και έλεγχον της Δημοτικής Αρχής, ώστε να τα και την τραχύτητα των κατακτητών. Ουδεμία πολιτική εκμετάλλευσις πρέπει να υπάρξη. Δύναμαι να είπω ότι την πατρότητα της εκδηλώσεως ταύτης και την τιμή την είχον εμπνευσθή πολύ πρότερον αφ΄ότου εκλήθημεν από το έγγραφο αυτό. Και υπάρχουν αψευδείς μάρτυρες με τους οποίους συνεζήτησα. Και υπάρχουν και χαρτιά και επιστολαί και δύναμαι να αποδείξω τούτο. Δεν μου εδόθη η ευκαιρία να προτείνω την εκτέλεσιν του θλιβερού τούτου καθήκοντος λόγω του φόρτου της εργασίας. Έπρεπε να εκδηλώσωμεν μίαν τιμήν και ευγνωμοσύνην. Αλλά μακράν πάσας πολιτικής σκοπιμότητος, όταν μάλιστα ο Δήμος αναλαμβάνη την πρωτοβουλίαν, δεδομένου μάλιστα ότι εάν κάναμεν πολιτικήν θα εκμεταλλευόμεθα τα ιερά και τα όσια. Με τον πρέποντα σεβασμόν και με την πρέπουσαν ευλάβειαν να εκδηλώσωμεν το καθήκον προς τα ατυχή θύματα, τα σφαγιασθέντα κατά τρόπον σκληρόν, άγριον και αδυσώπητον από τον βάρβαρον κατακτητήν.
Το Συμβούλιον μετά την κατά ανωτέρω διαλογικήν συζήτησιν αποφασίζει:
Εγκρίνει ομοφώνως όπως:
1) Ο Δήμος Αγρινίου τελέση μνημόσυνον υπέρ όλων ανεξαιρέτως των εκτελεσθέντων υπό των κατακτητών κατά την Κατοχήν εν τω ιερώ ναώ Αγίας Τριάδος.
2) Γίνη μετάβασις εις τον τόπον της εκτελέσεως παρά την Αγίαν Τριάδα καθόσον η εκτέλεσις εκείνη αποτελεί το αποκορύφωμα.
3) Γίνη προσκλητήριον όλων των εκτελεσθέντων μειοψηφούντων των Δημοτικών Συμβούλων κ.κ. Πάτρα κ. Κόκλα, εχόντων την γνώμην ότι δεν ενδείκνυται η ανάγνωσις καταλόγου, καθ’ όσον θα σημειωθούν παραλείψεις και θα γίνη παρεξήγησις.
4) Γίνη ομιλία παρ’ εκπροσώπου της Δημοτικής αρχής.
5) Γίνη ομιλία παρ’ εκπροσώπου της Πανελληνίου Ενώσεως Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής «Ο Φοίνιξ», όστις θα είναι συγγενής θύματος της πόλεώς μας, υπό τον όρον ότι η ομιλία θα υποβληθή προηγουμένως εις τον έλεγχον επιτροπής αποτελουμένης εκ των κ.κ. Δημάρχου, Προέδρου Δημοτικού Συμβουλίου, Σαραντόπουλου, Τσιτσιμελή και Ανδρικοπούλου μειοψηφούντων των Δημοτικών Συμβούλων κ.κ. Κόκλα, Πάτρα και Σαγεώργη, εχόντων την γνώμην ότι δεν πρέπει να ομιλήση έτερος πλην των εκπροσώπων της Δημοτικής Αρχής.
6) Καθορίζει ημερομηνίαν τέλεσεως του μνημοσύνου 21/7/ 1963.
7) Η δαπάνη τελέσεως του μνημοσύνου βαραίνει εξ ολοκλήρου τον Δήμον, διατεθή δε εκ της πιστώσεως του κεφαλαίου 49 του προ-ϋπολογισμού του Δήμου, χρήση 1963, ποσού δρχ. μέχρι 4.000, μειοψηφούντων του κ.κ. Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου και του κ. Τσιτσιμελή εχόντων την γνώμην ότι η δαπάνη πρέπει να βαρύνη τους συγγενείς των θυμάτων.
(Ο Δημοτικός Σύμβουλος κ. Σιδέρης προσήλθε εις την συνεδρίασιν καθ’ ην ώρα εξελέγετο η επιτροπή ως ανωτέρω).
Μετά το τέλος της άνω αποφάσεως ο Δημοτικός Σύμβουλος κ. Ανδρικόπουλος ηρώτησεν εάν ο δεύτερος ομιλητής θα είναι εκπρόσωπος της Πανελλήνιας Ενώσεως ή εις των συγγενών των θυμάτων.
