...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Από το Ζαπάντι στη Στράτο
| Ο Άγγλος περιηγητής, William Martin Leake, καταγράφει το πέρασμα του Αχελώου,
την τοπογραφία της περιοχής και τα εντυπωσιακά κατάλοιπα της αρχαίας Στράτου,
συνδέοντας τις προσωπικές του παρατηρήσεις
με τις αρχαίες πηγές και τα ιστορικά γεγονότα της Αιτωλίας. |
Σήμερα το πρωί (17 Ιουνίου 1805), λίγο πριν από τις 06:00 π.μ., προχωρώ προς τα βόρεια κατά μήκος της πεδιάδας, σε μια κατεύθυνση παράλληλη με τους πρόποδες των λόφων, και στις 06:25 π.μ. φθάνω στο Ζαπάντι, χωριό 120 σπιτιών, τα δύο τρίτα των οποίων είναι τουρκικά. Αφού περιμένουμε ένα τέταρτο της ώρας έναν οδηγό για να βγούμε στο ποτάμι, αρχίζουμε να το διασχίζουμε στις 07:20 π.μ. Το χειμώνα το πέρασμα σπάνια επιχειρείται. Τα νερά συχνά γεμίζουν ολόκληρη την κοίτη, η οποία δεν έχει πλάτος μικρότερο από τρία τέταρτα του μιλίου. Επί του παρόντος, όμως, ο ποταμός διαιρείται σε πέντε ή έξι ορμητικά ρέματα. Δύο μόνο από αυτά είναι μεγάλα και απαιτούν οδηγό, όχι τόσο λόγω του βάθους τους, όσο επειδή ο πυθμένας είναι χαλαρός, με χαλίκι και άμμο, με πολλές τρύπες και κινούμενη άμμο. Τα περάματα, δηλαδή οι ασφαλείς τόποι διάβασης, αλλάζουν συχνά και είναι γνωστά μόνο σε όσους κατοικούν εδώ.
Την παρούσα εποχή, οι απογευματινές καταιγίδες στα βουνά προκαλούν μερικές φορές ξαφνικές και επικίνδυνες πλημμύρες, αλλά πριν από το μεσημέρι ο ποταμός είναι γενικά βατός. Το νερό δεν φθάνει πλέον ψηλότερα από έναν τουρκικό αναβολέα και δεν αντιμετωπίζουμε καμία δυσκολία, εκτός από τις στρογγυλές πέτρες του πυθμένα, οι οποίες κάνουν το άλογο να σκοντάφτει περιστασιακά. Ο οδηγός, που περπατά πεζός και το καθοδηγεί, το επαναφέρει γρήγορα όταν στραβοπατήσει, το ενθαρρύνει με τη φωνή του και συμβουλεύει τον αναβάτη να κοιτάζει προς την όχθη, ώστε να μη ζαλίζεται από το ρεύμα. Λίγο πιο κάτω από το πέρασμα η όχθη είναι πλατύτερη και στρέφεται προς τα δυτικά. Το στεγνό τμήμα της καλύπτεται από κορμούς δέντρων, κατάλοιπα των χειμερινών καταστροφών στα δάση της Πίνδου.
Μετά από μισή ώρα στάσης στη δεξιά όχθη, φθάνουμε στις 08:24 π.μ. στα ερείπια μιας μεγάλης ελληνικής πόλης, αναμφισβήτητα της Στράτου. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, η Στράτος βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Αχελώου, στην ίδια πεδιάδα που περιέχει τη λίμνη Τριχωνίδα και σε απόσταση 200 σταδίων από τη θάλασσα, ακολουθώντας την πορεία του ποταμού. Όλα αυτά συμφωνούν απόλυτα με τη συγκεκριμένη τοποθεσία. Ο ανατολικός τοίχος της πόλης ακολουθεί την όχθη του ποταμού[1], ακριβώς στο σημείο όπου αυτή αγγίζει τις τελευταίες κλίσεις των λόφων του Βάλτου. Οι λόφοι αυτοί είναι χαμηλοί, αλλά αυξάνονται βαθμιαία προς τα βόρεια-βορειοδυτικά και εκτείνονται μέχρι τον μυχό του Κόλπου της Άρτας, όπου καταλήγουν απότομα στο πέρασμα του Μακρυνόρους.
