Από το Βραχώρι στο Αγρίνιο


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Από το Βραχώρι στο Αγρίνιο

| Η συγκέντρωση της γης στα χέρια των νέων γαιοκτημόνων,
οι αποκλεισμένοι αγωνιστές του 1821, η κοινωνική εξέγερση του 1835
και η διαμόρφωση μιας κλειστής αγροτικής οικονομίας
που σημάδεψε την πορεία της πόλης για δεκαετίες. |


Ο σχηματισμός του Δήμου Αγρινίου αποτέλεσε μία από τις πρώτες σημαντικές διοικητικές παρεμβάσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους στην περιοχή. Στις 7 Δεκεμβρίου 1835 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος το υπ’ αριθμόν 19 βασιλικό διάταγμα του Όθωνα «περί σχηματισμού των Δήμων εις τας επαρχίας Ναυπάκτου, Μεσολογγίου και Αγρινίου». Το διάταγμα εκδόθηκε ύστερα από πρόταση του Γραμματέα επί των Εσωτερικών Γεωργίου Πραΐδου και έφερε την υπογραφή του αντιβασιλέα Κόμη Ιωσήφ Λουδοβίκου Άρμανσπεργκ.

Σύμφωνα με το διάταγμα, η επαρχία Αγρινίου διαιρέθηκε στους δήμους Αγρινίου, Θέρμου, Ζακονίνων, Εφύρας, Ταξιαρχίδος, Παμφίας και Αμβρακίας. Πρωτεύουσες των δήμων αυτών ορίστηκαν αντίστοιχα το Αγρίνιο, το Θέρμο, τα Ζακόνινα, η Έφυρα, ο Ταξιάρχης, η Παμφία και η Αμβρακιά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η βαυαρική διοίκηση του Όθωνα υιοθέτησε εξαρχής την άποψη ότι το αρχαίο Αγρίνιο βρισκόταν στη θέση του Βραχωριού. Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη εκδοχή δεν ήταν τότε η επικρατέστερη, έγινε αποδεκτή και χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τη μετονομασία της πόλης. Η επιλογή αυτή συνδέθηκε με τη γενικότερη τάση του νεοελληνικού κράτους να αναζητεί τις ρίζες του στην αρχαιότητα και να απομακρύνεται συμβολικά από το οθωμανικό παρελθόν.

Μέχρι το 1923 πολλοί ερευνητές θεωρούσαν ότι το αρχαίο Αγρίνιο βρισκόταν νοτίως της σημερινής Σπολάιτας, στην αριστερή όχθη του Αχελώου, απέναντι από την αρχαία Στράτο. Την ίδια χρονιά ξεκίνησαν ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή της Μεγάλης Χώρας, όπου αποκαλύφθηκαν οικοδομικά κατάλοιπα με λίθους της κλασικής εποχής. Τα ευρήματα αυτά ενίσχυσαν την άποψη ότι το αρχαίο Αγρίνιο βρισκόταν πολύ κοντά στη σημερινή πόλη. Δύο χρόνια αργότερα, κοντά στο δεύτερο χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού Αγρινίου – Ιωαννίνων, απέναντι από τα Διαμαντέικα και μέσα στο κτήμα των αδελφών Μαρίτσα, αποκαλύφθηκαν τμήματα αρχαίου τείχους.

Το καλοκαίρι του 1927 ξεκίνησαν επίσημα οι ανασκαφές υπό τη διεύθυνση του εφόρου αρχαιοτήτων Ι. Μηλιάδη. Για τον σκοπό αυτό ο Δήμος Αγρινίου, με δήμαρχο τον Ανδρέα Παναγόπουλο, διέθεσε το ποσό των 80.000 δραχμών, ενώ το επόμενο έτος οι αδελφοί Παπαστράτου ενίσχυσαν το έργο με επιπλέον 100.000 δραχμές.

