
Χρόνης Μίσσιος: «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης
μου έμαθε γράμματα στη φυλακή… »
Ο Μίσσιος γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1930 στην Καβάλα, από γονείς καπνεργάτες. Μεγάλωσε στα Ποταμούδια, όπου ζούσαν πρόσφυγες, εργάτες του καπνού και κομμουνιστές που κυνηγούσε η δικτατορία του Μεταξά. Όταν η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη, εκείνος πουλάει μικροπράγματα στο λιμάνι, έχοντας αφήσει το σχολείο στη δευτέρα δημοτικού. Στην Κατοχή, ο Ερυθρός Σταυρός τον στέλνει με άλλα παιδιά στα Γιαννιτσά για να γλιτώσουν την πείνα. Εκεί μπαίνει στην Εθνική Αντίσταση κι όταν γυρίζει στη Θεσσαλονίκη μετά την Απελευθέρωση, οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 τον συλλαμβάνουν, τον βασανίζουν και τον καταδικάζουν σε θάνατο. Για εννιά μήνες ξυπνάει κάθε πρωί με την πιθανότητα να είναι το τελευταίο του.
Εκεί, μέσα στο κελί του Γεντί Κουλέ, ο Μανόλης Αναγνωστάκης μαθαίνει ανάγνωση και γραφή στον Μίσσιο: Δυο θανατοποινίτες περιμένουν την εκτέλεσή τους,. και ο ένας έχει κάτι που μπορεί να δώσει κι ο άλλος θέλει κάτι που χρειάζεται να πάρει, ενώ κανένας τους δεν ξέρει πόσος χρόνος τούς απομένει. Σ’ αυτό το μάθημα ανάγνωσης χωράει όλος πολιτισμό της εκείνης της Αριστεράς για την οποία αγωνίζονταν και οι δύο. Γιατί όταν η εξουσία έχει ήδη αποφασίσει πόσο αξίζει η ζωή σου, ο άνθρωπος δίπλα σου εξακολουθεί να σου φέρεται σαν να έχεις μέλλον.
Ακολουθούν φυλακές και εξορίες στη Μακρόνησο και στον Αϊ-Στράτη. Όσο βρίσκεται έξω, δρα στη νεολαία της ΕΔΑ και στη γραμματεία των Λαμπράκηδων, ενώ με τη δικτατορία γίνεται ιδρυτικό μέλος του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου και περνά μεγάλο μέρος της επταετίας στις φυλακές Αβέρωφ, της Κέρκυρας και του Κορυδαλλού. Κι όμως, όταν λογαριάζει τι του έδωσε η στράτευση, θυμάται εκείνα τα χρόνια ως μερικά από τα πιο ευτυχισμένα της ζωής του, γιατί ανάμεσα σε διώξεις και σκληρούς αγώνες επιβίωσης, υπήρχε ταυτόχρονα και η εμπειρία του να μοιράζεσαι μ’ άλλους ένα σχέδιο για τη ζωή, ακόμη κι όταν με τον καιρό καταλαβαίνεις ότι είναι αρκετές οι ψευδαισθήσεις που ταΐστηκες.
«…η διαδρομή μου στην Αριστερά ήταν, παρά τις αντιξοότητες, από τις πιο ευτυχισμένες και πλούσιες περιόδους της ζωής μου. Είχαμε όνειρο, είχαμε όραμα, είχαμε μύθους και ψευδαισθήσεις. Η Αριστερά είχε βαθιές ρίζες μέσα στην ελληνική κοινωνία. Παρ΄ ότι ηττήθηκε στρατιωτικά, γρήγορα ξαναγεννήθηκε και στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60 ήταν ο μόνος παραγωγός πολιτισμού στη χώρα μας. Η Αριστερά ήταν επαναστατική, όχι με τη συνωμοτική έννοια αλλά με τον πολιτισμό της, μια πορεία που ήρθε να διακόψει η δικτατορία.»
