13 Οκτωβρίου 2026
🌅 Ανατολή ήλιου: 7:31 – Δύση ήλιου: 18:51 – Διάρκεια ημέρας: 11 ώρες 19 λεπτά
🌒 Σελήνη 2.6 ημερών.

Είναι η 286η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 79 ημέρες για τη λήξη του.
Χρόνια πολλά στους: Καρπό, Αγαθονίκη, Χρυσή, Χρύσα, Χρυσαλία, Χρυσαυγή,
Χρυσούλα, Σήλια, Χρυστάλλα, Χρυσταλλία, Φλωρεντία, Φλωρέντα, Φλωρένα,
Φλώρινα, Φλωρένσα, Φλωρέντζα, Ντία, Φλωρέντιο, Φλωρέντη, Φλωρέντο και Φλορέντσο.
Γεγονότα
1923 – Η Άγκυρα γίνεται πρωτεύουσα της Τουρκίας.[1] Είναι 13 Οκτωβρίου 1923 και η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση ψηφίζει έναν λιτό αλλά καθοριστικό νόμο: η έδρα της διοίκησης του νέου τουρκικού κράτους μεταφέρεται από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα. Η Τουρκική Δημοκρατία δεν έχει ακόμη ανακηρυχθεί, αυτό θα γίνει δεκαέξι ημέρες αργότερα, στις 29 Οκτωβρίου. Η απόφαση όμως δείχνει ήδη προς τα πού πηγαίνει το νέο καθεστώς.
Η Άγκυρα δεν επιλέχθηκε τυχαία. Από το 1919 είχε γίνει το κέντρο του κινήματος του Μουσταφά Κεμάλ και, από το 1920, έδρα της Εθνοσυνέλευσης. Από εκεί οργανώθηκε ο πόλεμος ανεξαρτησίας και λειτούργησε η πολιτική εξουσία που αμφισβήτησε ανοιχτά την οθωμανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης. Η πόλη βρισκόταν στην καρδιά της Ανατολίας, μακριά από τα Στενά, τις ξένες επεμβάσεις και το παλάτι του σουλτάνου. Ήταν το κέντρο μιας νέας κρατικής μηχανής που είχε γεννηθεί μέσα από τον πόλεμο.
Η νέα Τουρκία δεν θα συνέχιζε ως μια αναπαλαιωμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Θα οργανωνόταν γύρω από την Εθνοσυνέλευση, το εθνικό κράτος και την Ανατολία. Η Άγκυρα ήταν τότε μια σχετικά μικρή πόλη, χωρίς το μέγεθος και τις υποδομές της Κωνσταντινούπολης. Στα επόμενα χρόνια θα αλλάξει ριζικά, με δημόσια κτίρια, νέες συνοικίες, σιδηροδρόμους και υπηρεσίες που χτίστηκαν για να στεγάσουν την πρωτεύουσα. Η απόφαση της 13ης Οκτωβρίου δεν έριξε την Κωνσταντινούπολη στη σκιά. Άλλαξε όμως οριστικά το πολιτικό κέντρο της χώρας.
2003 – Η Ρουμπίνη Σταθέα[2] βρίσκεται νεκρή στην Κερατέα. Η Σταθέα ήταν αναπληρώτρια διευθύντρια της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής και τις προηγούμενες ημέρες βρισκόταν στο επίκεντρο μιας μεγάλης υπόθεσης που αφορούσε αυθαίρετες κατασκευές στην παραλιακή ζώνη και αποφάσεις για την κατεδάφισή τους.
Η υπόθεση είχε να κάνει με την οριοθέτηση του αιγιαλού και με πρωτόκολλα κατεδάφισης που είχαν εκδοθεί για κατασκευές στην ακτή του Σαρωνικού. Είχαν ακολουθήσει διαδικασίες επαναχάραξης, διαφωνίες για τα όρια του αιγιαλού και ανακλήσεις πρωτοκόλλων. Αυτό που για έναν πολίτη μπορεί να ακούγεται σαν μια τεχνική γραφειοκρατική διαμάχη, είχε στην πραγματικότητα μεγάλη πολιτική και οικονομική φόρτιση. Στην παραλιακή δεν συγκρούονταν μόνο έγγραφα και χάρτες, αλλά μεγάλα συμφέροντα, κρατικές αποφάσεις και η πίεση της δημοσιότητας.
Η Ρουμπίνη Σταθέα βρέθηκε στη μέση αυτής της σύγκρουσης. Η υπόθεσή της είχε γίνει αντικείμενο έντονης τηλεοπτικής και δημοσιογραφικής προβολής, ενώ οι ενέργειές της εξετάζονταν διοικητικά και εισαγγελικά. Η «Καθημερινή», σε μεταγενέστερη έρευνά της, κατέγραψε την εκδοχή της οικογένειάς της για την πίεση που είχε δεχθεί. Ο «Ριζοσπάστης», την επόμενη κιόλας ημέρα, έγραφε ότι η υπάλληλος είχε φορτωθεί πολιτικές επιλογές που ξεπερνούσαν κατά πολύ το υπηρεσιακό της επίπεδο.
Γεννήσεις
1960 – Γεννιέται στο Άνω Μητρούσι Σερρών ο Βασίλης Λέκκας[3], ένας ερμηνευτής που συνδέθηκε με το ελληνικό τραγούδι των μεγάλων συνθετών, την ποίηση και μια σκηνική παρουσία που δεν στηρίχθηκε στην εύκολη λάμψη της τηλεόρασης. Από μικρός ασχολήθηκε με το τραγούδι και η πρώτη καθοριστική δημόσια στιγμή της πορείας του ήρθε στις 2 Απριλίου 1980, όταν τραγούδησε υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε απευθείας μετάδοση από το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.
