Αιτωλικοί Περίπατοι Β’ – Παραχελωϊτιδα

Το ειδύλλιο είναι η χώρα
που την ονόμασαν «Παραχελωϊτιδα»

 

γράφει ο Αθανάσιος Δημητρούκας
(με τη ματιά του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου)

 

Καθώς ξανοίγεσαι, περνώντας το δυτικό γεφύρι του Αιτωλικού, ανάμεσα σε χαμηλούς δασωμένους λόφους και περιβόλια με κάρπιμα δέντρα, προς την απλωσιά, όπου κονεύει το Νιχώρι, αισθάνεσαι την ανάσα σου να πλαταίνει. Δεν είναι ο τόπος πολύς, μα είναι ανοιχτός, ένας κάμπος πλασμένος από τα χώματα που κατεβάζει ο Ασπροπόταμος, το ηγεμονικό ποτάμι. Αυτός  ο πατέρας, ο γενάρχης, που πηγάζει από τα σπλάχνα του μύθου. Άνοιξη ήμερη, πλουσιόδωρη. Συλλογίστηκα το δύσμοιρο το Μίνω το Ζώτο. Από τούτο το κατατόπι ξεκίνησε για να γίνει στα πεζοδρόμια της Αθήνα φυματικός ποιητής. Ένα φτωχό , δυστυχισμένο παιδί, γεμάτο φλόγα στα μάτια. Όταν ήρθε η ώρα του να πεθάνει, γύρισε πίσω, να βρει το χώμα του. Η ζωή των ανθρώπων, πολύ συχνά, ίσως και πάντα, είναι μια σειρά ματαιοπονίες. Παραπάνου, ένα άλλο μεγαλοχώρι, η Κατοχή. Φημίζεται το κρασί της: το πίνεις αποβραδίς και βρίσκεσαι μεθυσμένος την άλλη μέρα.

Σιμώνουμε τον Αχελώο ανάμεσα σε πυκνά σύδεντρα. Μικρή συντροφιά προσμένει το πέραμα. Αντίκρυ, στην ακροποταμιά, ορθώνεται στους βράχους της η Κατοχή. Το θέαμα θυμίζει τους όχτους του Ρήνου – τις πολιτείες που γέρνουν απάνου του με τα κάστρα τους, με τα καμπαναριά τους, με τα παλιά τους αρχοντικά. Φυσικά, η μικρογραφία. Το ποτάμι κυλιέται νωθρό.  Είναι η ώρα της ειρήνης. Αντίκρυ, στην παρυφή της Κατοχής ,ας προσμένει η ολόανθη ακακία: ψηλά κλαδιά, φορτωμένα λουλούδια. Ανασαίνουμε την ευδαιμονία. Μα τόσο μόνο. Ο  τόπος πίνει νερό από τον Ασπροπόταμο, θολό νερό. Αναθυμούμαι το Νείλο, τις γκαμήλες, τους ανθρώπους που ξεδιψούν στις ακροποταμιές του. Είναι ένας τόπος ακάθαρτος, θέλοντας και μη την πρόσεξα τη βρωμιά του. Το σωστότερο είναι να τον κοιτάζεις απόξω, από τον όχτο τον αντικρινό. Προτού διαλυθεί η φαντασμαγορία.

Ένας βραχότοπος με ζωντανά τα σημάδια της παλιάς αρχοντιάς του. Το αρχοντικό των Βάλβηδων, η «Κούλια» της Κυρά – Βασιλικής. Είναι η αγαπημένη του Αλήπασα. «Το σώμα μου, πασά μου, ανήκει σε σένα, αλλά η ψυχή μου ανήκει στο Χριστό. Δεν αλλαξοπίστησε. Είταν όμορφη, με λαμπρό παράστημα. η Βασιλική Κίτσου. Έζησε τα στερνά της χρόνια σε τούτα τα μέρη. Πέθανε στο Αιτωλικό, που το αγαπούσε ξεχωριστά, στα 1834, σαρανταενός χρονώ. Είταν ψυχοπονιάρα, «αφεντογυναίκα», την ονομάζει ένας από τους βιογράφους της. Η ποίηση, κ΄ η απρόσωπη κ΄ η προσωπική, την έκαμε θέμα της. Είναι η ομορφιά, που ημερώνει και τα θηρία. Ασκήτεψε στην «κούλια» της, στην Κατοχή, πέντε χρόνια. Είταν ο πύργος της, ερειπωμένος σήμερα. Είχε κοπάδια δικά της, απέραντα χτήματα και πλήθος άλλους θησαυρούς, χρυσάφι κι ασήμι. Ένα ζωντανό παραμύθι. Η «δέσποινα»