Η συγκρότηση των δήμων εντασσόταν στη γενικότερη προσπάθεια του ελληνικού κράτους να οργανώσει τη διοίκηση και να καταστήσει σαφή την παρουσία και την κυριαρχία του σε ολόκληρη την επικράτεια. Η αντιβασιλεία που κυβερνούσε στο όνομα του Όθωνα προχώρησε σε σειρά διοικητικών πράξεων με τις οποίες καθορίζονταν τα χωρικά και διοικητικά όρια κάθε περιοχής.

Η διοικητική διαίρεση του 1835 δεν ήταν η πρώτη που εφαρμόστηκε στην περιοχή. Είχαν προηγηθεί οι διοικητικές ρυθμίσεις της περιόδου του Καποδίστρια, καθώς και το βασιλικό διάταγμα της 15ης Απριλίου 1833, με το οποίο το Βραχώρι είχε οριστεί πρωτεύουσα του νομού Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Πρώτος νομάρχης τοποθετήθηκε ο Ψαριανός Αναγνώστης Μοναρχίδης, τον οποίο αργότερα διαδέχθηκε ο Ανδρέας Ζαΐμης. Πρώτος δήμαρχος υπήρξε ο Αθανάσιος Καστάνης ή Καστανάς. Ωστόσο, στις 22 Σεπτεμβρίου 1833 η έδρα του νομού μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι, όπου παραμένει μέχρι σήμερα.

Ο νεοσύστατος Δήμος Αγρινίου περιλάμβανε το Αγρίνιο, τον Παλαιόπυργο, το Τζέλου, τον Πλάτανο, το Δοκίμι, τη Σπολάιτα, το Ζαπάντα, τα Καλύβια και τη Μονή Προδρόμου. Το Αγρίνιο αριθμούσε 473 οικογένειες και 1.850 κατοίκους. Ο Παλαιόπυργος διέθετε 49 οικογένειες και 256 κατοίκους, το Τζέλου 9 οικογένειες και 37 κατοίκους, ο Πλάτανος 21 οικογένειες και 92 κατοίκους, το Δοκίμι 22 οικογένειες και 102 κατοίκους, η Σπολάιτα 56 οικογένειες και 200 κατοίκους, το Ζαπάντα 13 οικογένειες και 46 κατοίκους, ενώ τα Καλύβια 34 οικογένειες και 123 κατοίκους. Παράλληλα, καταγραφόταν και η Μονή Προδρόμου, η οποία βρισκόταν σε απόσταση τριών ωρών από την πόλη.

Από την περίοδο αυτή και μετά αρχίζει να διαμορφώνεται σταθερότερα ο κοινωνικός ιστός του Αγρινίου. Οι κοινωνικές αντιθέσεις ανάμεσα στους Βραχωρίτες και τους Σουλιώτες εξακολουθούσαν να υπάρχουν, ωστόσο η πόλη αποκτούσε πλέον πιο μόνιμα χαρακτηριστικά οργάνωσης και ανάπτυξης.

Το τοπογραφικό διάγραμμα του 1836 αποτυπώνει καθαρά τη διαίρεση της πόλης σε δύο βασικές συνοικίες. Στην αριστερή πλευρά του ρέματος Κατρουλή είχε αναπτυχθεί η συνοικία των Βραχωριτών. Οι κατοικίες τους εκτείνονταν κυρίως στα υψώματα που περικλείονται σήμερα από τις οδούς Βλαχοπούλου, Σκαλτσοδήμου και Ιωάννη Σταΐκου. Εκεί κατοικούσαν οι προύχοντες, οι μεγαλονοικοκυραίοι και οι ισχυροί καπεταναίοι της περιοχής, όπως οι Στάικος, Σκαλτσοδήμος και Τσέλιος.

Στη δεξιά πλευρά του Κατρουλή αναπτύχθηκε η συνοικία των Σουλιωτών αγωνιστών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην πόλη αμέσως μετά την απελευθέρωση. Οι κατοικίες τους βρίσκονταν στην περιοχή που ορίζεται σήμερα από τις οδούς και τους πεζόδρομους Ηλιού, Καζαντζή, Τσικνιά και 39ου Συντάγματος.