Ο Μίσσιος, όταν μιλούσε για την Αριστερά των δεκαετιών του ’50 και του ’60, επέμενε στον πολιτισμό που παρήγαγε. Εκεί έβλεπε την επαναστατική της δύναμη, επειδή, ακόμη και μετά τη στρατιωτική ήττα, μπορούσε να ξαναβρεί επαφή με μια κοινωνία μέσα στην οποία είχε ρίζες. Πολιτισμός ήταν και το να μοιράζεσαι όσα ξέρεις, όπως έκανε ο Αναγνωστάκης στο κελί, ώστε η φτώχεια που στέρησε ένα παιδί από το σχολείο να μην αποφασίσει για πάντα τι δικαιούται να μάθει. Με την ίδια ελευθερία που του έδωσε εκείνο το μάθημα, ο Μίσσιος θα έγραφε αργότερα και για όσα τον πλήγωσαν μέσα στον δικό του χώρο.
«Ούτε όμως η χούντα τη νίκησε. Η Αριστερά ηττήθηκε στη Μεταπολίτευση. Διασπασμένη για άλλη μία φορά πολεμούσε με τα ευαγγέλια προσπαθώντας να στρατολογήσει η κάθε πλευρά με το μέρος της περισσότερους κομμουνιστές. Να τους κάνει τι, αλήθεια; Να τους βάλει στο μπαούλο; Δεν αντιλήφθηκε τη νέα εποχή στην οποία εισερχόταν η ελληνική κοινωνία, τις προσδοκίες και τα προβλήματά της.
»Έτσι ήρθε το ΠαΣοΚ, πήρε όλο το πακέτο των συνθημάτων και των αιτημάτων της Αριστεράς και το απαξίωσε. Εκτοτε η Αριστερά ψάχνει την προίκα της σε λάθος μέρος. Σήμερα ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει Αριστερά. Αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι Αριστερά δεν παράγει τίποτα, ούτε καν πολιτικό πολιτισμό».
Όταν κυκλοφορεί το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…», το 1985, ο λόγος του φτάνει και στους βασανιστές και στους κομματικούς γραφειοκράτες. «Μωρέ, καμιά φορά λέω, καλά που δε νικήσαμε…», γράφει. Η φράση πονάει πολύ επειδή έρχεται από κάποιον που είχε παλέψει πολύ, για να νικήσουν οι αγώνες για μια καλύτερη και ανθρώπινη ζωή, αλλά μέσα στη Μεταπολίτευση βρέθηκε μέσα σε μια Αριστερά που, όσο αυτή μάλωνε για το ποιος εκπροσωπεί την ορθή γραμμή, τόσο έχανε την επαφή της με όσα άλλαζαν στην κοινωνία και η ελευθερία που υπερασπιζόταν είχε συνέπειες και για το πώς εννοούσε την αντίσταση.
«Οι διασπάσεις και οι επαναδιασπάσεις αυτού του χώρου μου φέρνουν στο μυαλό την επίδραση που έχει η ουρά της αθερίνας στον τρικυμισμένο ωκεανό»
Όταν η Ελλάδα μπήκε στο πρώτο μνημόνιο, θυμήθηκε την εξάρτηση των χρόνων του Πιουριφόι (πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1953) και αναρωτιόνταν ποιος είχε κάνει τη χώρα αδύναμο κρίκο.
«Αισθάνομαι ταπεινωμένος και περιφρονημένος. Νομίζω ότι ξαναζώ την εποχή του Πιουριφόι, τότε που η χώρα μας ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Δεν πίστευα πως θα ζήσω μια νέα υποτέλεια της πατρίδας μου. Λέει ο Πρωθυπουργός ότι ήμασταν ο αδύναμος κρίκος και γι΄ αυτό μας χτύπησε τόσο καίρια ο τοκογλυφικός καπιταλισμός. Γιατί όμως είμαστε ο αδύναμος κρίκος; Είναι ένα ερώτημα στο οποίο οφείλει να απαντήσει το πολιτικό μας σύστημα και άλλοι κοινωνικοί φορείς που υποτίθεται ότι διακονούν τα συμφέροντα του λαού».