Θέλω να πω κα για ένα άλλο χωριό, τη Γουριά. Χτισμένη και τούτη ψηλά σε λόφο αγερικό,  «ανεμόεντα» ανάμεσα  σε χωράφια λειβάδια και περιβόλια, ορθόστητη, ξεκομένη. Χαμηλοί λόφοι άλλοι τη σιμώνουν από το ένα πλευρό, ο κάμπος και το ποτάμι, πλατύ, από τ΄ άλλο. Η Γουριά είναι το «εύρημα» της σύντομης τούτης οδοιπορίας. Ένα ξάφνιασμα. Χωριό ομορφότατο, να ξανοίγεις ψηλάθε του τη ματιά σου και να νιώθεις την ανάσα της πλάσης βαθύτερα. Είναι απομεσήμερο, μαλακός ήλιος, πολλή ησυχία. Από κείνες τις ώρες, που τίποτε δεν σε αναγκάζουν να θυμηθείς. Που σου επιτρέπουν μονάχα να αισθάνεσαι. Πως υπάρχεις.

Εκεί λοιπόν και κείνη την ώρα, συναπαντούμε ένα άλλο τοπίο, ανθρώπινο, και θαυμαστά ανθρώπινο. Τα περιοδικά συχνά δημοσιεύουν μελετήματά του, μια οικεία υπογραφή. Κ.Σ.Κώνστας. Η διαίσθηση δεν είναι μύθος. Κοιτάζοντας τούτη την υπογραφή Κ.Σ.Κώνστας, σαν να προμάντευα, πως δεν εκπροσωπούσε  μονάχα της αγάπη της σπουδής και της έρευνας, μα και μια ψυχή βαθύτερη. Εκεί απάνου στη Γουριά, η υπογραφή έγινε παρουσία. Ένας άνθρωπος νέος ακόμα, συμπαθητικός, καλόκαρδος και πρόσχαρος, παρά τη δεινή συμφορά του. Βαριά λαβωμένος στον πόλεμο της Αρβανιτιάς, έκαμε τον πόνο του στοχασμό. Ξανακέρδισε τα νιάτα του και την πίστη σου στη ζωή, και την πίστη του στην προσπάθεια. Μας οδηγεί, με την φυσική ευγένεια του μεγαλονοικοκύρη, στ΄ αρχοντικό του. Ένα σπίτι διώροφο, με θαυμάσια θέα. Επιπλωμένο με προσοχή. Δύο εστιάδες, η μητέρα, η αδελφή. Μιλούμε. Και πολύ συχνά, για την αθλιότητα της ελληνικής επαρχίας, του ελληνικού χωριού ντροπιάζει το νόημα της κατοικίας.

Γύμνια και βρώμα. Μήτε άνεση καμιά μήτε φροντίδα. Αν έλειπε και το τζάκι, που είναι η ποίηση, δε θ’ απέμεινε τίποτε. Μα τούτο δω είν ένα σπίτι αληθινό. Μια κεντρική αίθουσα, «living room» θα τη λέγαμε στην Αθήνα, όπου ντρεπόμαστε πια να θυμηθούμε τα ελληνικά μας, με μια προθήκη, όπου ασημένια λάμπουν τα κατάλοιπα της πατρικής παλικαριάς – το μεγάλο τραπέζι, η μεγάλη λάμπα, κρεμασμένη από την οροφή, άνετα καθίσματα, καναπέδες, εικόνες στους τοίχους. Σιμά σε τούτη την αίθουσα το γραφείο, η πλουσιότατη βιβλιοθήκη, η τάξη κ΄ η πάστρα. Και παντού η ζέστα της καρδιάς χυμένη σ’ όλες τις κάμαρες, η ευλογία της σπιτικής ζωής. Θα θυμάμαι τη λιγοστή ώρα, που πέρασα σε εκείνο το σπίτι, το γνήσιο σπίτι της επαρχίας, χωρίς καμιά «μίμηση ζωής μεγάλης χωρίς νοθεμένη Αθήνα.

 

Φωτογραφία: Η «Σανίδα» που ένωνε Νιοχώρι με Κατοχή