Απαντήσας ο Πρόεδρος είπεν ότι το αίτημα ενεκρίθη. Ποιος θα είναι δεν ξέρομεν, πάντως θα είναι εις εκ των εντοπίων φονευθέντων και όχι ξένος. Κατόπιν τούτων ο κ. Ανδρικόπουλος είπεν ότι μειοψηφεί ως προς τον περιορισμόν αυτόν και δεν αποδέχεται να είναι μέλος της ως άνω ε-πιτροπής και ούτω αυτή μένει τετραμελής.
Οι παριστάμενοι συγγενείς των θυμάτων ευχαρίστησαν το Δημοτικόν Συμβούλιον και απεχώρησαν. Η παρούσα απόφαση έλαβε αυξ. αρ. 141/1963 και ενεκρίθη με την υπ. αρ. 35.992/16-763 πράξη του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας.
Στο σημείο αυτό και για να ολοκληρώσουμε την πλήρως αυτή την αναφορά ας δούμε μερικά στοιχεία για την οργάνωση που έκανε το αίτημα και κάποια βιογραφικά στοιχεία του Γεράσιμου Κυλάφη.
«Ο Φοίνιξ»
Ιδρύθηκε ως σωματείο το 1959, µε βασικό σκοπό τη δικαίωση και τη αναγνώριση των µελών του ως πληγέντων από τους Γερµανούς κατακτητές και κατ’ επέκταση την ηθική και υλική αποζημίωσή τους. Μέλη του σωματείου υπήρξαν είτε άμεσα θύματα της Κατοχής είτε συγγενείς εκτελεσθέντων οµήρων.
Ο «Φοίνικας» οργάνωνε εκδηλώσεις και εξέδιδε ενημερωτικά έντυπα. Παράλληλα συνέλεγε υλικά που αφορούσαν στη Γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα. Συνεργαζόταν επίσης µε τις οργανώσεις αντιστασιακών που συγκροτήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 µε βασικό ζητούμενο την αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης. Το αρχείο το «Φοίνικα» κατασχέθηκε στη διάρκεια της δικτατορίας, για να επιστραφεί στη µμεταπολίτευση μαζί µε τα σύμμεικτα υλικά που αποτέλεσαν το αρχείο της Ε∆Α.
Γεράσιμος Κυλάφης | 1932-1987
Γεννήθηκε στη Νέα Αβόρανη Αιτωλίας το 1932 και πέθανε στην Αθήνα το 1987 από καρκίνο. Πατέρας του ήταν ο Περικλής Κυλάφης, αγρότης, που γεννήθηκε το 1892 στο Λιβαδάκι της ορεινής Ναυπακτίας. μέλος του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής,
Συνελήφθη από τους Γερμανούς την Πρωτομαγιά του 1944 στο Αγρίνιο, μετά από πληροφορίες Ελλήνων καταδοτών. Οδηγήθηκε στις φυλακές της πόλης και αμέσως μετά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, όπου εκτελέστηκε, μαζί με 50 ακόμα αντιστασιακούς, στην Αγία Σωτήρα (Μάντρα Ελευσίνας), στις 9 Αυγούστου 1944. Μητέρα του ήταν η Αθηνά, το γένος Θεοδωροπούλου, που γεννήθηκε το 1900 στο Παναιτώλιο Τριχωνίδας και πέθανε το 1982 στο Αγρίνιο.
Ο Γεράσιμος, τελείωσε το δημοτικό σχολείο στη Νέα Αβόρανη και το γυμνάσιο στο Αγρίνιο. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του υπήρξε μέλος της «Ενιαίας Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδας» (ΕΔΝΑ).
Το 1954 «μπαίνει» στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και πιο συγκεκριμένα στη Σχολή Τοπογράφων Μηχανικών, από την οποία αποφοιτά το 1962, υπηρετώντας κατά τη διάρκεια αυτή και ταυτόχρονα τη στρατιωτική του θητεία (1956- 1958). Στα χρόνια της φοίτησής του στο ΕΜΠ εντάχτηκε στη Νεολαία Ε.Δ.Α..
Το καλοκαίρι του 1963 έγινε γραμματέας της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων «Γρηγόρης Λαµπράκης» (Δ.Κ.Ν.«Γ.Λ.») του νομού και το Φεβρουάριο του 1964 ήταν υποψήφιος βουλευτής στο νομό με το ψηφοδέλτιο της Ε.Δ.Α.. Ήταν υπέρμαχος της συγχώνευσης της Δ.Κ.Ν.«Γ.Λ.» και της Νεολαίας Ε.Δ.Α., έλαβε μέρος στο ιδρυτικό Συνέδριο της Δ.Κ.Ν.«Γ.Λ.» και εξελέγη μέλος του Κεντρικού της Συμβουλίου της.