Μια παράλληλη κορυφογραμμή υψώνεται σταδιακά από την πεδιάδα, νοτιοδυτικά της Στράτου, και καταλήγει στον Κόλπο της Άρτας, στον λόφο Σπαρτοβούνι. Ανάμεσα στις δύο αυτές κορυφογραμμές σχηματίζεται μια μεγάλη κοιλάδα, η οποία ξεκινά από τα ερείπια της Στράτου και το απέναντι χωριό Λεπενού και καταλήγει βορειοδυτικά σε ένα εύκολο πέρασμα προς την πεδιάδα του Ξηρόκαμπου, κοντά στη νοτιοανατολική γωνία του Κόλπου της Άρτας. Είναι φανερό από τη διαμόρφωση του εδάφους ότι η Στράτος κατείχε θέση μεγάλης στρατιωτικής σημασίας. Βρισκόταν στο σημείο όπου η κοιλάδα της Λεπενούς συναντά την κοιλάδα του Αχελώου και όπου αμφότερες ανοίγονται προς τη μεγάλη Αιτωλική πεδιάδα. Έλεγχε έτσι δύο από τις σημαντικότερες προσβάσεις προς τον κάμπο από τον βορρά, ενώ βρισκόταν κοντά και σε μια τρίτη, στην οποία θα αναφερθώ αργότερα.
Το πρώτο στοιχείο που εντυπωσιάζει τον ταξιδιώτη, αφού διασχίσει τον ποταμό, είναι μια μικρή πύλη στη νοτιοανατολική γωνία του τείχους. Τριάντα γιάρδες χαμηλότερα, προς την πλευρά του νερού, υπάρχουν ορισμένα θεμέλια, τα οποία μπορεί να ανήκαν είτε στον περίβολο κάποιου ναού είτε σε προβλήτα· είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Η πύλη έχει ημικυκλική κορυφή, όχι κατασκευασμένη με την αρχή της αψίδας, αλλά με σταδιακή προεξοχή των οριζόντιων στρώσεων λίθου, κατά τρόπο που συναντάται σε πολλά μέρη της Ελλάδας και της Αιγύπτου.
Η πύλη έχει ύψος δέκα πόδια και πλάτος πέντε πόδια και έξι ίντσες. Οι λίθοι είναι πολύ μεγάλοι και, όπως συμβαίνει συνήθως στα ελληνικά φρούρια, μεγαλύτεροι από εκείνους των υπόλοιπων τμημάτων του τείχους. Η πύλη οδηγεί σε έναν ανώμαλο χώρο, με περίμετρο περίπου ενός μιλίου, που περιβάλλεται από λείψανα των τειχών της πόλης. Τα τείχη ανήκουν σε τρίτο είδος τοιχοποιίας και σε ορισμένα σημεία πλησιάζουν τους πιο συνηθισμένους τύπους κατασκευής.
Στο μέσο περίπου της απόστασης από την πύλη προς το υψηλότερο τμήμα της περίφραξης βρίσκονται τα ερείπια ενός θεάτρου, τοποθετημένου σε κοίλωμα του εδάφους. Η δεξιά πλευρά του γειτνιάζει με το δυτικό τείχος της περίφραξης και το κοίλο του βλέπει προς τον νότο. Η εσωτερική διάμετρός του είναι μικρότερη από 105 πόδια και φαίνεται πως διέθετε περίπου τριάντα σειρές εδωλίων, οι οποίες πιθανόν θα αποκαλύπτονταν πλήρως με ανασκαφές.
Η συγκεκριμένη περίφραξη προς τον ποταμό, όπου βρίσκεται το θέατρο, δεν καταλαμβάνει περισσότερο από το ένα τρίτο της συνολικής έκτασης της πόλης. Το υπόλοιπο τμήμα εκτεινόταν σε χαμηλότερο και ομαλότερο έδαφος. Τα ίχνη των τειχών είναι ακόμη παντού ορατά, ακολουθώντας κορυφές λόφων και τις κορυφογραμμές που τους συνδέουν. Το τείχος που χώριζε τα δύο τμήματα της πόλης καταλήγει στη βορειοδυτική κορυφή. Εκεί φαίνεται πως υπήρχε μια μικρή ακρόπολη, η οποία όμως δεν υψωνόταν σημαντικά πάνω από το γύρω έδαφος και δεσποζόταν εύκολα από τα εξωτερικά υψώματα.