Σύμφωνα με τις καταστάσεις που υπέβαλε στις 12 Μαΐου 1834 ο έπαρχος Τριχωνίας Λάμπρος Ζαβός, στο Αγρίνιο ζούσαν 157 σουλιώτικες οικογένειες με συνολικό πληθυσμό 498 ατόμων. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν οι οικογένειες Δαγκλαίων, Ζερβαίων, Μαλαμαίων και Κουτσονικαίων. Παράλληλα είχαν εγκατασταθεί 39 οικογένειες στρατιωτικών από άλλες περιοχές της Ηπείρου, συνολικού πληθυσμού 86 ατόμων, καθώς και οκτώ οικογένειες εμπόρων και ασημουργών, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια Δαβαρούκα.

Ανάμεσα στις δύο συνοικίες δημιουργήθηκε η πρώτη οργανωμένη αγορά της πόλης, το παζάρι, στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα η πλατεία Ειρήνης. Η αγορά αυτή αποτέλεσε το κέντρο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του Αγρινίου.

Πρώτος δήμαρχος του Δήμου Αγρινίου υπήρξε ο Αθανάσιος Καστάνης ή Καστανάς. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Κώστα Μαραγιάννη, πιθανή πατρίδα της οικογένειάς του ήταν τα Μεγάλα Βραγγιανά των Αγράφων. Παρέμεινε δήμαρχος μέχρι το 1840, ενώ το 1850 εξελέγη βουλευτής της επαρχίας Τριχωνίας. Πέθανε το 1853.

Η κοινωνική δομή της πόλης χαρακτηριζόταν από έντονες ανισότητες. Στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας βρισκόταν ένας περιορισμένος αριθμός μεγάλων γαιοκτημόνων, οι οποίοι λειτουργούσαν ως μια νέα αγροτική αριστοκρατία. Τον πυρήνα αυτής της ομάδας αποτελούσαν μεγαλοκαπεταναίοι και προύχοντες που κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά στην περιοχή. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατείχε ο Ιωάννης Στάικος. Η ομάδα αυτή συγκέντρωσε στα χέρια της μεγάλες εκτάσεις της εύφορης αγρινιώτικης πεδιάδας, αξιοποιώντας τα προνόμια και την επιρροή που διέθετε.

Αμέσως χαμηλότερα βρίσκονταν οι εύποροι Βραχωρίτες νοικοκυραίοι, καθώς και ορισμένοι φαλαγγίτες από τη Ρούμελη και το Σούλι, οι οποίοι με το διάταγμα του 1838 επέλεξαν να αποκτήσουν γη αντί να συνεχίσουν να λαμβάνουν τον κρατικό μισθό τους.

Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας βρισκόταν η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων του δήμου. Πρόκειται για μικροϊδιοκτήτες γης, καλλιεργητές και σέμπρους, οι οποίοι εργάζονταν τόσο στα δικά τους κτήματα όσο και στις μεγάλες ιδιοκτησίες των ισχυρών γαιοκτημόνων. Πάνω σε αυτή τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα διαμορφώθηκε η πορεία του Αγρινίου κατά τις πρώτες δεκαετίες της νεότερης ιστορίας του.

Στο περιθώριο αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας υπήρχε ακόμη μία κατηγορία κατοίκων. Επρόκειτο για παλιούς αγωνιστές και βετεράνους των άτακτων στρατιωτικών σωμάτων της Επανάστασης, οι οποίοι μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους βρέθηκαν στο στόχαστρο της βαυαρικής διοίκησης και συχνά ζούσαν καταδιωκόμενοι.