Το 1966 πέρασε στο κόμμα της Ε.Δ.Α., και συγκεκριμένα στο Γραφείο της Νεολαίας Ε.Δ.Α. Αιτωλοακαρνανίας και το 1967, με την εγκατάστασή του στην Αθήνα, έγινε μέλος της Νεολαίας Ε.Δ.Α. Αττικής.
Στη διάρκεια της δικτατορίας συνελήφθη στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1967 και κρατήθηκε στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών μέχρι το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, «οπότε αφέθηκε ελεύθερος με ένα τμήμα των συλληφθέντων με ρύθμιση που έκανε ο τότε υπουργός της στρατιωτικής χούντας».
Ήταν παντρεμένος με τη δικηγόρο Παναγιώτα-Γιούλα Οικονομίδου και απέκτησαν δύο παιδιά. Το 1975 ήταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος Αθήνας με υποψήφιο δήμαρχο το Μίκη Θεοδωράκη. Το 1984 ζήτησε να γίνει μέλος του ΚΚΕ, αλλά η αίτησή του έγινε δεκτή λίγο πριν από το θάνατό του, το 1987. Το κομματικό του βιβλιάριο παρέλαβε η σύζυγός του, τιμητικά, μετά το θάνατό του.
Υστερόγραφο
Διαβάζοντας τα πρακτικά αυτής της συνεδρίασης εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς τις πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες και σκοπιμότητες που αξιοποίησαν και υπηρέτησαν αντίστοιχα, όλοι όσοι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο συμμετείχαν σε εκείνη τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου του 1963. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι οι συγγενείς των θυμάτων της Μεγάλης Παρασκευής που ήταν παρόντες σε κείνο το Δημοτικό Συμβούλιο, αλλά και όσοι απουσίαζαν απ’ αυτό ούτε μια μέρα μέσα σε αυτά τα 19 χρόνια που μεσολάβησαν από τις 14 Απριλίου του 1944 μέχρι εκείνη την ημέρα, δεν ξέχασαν την εκτέλεση των δικών τους ανθρώπων και τους εκτελεστές τους.
Αντιλαμβανόμενοι όμως τη συγκυρία, αλλά και τις δυσκολίες μιας θεσμικής καταξίωσης της μνήμης τους, «έβαλαν πολύ νερό στο κρασί τους», καταθέτοντας ένα υπόμνημα στο Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης του Αγρινίου, τόσο «στρογγυλεμένο» στις «γωνίες» του και τόσο απομακρυσμένο από την ιστορική πραγματικότητα της πόλης, που στα χρόνια που ακολούθησαν κατάφερε, αντίθετα από τις στοχεύσεις του, να απονευρώσει σημαντικά τη δυναμική της θυσίας των «120» και να αποτελέσει το όχημα για τη μερική ή και ολοκληρωτική -καθεστωτική- διαστρέβλωση της ιστορικής του αλήθειας.
Δύο στροφές από το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη «Νερωμένο κρασί», που μου απέστειλε ως σχόλιο ένα διακεκριμένο στέλεχος της ΕΔΑ, όταν του κοινοποίησα τη συγκεκριμένη αποδελτίωση των πρακτικών, ας είναι το υστερόγραφο σε αυτή τη δημοσίευση.
«- Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη, | τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ’ το ξανθό
και πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρι | κι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;
[…] Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι, | με θλιβερό περίγελο στα λόγια, του απαντά:
– Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις, | πέφτουνε στο ποτήρι σου, σταλαματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις; | Τι φταίω εγώ κι αν δε μεθάς, τι φταίω ‘γω κι αν κλαις;»
Διαβάστε περισσότερα στο link που ακολουθεί:
5 Ιουνίου | Η εμφάνιση της «πλάκας» του Ξυθάλη
——————————————————————————————————————————
Παραπομπή: Ο Γιώργος Παπαϊωάννου είχε στηριχτεί εκείνη την περίοδο από την ΕΔΑ. Στη φωτογραφία σε νεότερη ηλικία (Πηγή: Μεταξούλας Μανικάρου και Χρυσούλας Σπυρέλη, Αγρίνιο: Δήμαρχοι και δημαρχίες (1833-2007)
Φωτογραφία: Το Δημοτικό Συμβούλιο της περιόδου
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