Μια πύλη σώζεται ακόμη στο διαχωριστικό τείχος. Λίγο δυτικότερα υπάρχουν ερειπωμένες καλύβες και μερικά οπωροφόρα δέντρα, που ανήκαν άλλοτε στο χωριό Σουροβίγλι. Στο βόρειο τείχος της δυτικής περίφραξης σώζονται αρκετοί πύργοι και ενδιάμεσα παραπετάσματα σχεδόν άθικτα. Η περίμετρος της δυτικής περίφραξης φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ δύο και τριών χιλιάδων γιαρδών, ενώ η συνολική περίμετρος της πόλης υπολογίζεται σε περίπου δυόμισι μίλια.
Το παρακλάδι του Αχελώου που ρέει στους πρόποδες του ανατολικού τείχους, αν και στενό, είναι ορμητικό, βαθύ και δύσβατο ακόμη και αυτή την εποχή. Ο ποταμός παρείχε επομένως σημαντική φυσική προστασία. Ωστόσο, ως οχυρό, η Στράτος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδιαίτερα ισχυρή στην εποχή που οι τεχνικές πολιορκίας είχαν εξελιχθεί μετά τον Αλέξανδρο.
Η εξωτερική κορυφογραμμή που δεσπόζει πάνω από την ακρόπολη φωτίζει μία από τις συνθήκες της αποτυχημένης προσπάθειας του Περσέα να καταλάβει τη Στράτο τον χειμώνα του 170-169 π.Χ. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, ύστερα από αίτημα των Ηπειρωτών, διέσχισε τη χώρα τους και συναντήθηκε στα σύνορα της Αιτωλίας με τον Αρχιδάμο, στρατηγό των Αιτωλών, ο οποίος τον συνόδευσε στη Στράτο. Εκείνη την εποχή η πόλη ανήκε στην Αιτωλική Συμπολιτεία.
Όπως συνέβαινε συχνά στις ελληνικές πόλεις, υπήρχαν δύο αντίπαλες παρατάξεις. Ενώ ο Αρχιδάμος υποστήριζε τον Περσέα, η αντίπαλη πλευρά κάλεσε τον Ποπλίλιο από την Αμβρακία, ο οποίος εισήλθε στην πόλη με χίλιους άνδρες την ίδια νύχτα που ο Περσέας στρατοπέδευσε κοντά στον Αχελώο. Ο Δηνάρχης, διοικητής του αιτωλικού ιππικού, ενώ αρχικά φαινόταν διατεθειμένος να συναντήσει τον Περσέα, προσχώρησε τελικά στην αντίπαλη παράταξη και εισήλθε επίσης στην πόλη.
Ο βασιλιάς, έχοντας μαζί του στρατό δέκα χιλιάδων ανδρών και την υποστήριξη του αρχηγού των Αιτωλών, εξακολουθούσε να ελπίζει ότι οι οπαδοί του μέσα στην πόλη θα ενώνονταν μαζί του. Για τον λόγο αυτό κατέλαβε τα υψώματα πάνω από τη Στράτο. Αντί όμως να δει τους συμμάχους του να βγαίνουν προς συνάντησή του, δέχθηκε επιθέσεις και βολές από τα τείχη. Έτσι αποχώρησε προς τον ποταμό Πετιτάρο και στη συνέχεια προς την Απεραντία[2].
Από την κορυφή των ερειπίων η θέα προς τον Ασπροπόταμο και τα βουνά των Αγράφων είναι εξαιρετική. Η ποσότητα του χιονιού στις κορυφές τους δείχνει ότι τα υψηλότερα σημεία τους είναι σχεδόν ισοϋψή με τον Όλονο και τον Χελμό. Σε μικρότερη απόσταση δύο ωρών από το Σουροβίγλι, ο ποταμός ενώνεται με παραπόταμο που κατεβαίνει από τα ανατολικά του Μακρυνόρους. Πέρα από αυτόν βρίσκονται τα ερείπια μιας άλλης ελληνικής πόλης, κοντά στο χωριό Πρεβέντζα.