Η συνάντηση αυτή δεν ήταν μια τυπική εμφάνιση πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη. Ο Χατζιδάκις είχε ένα αυστηρό, προσωπικό κριτήριο για τις φωνές και τους ερμηνευτές που επέλεγε. Για τον Λέκκα, η εμφάνιση εκείνη άνοιξε έναν δρόμο προς μια μουσική σκηνή όπου το τραγούδι αντιμετωπιζόταν ως ερμηνεία και όχι μόνο ως προϊόν. Η φωνή του, με την καθαρότητα και την ένταση που τη χαρακτηρίζουν, ταίριαξε σε συνθέσεις που ζητούν δραματικότητα, μέτρο και προσοχή στον λόγο.
Στην πορεία του συνεργάστηκε με δημιουργούς διαφορετικών γενεών και ύφους, από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη έως τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Μιχάλη Γκανά, τον Μάνο Ελευθερίου και άλλους. Αυτό το εύρος δεν σημαίνει ότι κινήθηκε αδιάκριτα σε όλα τα είδη. Αντίθετα, η διαδρομή του έχει έναν σχετικά σταθερό άξονα: το τραγούδι που ζητά από τον ερμηνευτή να υπηρετήσει τον συνθέτη και τον στίχο, χωρίς να τους σκεπάσει με επίδειξη.
Ο Λέκκας ανήκει σε μια γενιά τραγουδιστών που βγήκαν από τη μεταπολιτευτική πολιτιστική κινητικότητα, όταν το έντεχνο τραγούδι, οι μουσικές σκηνές και οι συναυλίες παρέμεναν χώροι συνάντησης της λαϊκής μουσικής με την ποίηση και τον πολιτικό προβληματισμό. Η παρουσία του δεν εξαντλείται στη δισκογραφία. Συνδέθηκε ιδιαίτερα με το ζωντανό πρόγραμμα, με μικρούς χώρους, θέατρα και συναυλίες, εκεί όπου η σχέση με το κοινό περνά πρώτα από τη φωνή και τη ζωντανή εκφορά του τραγουδιού. Γι’ αυτό και η πορεία του διατηρεί μια ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη ελληνική μουσική: χωρίς τον θόρυβο της διαρκούς προβολής, αλλά με συνέπεια σε ένα τραγούδι που παίρνει στα σοβαρά τον άνθρωπο που το ακούει.
Θάνατοι
1985 – Πεθαίνει στην Αθήνα ο Αναστάσιος Αλεβίζος[4], γνωστός ως Α. Τάσσος, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες χαράκτες του 20ού αιώνα. Γεννημένος το 1914 στη Λευκοχώρα της Μεσσηνίας, ο Τάσσος δεν αντιμετώπισε τη χαρακτική ως διακοσμητική τέχνη. Τη χρησιμοποίησε για να δώσει μορφή στους ανθρώπους της δουλειάς, στη φτώχεια, στην Κατοχή, στην Αντίσταση, στον εμφύλιο, στη δικτατορία και στις κοινωνικές συγκρούσεις που σημάδεψαν τη νεότερη Ελλάδα.
Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε, μεταξύ άλλων, κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη και τον Γιάννη Κεφαλληνό. Από νωρίς στράφηκε στη χαρακτική και στη ξυλογραφία. Η πρώτη ατομική του έκθεση έγινε το 1936, ενώ το 1938 πήρε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Χαρακτικής. Η γρήγορη αναγνώριση δεν τον έστρεψε σε μια τέχνη αποκομμένη από την κοινωνία. Στα έργα του ο αγρότης, ο εργάτης, η γυναίκα, ο πολιτικός κρατούμενος και ο νεκρός της βίας δεν είναι διακοσμητικές μορφές. Είναι οι φορείς μιας ιστορίας που συνήθως γράφεται από τα πάνω και σβήνει τους ανθρώπους που την πλήρωσαν.
Ο Τάσσος εντάχθηκε στο ΚΚΕ το 1939 και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από την καλλιτεχνική του δράση, στο πλαίσιο του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Κατά την Κατοχή δημιούργησε αφίσες και χαρακτικά με αντιστασιακό περιεχόμενο. Στη συνέχεια η τέχνη του διατήρησε τη σχέση της με τον λαϊκό αγώνα και την κοινωνική κριτική, χωρίς να εγκαταλείψει τη μεγάλη αυστηρότητα της μορφής. Δούλεψε σχεδόν αποκλειστικά στο ξύλο, αρχικά με χρώμα και αργότερα με μεγάλες ασπρόμαυρες ξυλογραφίες, τις οποίες ο ίδιος ονόμαζε «Άσπρο-Μαύρο».
Η συμβολή του δεν περιορίστηκε στις εκθέσεις. Σχεδίασε γραμματόσημα για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία και για την Κυπριακή Δημοκρατία, εργάστηκε στις γραφικές τέχνες και εικονογράφησε βιβλία. Στη δικτατορία έζησε στο εξωτερικό και, μετά τη μεταπολίτευση, συμμετείχε σε πολιτιστικούς φορείς και στο διοικητικό συμβούλιο της Εθνικής Πινακοθήκης. Η σημερινή παρουσία του έργου του σε μουσεία και συλλογές έχει σημασία όχι επειδή πρόκειται για «εθνικό κεφάλαιο», αλλά επειδή κρατά ανοιχτή μια απαιτητική ιδέα για την τέχνη: ότι μπορεί να είναι τεχνικά άρτια, βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα ανοιχτά πολιτική.
Διαβάστε περισσότερα γεγονότα αυτής της μέρας