Αναγνώριζε τη λαϊκή ευθύνη και όσο δίκαιο έβλεπε στο «φέρτε πίσω τα κλεμμένα», άλλο τόσο παραπλανητικό το θεωρούσε, γιατί έβλεπε πόσο εύκολα μένουν στο απυρόβλητο οι θεσμοί που αναπαράγουν την υποτέλεια, όταν όλη η κουβέντα περιορίζονταν στους ενόχους. Ήθελε μια αντίσταση έξω από τις «κομματικές μάντρες», που να μπορεί να σταθεί χωρίς βία και επιβολή. Κι όταν η συζήτηση έφτανε στην τιμωρία, επέμενε στην πρόληψη, γιατί ήξερε πόσα μένουν στη θέση τους, όταν η κοινωνία αρκείται στην καταστολή.
Από την πυρηνική απειλή ως την εξουσία των χρηματιστηρίων, έβλεπε προβλήματα που κανένας λαός δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος του. Ο Όργουελ και ο Χάξλεϊ τού έδιναν λέξεις για μια κοινωνία όπου η επιτήρηση συνυπάρχει με την κατανάλωση. Και γύριζε στον Δαντόν για να σκεφτεί τι απομένει από τα όνειρα των ανθρώπων όταν το κέρδος αποφασίζει για όλα. Θεωρούσε ότι όσο η ζωή οργανώνεται γύρω από την παραγωγή και την κατανάλωση, η επιθυμία, η χαρά και ο έρωτας εξαφανίζονται.
«Πιστεύω ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, είναι καθολική και παγκόσμια. Ο πλανήτης μας είναι πλέον μια μικρή γειτονιά γεμάτη κινδύνους και εγκληματικές συμμορίες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Πιστεύω πως κανένας λαός, καμία χώρα δεν μπορεί να ονειρευτεί μια κοινωνία ισόνομη, ελεύθερη και ειρηνική. […] Πρόσφατο παράδειγμα έχουμε το έγκλημα της ΒΡ. Κι όμως κανένας δεν θα τιμωρηθεί, κανένας δεν ζητάει να σταματήσουν οι εξορύξεις στα βάθη του ωκεανού. Όλοι μιλούν για το πόσα σεντς έπεσε η μετοχή της. Η ανάγκη συνεργασίας των λαών είναι επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε. Η ανάγκη μιας παγκόσμιας δράσης για να αλλάξουμε τους κοινωνικούς θεσμούς, τις αξίες μας και τη συμπεριφορά μας απέναντι στη φύση και στον συνάνθρωπό μας είναι στοιχειώδης προϋπόθεση».
Από το «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;» και το «Τα κεραμίδια στάζουν» ως το «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι», το «8-3=11» και τη «Ντομάτα με γεύση μπανάνας», ζητάει να ξανακοιτάξουμε όσα έχουμε συνηθίσει. Από το αγροτόσπιτο στο Μικροχώρι, όπου έζησε με τη Ρηνιώ και τα τρία σκυλιά τους, μιλούσε για την οικολογία ως καθημερινή πράξη ελευθερίας, που αρχίζει όταν αφήνουμε τη λογική να δουλέψει μαζί με τις αισθήσεις και αναγνωρίζουμε ότι οι άλλες μορφές ζωής έχουν αξία πέρα από τη χρησιμότητά τους για μας.
Ο Χρόνης Μίσσιος πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 2012, στα 82 του. Από το μάθημα στο Γεντί Κουλέ ως την επιμονή του στην τρυφερότητα, αυτό που υπερασπίστηκε ήταν ένας διαφορετικός τρόπος να φερόμαστε ο ένας στον άλλον, ακόμη κι όταν η ήττα μάς έχει στερήσει τις βεβαιότητές μας.
«Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη και συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια πίστη σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής. Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας».
Πηγές: ΕΚΕΒΙ, biblionet.gr, Βικιπαιδεια, Χρόνης Μίσσιος «Ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει Αριστερά» (Συνέντευξη στον Αργύρη Παπαστάθη στο TO BHMA της Κυριακή 20 Ιουνίου 2010)
Επιμέλεια: Lef.T