Ο ποταμός αυτός πιθανόν να είναι ο Πετιτάρος και τα ερείπια εκείνα της Απεραντίας. Εάν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε η ονομασία Πρεβέντζα ίσως αποτελεί φθορά του αρχαίου τοπωνυμίου. Οι αρχαίες πηγές παρέχουν ορισμένες ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση και η γενική εικόνα του τόπου συμφωνεί με τα ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με την Απεραντία και τις επιχειρήσεις των Αιτωλών στην περιοχή[3].
Ενώ βρισκόμουν στο θέατρο, μια αγέλη τριακοσίων βλάχικων βοδιών, όλα λευκά, πέρασε μέσα από τα ερείπια με προορισμό το Δραγαμέστο, από όπου επρόκειτο να σταλούν στα νησιά. Εκτός από τα κοπάδια που διέρχονται από τη Βλαχία, μεγάλες αγέλες και ποίμνια κατεβαίνουν κάθε χειμώνα και άνοιξη από τα Άγραφα και τις υπόλοιπες ορεινές περιοχές γύρω από τη Θεσσαλία για να βοσκήσουν στις πεδιάδες της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας. Τα βόδια αυτών των περιοχών είναι συνήθως σκούρου χρώματος.
Αφήνοντας τα ερείπια της Στράτου στις 10:15 π.μ., ανεβαίνουμε την κοιλάδα που αποτελεί διακλάδωση της πεδιάδας προς τα βορειοδυτικά και φθάνουμε στις 11:00 π.μ. στη Λεπενού ή Λεπενιό[4], χωριό σαράντα οικογενειών, στην απέναντι πλευρά της κοιλάδας από το Σουροβίγλι. Στην κοιλάδα ακριβώς κάτω από το χωριό αναβλύζουν άφθονες πηγές νερού. Η Λεπενού είναι ένα από τα σημαντικότερα χωριά του Βάλτου, αλλά έχει μειωθεί σημαντικά σε πληθυσμό, από τα ίδια αίτια που οδήγησαν και το Σουροβίγλι σε παρακμή.
Καθώς βγαίνω βιαστικά από το σπίτι του προεστού, λόγω των ψύλλων, κατευθύνομαι προς την πόρτα της αυλής, η οποία διαθέτει, όπως συνηθίζεται σε αυτή την περιοχή, μια μεγάλη κεραμοσκεπή που προσφέρει επαρκή προστασία αυτή την εποχή.
——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Παραπομπές: 1. Στράτος, ἀνάπλουν ἔχουσα τῷ Ἀχελώῳ πλειόνων ἢ διακοσίων σταδίων ……. Αἰτωλίαν, καὶ τὴν μὲν ἀρχαίαν λέγεσθαι τὴν δ’ ἐπίκτητον· ἀρχαίαν μὲν τὴν ἀπὸ τοῦ Ἀχελώου μέχρι Καλυδῶνος παραλίαν ἐπὶ πολὺ καὶ τῆς μεσογαίας ἀνήκουσαν εὐκάρπου τε καὶ πεδιάδος, ᾗ ἐστὶ καὶ Στράτος καὶ τὸ Τριχώνιον ἀρίστην ἔχον γῆν. Στράβων Γεωγραφικά 10.2.2 | 2. Τίτος Λίβιος Ιστορία της Ρώμης Ι. 43 κεφ, 21 | 3. Πολυβιος Ι. 22 κεφ. 8 Λίβιος Ι. 38 κεφ. 3. | 4. Λεπενοῦ, Λεπενιόν. Το πρώτο είναι η πιο κοινή μορφή και γενικά εκφωνείται με τον αλβανικό τρόπο, με ένα λαρυγγικό Λ, Λιεπενού.
Φωτογραφία: Παραποτάμια πύλη Αρχαίας Στράτου
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