Η γη εξακολουθούσε να βρίσκεται συγκεντρωμένη στα χέρια μεγάλων ιδιοκτητών και μοναστηριών. Τα οθωμανικά κτήματα είχαν μεν περάσει στην κυριότητα του κράτους, όμως η εθνικοποίησή τους δεν συνοδεύτηκε από αναδιανομή προς τους ακτήμονες. Το νέο κράτος αντικατέστησε ουσιαστικά τους παλιούς Οθωμανούς ιδιοκτήτες χωρίς να αλλάξει τη βασική δομή της γαιοκτησίας. Ως αποτέλεσμα, μεγάλες εκτάσεις παρέμειναν ακαλλιέργητες και αναξιοποίητες. Ο Βαυαρός Τιρς είχε προτείνει τη δίκαιη διανομή των εθνικών γαιών στους ακτήμονες, όμως η πρότασή του δεν υιοθετήθηκε.

Τον Μάρτιο του 1833 διαλύθηκαν τα άτακτα σώματα της Επανάστασης. Από τους χιλιάδες άνδρες που τα στελέχωναν, μόλις δύο χιλιάδες μπορούσαν να ενταχθούν στο νεοσύστατο Τάγμα Ακροβολιστών. Έτσι εμφανίστηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας ομάδες πρώην αγωνιστών που περιφέρονταν χωρίς πόρους και προοπτική. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους ποικίλλουν, από πέντε έως δεκατρείς χιλιάδες σε ολόκληρη τη Ρούμελη. Η παρουσία τους ήταν ιδιαίτερα αισθητή στις παραμεθόριες περιοχές, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλεγόταν και η περιοχή του Αγρινίου.

Για μεγάλο μέρος της κοινωνίας της εποχής, το κράτος αντιμετωπιζόταν ως ένας ξένος και συχνά ανεπιθύμητος μηχανισμός. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η ληστεία εξελίχθηκε σε μία από τις μορφές αντίδρασης του παραδοσιακού αγροτικού κόσμου απέναντι στις προσπάθειες του κράτους να επιβάλει νέους οικονομικούς και πολιτικούς κανόνες. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν συχνά όξυναν τις αντιθέσεις και ενίσχυαν τις συγκρούσεις.

Από τον χειμώνα του 1834 έως και την άνοιξη του 1835 ληστρικές ομάδες δρούσαν σχεδόν ανεμπόδιστα στην περιοχή. Η αντιμετώπισή τους ανατέθηκε στον φιλέλληνα αξιωματικό Τόμας Γκόρντον. Τα πρώτα στρατεύματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν κυρίως βαυαρικά, όμως αποδείχθηκαν ακατάλληλα για τις επιχειρήσεις στα ορεινά, καθώς δυσκολεύονταν να ανταποκριθούν στις εξαντλητικές πορείες και στις ιδιαίτερες συνθήκες του εδάφους.

Στις επιχειρήσεις συμμετείχαν επίσης πρώην άτακτοι μισθοφόροι των ρουμελιώτικων σωμάτων, οι οποίοι γνώριζαν τόσο τα κρησφύγετα όσο και τις τακτικές των ληστών. Παρά ταύτα, τα αποτελέσματα υπήρξαν περιορισμένα.

Το 1834, έναν μόλις χρόνο πριν από την επίσημη μετονομασία της πόλης σε Αγρίνιο, η περιοχή γνώρισε έντονη κοινωνική αναταραχή. Τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα δεν μπορούσαν να αποδεχθούν ότι οι εθνικές γαίες δεν είχαν αποδοθεί στους αγωνιστές της Επανάστασης. Η δυσαρέσκεια εντάθηκε ακόμη περισσότερο με την επιβολή φόρου στο αλάτι που χρησιμοποιούσαν οι Βραχωρίτες κτηνοτρόφοι για τα κοπάδια τους. Ως αντίδραση, πολλοί από τους βλάχους της περιοχής κατέφυγαν στο Παναιτωλικό.

