Ό,τι έγινε… Έγινε
Γεγονότα
1307 – Με μυστικές εντολές που είχαν σταλεί εβδομάδες πριν στους αξιωματούχους του, ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Δ΄ ο Ωραίος εξαπολύει ένα συντονισμένο χτύπημα εναντίον των Ναϊτών. Τα ξημερώματα συλλαμβάνονται μέλη του τάγματος σε όλη τη γαλλική επικράτεια, μαζί με τον Μέγα Μάγιστρο Ζακ ντε Μολέ. Δεν πρόκειται απλώς για μια θρησκευτική δίωξη. Οι Ναΐτες είχαν γίνει μια ισχυρή στρατιωτική, οικονομική και πολιτική δύναμη, με μεγάλη περιουσία, εκτάσεις γης και ένα ευρύ δίκτυο που θύμιζε, σε αρκετές πλευρές του, πρώιμο χρηματοπιστωτικό μηχανισμό.
Οι κατηγορίες ήταν βαριές: αίρεση, βλασφημία, ανήθικες τελετές και άρνηση της πίστης. Στις ανακρίσεις χρησιμοποιήθηκαν βασανιστήρια και οι ομολογίες που αποσπάστηκαν με αυτόν τον τρόπο έγιναν το βασικό υλικό της υπόθεσης. Ο Φίλιππος είχε κάθε λόγο να επιδιώξει την εξόντωση του τάγματος. Χρωστούσε στους Ναΐτες μεγάλα ποσά, ενώ η αρπαγή της περιουσίας τους θα ενίσχυε το γαλλικό στέμμα. Ο πάπας Κλήμης Ε΄ αρχικά αντέδρασε στη βασιλική αυθαιρεσία, στη συνέχεια όμως υποχώρησε στην πίεση και διέταξε συλλήψεις Ναϊτών και σε άλλα χριστιανικά κράτη.
Η διάλυση του τάγματος δεν έγινε εκείνη τη μέρα, ούτε ο ντε Μολέ κάηκε αμέσως στην πυρά. Το τάγμα καταργήθηκε επισήμως το 1312 και ο τελευταίος Μέγας Μάγιστρος εκτελέστηκε στο Παρίσι το 1314, αφού ανακάλεσε τις ομολογίες του. Η σύνδεση της συγκεκριμένης Παρασκευής με τη γρουσουζιά της «Παρασκευής και 13» είναι πολύ μεταγενέστερη ιστορία, χωρίς ιστορική απόδειξη ότι ξεκίνησε τότε. Αυτό που μένει από εκείνη τη μέρα είναι η εικόνα ενός κράτους που χρησιμοποίησε τη θρησκεία και τη δικαιοσύνη για να τσακίσει έναν ισχυρό αντίπαλο και να βάλει χέρι στην περιουσία του.
1905 – Στην Αγία Πετρούπολη, μέσα στη γενική απεργία που έφερνε τη Ρωσική Αυτοκρατορία στα όριά της, συγκροτείται το Σοβιέτ των Αντιπροσώπων των Εργατών. Η λέξη «σοβιέτ» σημαίνει συμβούλιο, όμως αυτό το συμβούλιο δεν ήταν μια συνηθισμένη συνδικαλιστική επιτροπή. Ήταν μια νέα μορφή οργάνωσης, γεννημένη μέσα από την ανάγκη χιλιάδων εργατών να συντονίσουν τις απεργίες, να μιλήσουν συλλογικά και να αντιπαρατεθούν σε ένα αυταρχικό καθεστώς που δεν τους αναγνώριζε κανένα πραγματικό πολιτικό δικαίωμα.
Η Ρωσία βρισκόταν σε αναβρασμό. Η ήττα στον πόλεμο με την Ιαπωνία, η φτώχεια, η ακρίβεια και η βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων είχαν ανοίξει μια βαθιά κρίση. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης ξεκίνησε ως κέντρο συντονισμού των εργατικών αντιπροσώπων, αλλά πολύ γρήγορα απέκτησε πολιτικό βάρος. Εξέδιδε ανακοινώσεις, οργάνωνε την απεργία, διεκδικούσε το οκτάωρο, πολιτικές ελευθερίες και περιορισμό της τσαρικής αυθαιρεσίας. Πρώτος πρόεδρός του ήταν ο Γκεόργκι Χρουστάλεφ-Νοσάρ. Ο Λέων Τρότσκι βρέθηκε από νωρίς στον πυρήνα της λειτουργίας του και αργότερα ανέλαβε την προεδρία του.
Η ζωή του Σοβιέτ ήταν σύντομη. Το τσαρικό κράτος το διέλυσε και συνέλαβε τα στελέχη του, όμως το σχήμα αυτό άφησε πίσω του ένα ισχυρό προηγούμενο. Έδειξε ότι οι εργάτες μπορούσαν να φτιάξουν δικά τους όργανα εκπροσώπησης, έξω από τους θεσμούς της εξουσίας. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1917, τα Σοβιέτ θα επιστρέψουν δυναμικά και θα γίνουν ένα από τα κέντρα της επαναστατικής διαδικασίας. Η 13η Οκτωβρίου του 1905 δεν ήταν η τελική ανατροπή του τσαρισμού. Ήταν όμως μια στιγμή που η κοινωνική οργή πήρε οργανωμένη μορφή και έβαλε στο τραπέζι το ζήτημα του ποιος μπορεί πραγματικά να κυβερνά.
1917 – Στη Φάτιμα της Πορτογαλίας, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώνονται στην Κόβα ντα Ιρία, περιμένοντας κάτι που, σύμφωνα με τις αφηγήσεις τριών παιδιών, είχε προαναγγελθεί μήνες πριν. Η Λουσία ντος Σάντος και τα ξαδέλφια της, ο Φρανσίσκο και η Ζασίντα Μάρτο, έλεγαν από τον Μάιο ότι έβλεπαν την Παναγία. Η τελευταία εμφάνιση, τους είχε ειπωθεί, θα συνοδευόταν από ένα σημάδι που θα έπειθε και όσους δεν πίστευαν. Έτσι, στις 13 Οκτωβρίου, άνθρωποι από την περιοχή αλλά και δημοσιογράφοι έφτασαν στο σημείο μέσα στη βροχή.
Οι μαρτυρίες περιγράφουν ότι μετά από ώρα ο καιρός άνοιξε και ο ήλιος φάνηκε να αλλάζει χρώματα, να περιστρέφεται ή να κινείται παράξενα στον ουρανό. Άλλοι μίλησαν για έναν φωτεινό δίσκο που έμοιαζε να κατεβαίνει προς τη γη. Το γεγονός έμεινε γνωστό ως «Θαύμα του Ήλιου». Οι εκτιμήσεις για το πλήθος κυμαίνονται συνήθως από 50.000 έως 70.000 ανθρώπους. Δεν είδαν όλοι το ίδιο πράγμα, ούτε υπήρξε μία ενιαία περιγραφή. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί το γεγονός δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιστημονικά αποδεδειγμένο φυσικό φαινόμενο.
Για την Καθολική Εκκλησία και για εκατομμύρια πιστούς, η Φάτιμα έγινε ένας τόπος πίστης, προσκυνήματος και θρησκευτικής μνήμης. Για την ιστορική έρευνα, είναι επίσης ένα παράδειγμα του πώς ένα μαζικό γεγονός σχηματίζεται από προσδοκία, πίστη, φόβο, δημοσιότητα και προσωπική μαρτυρία. Η εποχή ήταν ήδη φορτισμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη φτώχεια και την πολιτική αστάθεια της Πορτογαλίας. Η υπόσχεση ενός σημείου από τον ουρανό έπεσε πάνω σε μια κοινωνία που αναζητούσε παρηγοριά και βεβαιότητα. Γι’ αυτό η Φάτιμα δεν είναι απλώς μια θρησκευτική ιστορία. Είναι και μια ιστορία για τη δύναμη που αποκτά η πίστη όταν συναντά την αγωνία μιας ολόκληρης εποχής.
.
1930 – Η Αλίκη Διπλαράκου, ήδη αναγνωρισμένη ως «Μις Ευρώπη», συμμετέχει στο διεθνές καλλιστείο του Ρίο ντε Ζανέιρο και καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση. Για τα ελληνικά δεδομένα του Μεσοπολέμου, το γεγονός είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία από έναν διαγωνισμό ομορφιάς. Η παρουσία μιας νεαρής Ελληνίδας σε μια διεθνή διοργάνωση παρουσιαζόταν ως εθνική επιτυχία, ως μια ευκαιρία να προβληθεί η χώρα σε έναν κόσμο όπου η δημόσια εικόνα και ο κοσμοπολιτισμός έπαιρναν ολοένα μεγαλύτερη θέση.
Η Διπλαράκου είχε γεννηθεί το 1912 και μεγάλωσε στην Αθήνα, σε οικογένεια με κοινωνικές και διεθνείς διασυνδέσεις. Η συμμετοχή της στα καλλιστεία ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, όπως αφηγήθηκε αργότερα η ίδια. Από τον ελληνικό διαγωνισμό βρέθηκε στο Παρίσι, όπου κέρδισε τον τίτλο της «Μις Ευρώπη», και στη συνέχεια στο Ρίο. Εκεί αναδείχθηκε δεύτερη σε μια διοργάνωση που ο Τύπος της εποχής αντιμετώπισε σαν παγκόσμιο θέαμα. Ο διαγωνισμός εκείνος δεν είναι ταυτόσημος με τον μεταγενέστερο θεσμό Miss Universe όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, όμως τότε προβλήθηκε ακριβώς με αυτό το όνομα.
Η πορεία της δεν περιορίστηκε στην εικόνα της «ωραίας Ελληνίδας». Περιόδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και μίλησε για τον αρχαίο και νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Αργότερα, το 1930, μεταμφιέστηκε σε άνδρα και μπήκε στο Άγιο Όρος, παραβιάζοντας το άβατο. Το περιστατικό προκάλεσε τεράστια δημοσιότητα και έφερε στην επιφάνεια μια σκληρή αντίφαση: μια γυναίκα μπορούσε να προβάλλεται δημόσια ως εθνικό σύμβολο ομορφιάς, αλλά δεν είχε δικαίωμα πρόσβασης σε έναν θρησκευτικό χώρο όπου η παρουσία της θεωρούνταν απαγορευμένη. Η Διπλαράκου έμεινε στη μνήμη ως κοσμική προσωπικότητα, αλλά η ζωή της δείχνει και τα στενά όρια που επέβαλλε στις γυναίκες η κοινωνία της εποχής.
1972 – Το βράδυ της 13ης Οκτωβρίου 1972, ένα δικινητήριο αεροπλάνο της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης χάνεται στις Άνδεις. Η πτήση 571 είχε ναυλωθεί για να μεταφέρει την ερασιτεχνική ομάδα ράγκμπι Old Christians, μαζί με συγγενείς, φίλους και μέλη του πληρώματος, από το Μοντεβιδέο στο Σαντιάγο της Χιλής. Στο αεροσκάφος βρίσκονταν 45 άνθρωποι. Η πτήση είχε κάνει ενδιάμεση στάση στη Μεντόσα εξαιτίας του καιρού και, όταν ξανάρχισε, το πλήρωμα υπολόγισε λάθος τη θέση του αεροπλάνου. Η κάθοδος άρχισε πολύ νωρίς, μέσα στα βουνά.
Το αεροσκάφος χτύπησε σε ορεινή ράχη. Τα φτερά και η ουρά αποκολλήθηκαν και το υπόλοιπο τμήμα του ατράκτου σύρθηκε πάνω στον πάγο. Πολλοί πέθαναν αμέσως, άλλοι υπέκυψαν στα τραύματα και στο κρύο τις επόμενες ημέρες. Οι έρευνες από αέρος δεν εντόπισαν το λευκό αεροπλάνο μέσα στη χιονισμένη έκταση και, ύστερα από οκτώ ημέρες, σταμάτησαν. Οι επιζώντες έμαθαν από ένα ραδιοφωνάκι ότι θεωρούνταν νεκροί. Από εκεί και πέρα, η επιβίωσή τους έγινε μια ωμή μάχη με τον παγετό, την πείνα, τις χιονοστιβάδες και την απομόνωση.
Έπειτα από 72 ημέρες στο βουνό, ο Νάντο Παράντο και ο Ρομπέρτο Κανέσα ξεκίνησαν να βρουν βοήθεια. Περπάτησαν για ημέρες μέσα στις Άνδεις και τελικά συνάντησαν τον Χιλιανό βοσκό Σέρχιο Καταλάν. Η διάσωση ολοκληρώθηκε στις 22 και 23 Δεκεμβρίου. Από τους 45 ανθρώπους, επέζησαν 16. Η ιστορία τους έγινε διεθνώς γνωστή και συχνά παρουσιάστηκε με τον εύκολο τίτλο του «θαύματος». Πίσω από αυτόν όμως υπάρχει μια πραγματική ιστορία ανθρώπων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με το αδιανόητο και αναγκάστηκαν να πάρουν αποφάσεις που κανείς δεν μπορεί να κρίνει άνετα από την ασφάλεια του σπιτιού του.
Γεννήσεις
1925 – Γεννιέται στο Γκράνθαμ της Αγγλίας η Μάργκαρετ Χίλντα Ρόμπερτς, η γυναίκα που αργότερα θα γίνει γνωστή ως Μάργκαρετ Θάτσερ. Ήταν κόρη παντοπώλη και μεγάλωσε πάνω από το οικογενειακό κατάστημα, σε ένα περιβάλλον μεθοδιστικής πειθαρχίας και έντονης ενασχόλησης με την τοπική πολιτική. Σπούδασε χημεία στην Οξφόρδη, εργάστηκε ως ερευνήτρια και στη συνέχεια στράφηκε στη Νομική και στην πολιτική. Το 1979 έγινε η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου και παρέμεινε στην εξουσία έως το 1990.
Η Θάτσερ ήταν η πολιτικός που έδωσε το όνομά της σε μια ολόκληρη πολιτική κατεύθυνση. Η κυβέρνησή της προώθησε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση, επιθέσεις στα συνδικάτα και μείωση της συλλογικής δύναμης των εργαζομένων. Η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων στα μέσα της δεκαετίας του 1980 έγινε το σύμβολο αυτής της σύγκρουσης. Οι βιομηχανικές κοινότητες που ζούσαν από τα ορυχεία και τα εργοστάσια πλήρωσαν βαρύ τίμημα, με ανεργία, διάλυση κοινωνικών δεσμών και εγκατάλειψη ολόκληρων περιοχών.
Το προσωνύμιο «Σιδηρά Κυρία» δόθηκε αρχικά από σοβιετικό έντυπο και η ίδια το υιοθέτησε πρόθυμα. Για τους υποστηρικτές της, ήταν μια πολιτικός που έσπασε παλιές ισορροπίες και επέβαλε αποφασιστικότητα. Για τους αντιπάλους της, ήταν το πρόσωπο μιας ανελέητης νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης που αύξησε τις ανισότητες και έκανε τη βρετανική κοινωνία πιο σκληρή. Και οι δύο πλευρές συμφωνούν σε ένα πράγμα: η εποχή Θάτσερ άλλαξε βαθιά τη Βρετανία. Η πολιτική της κληρονομιά παραμένει ζωντανή, όχι σαν ουδέτερη ιστορική ανάμνηση, αλλά σαν ανοιχτή σύγκρουση για το τι αξίζει περισσότερο, η κοινωνική προστασία ή η αγορά.
1941 – Στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ γεννιέται ο Πολ Φρέντερικ Σάιμον, ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της αμερικανικής μουσικής. Οι γονείς του ήταν δάσκαλοι, εβραϊκής καταγωγής, και η οικογένεια μετακόμισε αργότερα στο Κουίνς της Νέας Υόρκης. Εκεί γνώρισε, από τα σχολικά χρόνια, τον Αρτ Γκαρφάνκελ. Οι δυο τους θα γίνουν αργότερα οι Simon & Garfunkel, ένα ντουέτο που συνδέθηκε όσο λίγα με τη φολκ-ροκ της δεκαετίας του 1960 και με μια γενιά που έψαχνε λόγια για τη μοναξιά, την αβεβαιότητα και την κοινωνική ένταση της εποχής της.
Η πρώτη τους επιτυχία ήρθε νωρίς, όταν ως έφηβοι ηχογράφησαν το «Hey Schoolgirl» με το όνομα Tom and Jerry. Η πραγματική τους πορεία όμως άρχισε με τραγούδια όπως το «The Sound of Silence», το «Mrs. Robinson», το «The Boxer» και το «Bridge over Troubled Water». Ο Σάιμον είχε την ικανότητα να γράφει στίχους που δεν μιλούσαν με μεγάλες δηλώσεις, αλλά με μικρές εικόνες, ανασφάλειες και προσωπικές ρωγμές. Αυτή η χαμηλόφωνη γραφή τον έκανε να ξεχωρίσει και να μείνει.
Μετά τη διάλυση του ντουέτου, συνέχισε μόνος. Το «Still Crazy After All These Years» έδειξε έναν πιο ώριμο και εσωστρεφή δημιουργό. Το «Graceland» του 1986 άνοιξε την ποπ και ροκ μουσική σε ήχους της Νότιας Αφρικής, αν και η ηχογράφηση εκεί προκάλεσε και πολιτική συζήτηση λόγω του πολιτιστικού μποϊκοτάζ κατά του απαρτχάιντ. Αυτό ακριβώς είναι μέρος της σημασίας του Σάιμον: δεν έγραψε σε κενό αέρα. Η μουσική του ταξίδεψε σε πραγματικούς κόσμους, με τις αντιφάσεις και τις εντάσεις τους. Σήμερα, η φωνή του παραμένει λιτή και αναγνωρίσιμη, ενώ τα τραγούδια του συνεχίζουν να ακούγονται επειδή δεν αντιμετωπίζουν τον ακροατή σαν καταναλωτή, αλλά σαν άνθρωπο που προσπαθεί να καταλάβει τη ζωή γύρω του.
Θάνατοι
1882 – Πεθαίνει στο Τορίνο ο Ζοζέφ Αρτίρ ντε Γκομπινό, Γάλλος διπλωμάτης και συγγραφέας που άφησε πίσω του μια από τις πιο τοξικές θεωρητικές κληρονομιές του 19ου αιώνα. Στο έργο του «Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών», που εκδόθηκε από το 1853 έως το 1855, προσπάθησε να παρουσιάσει την ανθρώπινη ιστορία σαν προϊόν δήθεν βιολογικών ιεραρχιών. Χώριζε αυθαίρετα τους ανθρώπους σε «λευκή», «κίτρινη» και «μαύρη» φυλή και απέδιδε πολιτιστικές ικανότητες ή παρακμή σε αυτόν τον φανταστικό διαχωρισμό.
Οι απόψεις του δεν ήταν επιστήμη. Ήταν ιδεολογική κατασκευή, ντυμένη με τη γλώσσα της εποχής για να αποκτήσει κύρος. Ο Γκομπινό πίστευε ότι η «ανάμειξη των φυλών» οδηγεί στην παρακμή των πολιτισμών και ότι μια υποτιθέμενη άρια αριστοκρατία είχε ιδιαίτερη ιστορική αποστολή. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η έννοια των ξεχωριστών, ιεραρχημένων ανθρώπινων φυλών δεν έχει επιστημονική βάση. Η γενετική έρευνα έχει καταρρίψει τέτοιες θεωρίες. Αυτό δεν μειώνει τη σημασία του Γκομπινό. Την κάνει πιο επικίνδυνη, γιατί δείχνει πόσο καταστροφικές μπορεί να γίνουν οι ψευδοεπιστημονικές ιδέες όταν μετατρέπονται σε πολιτικό πρόγραμμα.
Το έργο του αξιοποιήθηκε αργότερα από ρατσιστές θεωρητικούς, αποικιοκράτες και εθνικιστές. Δεν ήταν ο μόνος που κατασκεύασε τέτοιες θεωρίες, ούτε προέβλεψε μηχανικά τον ναζισμό. Όμως πρόσφερε ένα λεξιλόγιο που βοήθησε άλλους να παρουσιάζουν την εκμετάλλευση, τη βία και τον αποκλεισμό ως φυσική τάξη πραγμάτων. Γι’ αυτό η αναφορά στο όνομά του δεν χρειάζεται καμία εξιδανίκευση. Ο Γκομπινό είναι μια υπενθύμιση ότι ο ρατσισμός δεν γεννιέται μόνο από την ωμή προκατάληψη. Μπορεί να περάσει και μέσα από βιβλία, πανεπιστήμια, διπλωματικά σαλόνια και θεωρίες που προσποιούνται ότι εξηγούν τον κόσμο.
1904 – Στη Στάτιστα της Καστοριάς, ο Παύλος Μελάς σκοτώνεται σε σύγκρουση με οθωμανικό απόσπασμα. Ήταν αξιωματικός του ελληνικού στρατού, γεννημένος στη Μασσαλία το 1870, και είχε περάσει τα προηγούμενα χρόνια στο κέντρο της ελληνικής ένοπλης δραστηριότητας στη Μακεδονία. Η περιοχή βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση και αποτελούσε πεδίο σκληρού ανταγωνισμού ανάμεσα σε ελληνικές, βουλγαρικές και άλλες εθνικές οργανώσεις, εκκλησιαστικά δίκτυα και ένοπλες ομάδες. Δεν ήταν ένας απλός αγώνας με καθαρούς ρόλους. Ήταν μια περίοδος πίεσης πάνω στους τοπικούς πληθυσμούς, συγκρούσεων και επιβολής ταυτοτήτων.
Ο Μελάς είχε συνδεθεί νωρίτερα με την Εθνική Εταιρεία και πήρε μέρος στο κλίμα αλυτρωτισμού που οδήγησε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Μετά την ήττα της Ελλάδας, στράφηκε πιο ενεργά προς τη Μακεδονία. Με το ψευδώνυμο «Καπετάν Μίκης Ζέζας», οργάνωσε και καθοδήγησε ένοπλο σώμα στην περιοχή της Καστοριάς. Η δράση του είχε στόχο να ενισχύσει την ελληνική επιρροή σε χωριά όπου ο ανταγωνισμός με τις βουλγαρικές οργανώσεις ήταν οξύς. Ο θάνατός του συνέβη κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας αποστολής και οι ακριβείς συνθήκες του παραμένουν αντικείμενο διαφορετικών αφηγήσεων.
Η πολιτική σημασία του θανάτου του ήταν τεράστια. Η είδηση προκάλεσε ισχυρή συγκίνηση στην Ελλάδα και χρησιμοποιήθηκε για να ενισχυθεί η ελληνική κινητοποίηση στον Μακεδονικό Αγώνα. Ο Μελάς μετατράπηκε σε εμβληματική μορφή της εθνικής μνήμης, σε ήρωα σχολικών βιβλίων, τραγουδιών, μνημείων και τελετών. Αυτή η μνήμη είναι υπαρκτή και ισχυρή, αλλά δεν πρέπει να κρύβει την πολυπλοκότητα της εποχής. Η Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα δεν ήταν ένα σκηνικό απλής εθνικής αφύπνισης. Ήταν ένας τόπος όπου διαφορετικά κράτη και οργανώσεις διεκδικούσαν ανθρώπους, γλώσσες, χωριά και πολιτική επιρροή, συχνά με τα όπλα.
Πηγές: https://www.sansimera.gr/ και https://el.wikipedia.org/wiki/