Τον Αύγουστο του 1835 οι δυσαρεστημένοι ενώθηκαν υπό την ηγεσία του Σωτήρη Στράτου και του Δήμου Τσέλιου. Κατόρθωσαν να συλλάβουν και να διαλύσουν τα δύο στρατιωτικά τάγματα που στάθμευαν στην πόλη, ανέτρεψαν προσωρινά κάθε μορφή κρατικής εξουσίας και διατήρησαν τον έλεγχο του Αγρινίου επί τρεις ημέρες. Η κρατική εξουσία αποκαταστάθηκε στις αρχές του 1836 από τον Θοδωράκη Γρίβα και τον Κώστα Τζαβέλα.

Στο Αγρίνιο της περιόδου αυτής, αλλά και για πολλές δεκαετίες αργότερα, κυρίαρχο στοιχείο της οικονομίας παρέμενε η γεωργία. Τα βασικά προϊόντα ήταν τα δημητριακά, ενώ σε μικρότερη κλίμακα παράγονταν ελιές, κρασί, κτηνοτροφικά προϊόντα και σταφίδα. Η σταφίδα αποτελούσε το μοναδικό εξαγώγιμο προϊόν της τοπικής οικονομίας. Αντίθετα, ο καπνός καλλιεργούνταν ακόμη σε ελάχιστες εκτάσεις και η συμβολή του στην οικονομική ζωή ήταν περιορισμένη.

Η παραγωγή σταφίδας αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα. Οι τιμές της ήταν χαμηλότερες από εκείνες άλλων περιοχών της χώρας, κυρίως λόγω των δυσκολιών μεταφοράς προς τα λιμάνια εξαγωγής. Ωστόσο, το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν ότι μεγάλο μέρος της εύφορης πεδιάδας παρέμενε εκτός παραγωγής. Ακόμη και μετά το 1860 περισσότερο από το μισό του κάμπου δεν καλλιεργούνταν, γεγονός που αποδιδόταν στην πολιτική και οικονομική ισχύ των μεγάλων τσιφλικάδων της περιοχής, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Γιαννάκη Στάικο.

Οι συνθήκες αυτές διαμόρφωσαν μια σχετικά κλειστή οικονομία, η οποία λειτούργησε ανασταλτικά για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της πόλης. Όπως σημειώνει ο Γεράσιμος Παπατρέχας, με αυτή την κοινωνική σύνθεση και αυτό το ανθρώπινο δυναμικό πορεύτηκε το νέο Αγρίνιο για πολλές δεκαετίες του 19ου αιώνα, έως ότου εμφανιστούν οι πρώτες διαδικασίες μικροαστικού μετασχηματισμού. Από το 1850 και έπειτα συνεχίστηκε η εγκατάσταση νέων κατοίκων από την Ήπειρο, την Ευρυτανία, τα Κράββαρα και την Αρκαδία της Πελοποννήσου. Οι άνθρωποι αυτοί κατέφθαναν στην περιοχή αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής και νέες οικονομικές δυνατότητες.

Είμαστε από αυτούς που πιστεύουν ότι το αρχαίο Αγρίνιο καμία σχέση δεν έχει, πέρα ίσως από την εγγύτητα της γεωγραφίας του, με το οθωμανικό Βραχώρι, όπως και το Βραχώρι ελάχιστη έως μηδενική σχέση με το κατοπινό Αγρίνιο κι ας αποτελεί ιστορική μετεξέλιξή του.

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Φωτογραφία: Αντιγραφή μέρους του τοπογραφικού διαγράμματος της πόλης του Αγρινίου
κατά το έτος 1838 από τον αρχιτέκτονα Χρ. Κατσιμπίνη,
έτσι όπως αυτό συμπληρώθηκε το 1843. (Πηή: Μ. Μανικάρου, Χρ. Σπυρέλη,
«Αγρίνιο: Δήμαρχοι και Δημαρχίες 1833-2007», το ΔΟΝΤΙ – Δήμος Αγρινίου, 2009, σελ.41.
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *