Το Μπλόκο της Κοκκινιάς


...

Ένα γεγονός |

To μπλόκο της Κοκκινιάς: 17 Αυγούστου 1944
Εκτελέσεις, όμηροι και εμπρησμοί,
αθώωση των συνεργατών και παραχάραξη της ιστορικής και συλλογικής μνήμης


Στις 17 Αυγούστου 1944, η Κοκκινιά περικυκλώθηκε από γερμανικές δυνάμεις κατοχής και Έλληνες ταγματασφαλίτες. Όσα ακολούθησαν συγκροτούν ένα από τα πιο αιματηρά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Αθήνα: μαζικές εκτελέσεις, βασανισμοί, εμπρησμοί και χιλιάδες όμηροι. Το Μπλόκο ήταν ένα καλά οργανωμένο χτύπημα εναντίον μιας εργατικής προσφυγικής συνοικίας με ισχυρή παρουσία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Η μεταπολεμική αθώωση των συνεργατών των ναζί και η μετέπειτα παραχάραξη των γεγονότων από τη δικτατορία δείχνουν ότι η βία δεν είχε τελειώσει εκείνη την ημέρα. Συνεχίστηκε μέσα στα δικαστήρια, στους θεσμούς και στη διαχείριση της συλλογικής μνήμης της ίδιας της μαρτυρικής πόλης.

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς υπήρξε η επιχείρηση με τις μεγαλύτερες ανθρώπινες απώλειες στην Αθήνα κατά την περίοδο της Κατοχής. Εκατοντάδες άνθρωποι εκτελέστηκαν ομαδικά, περίπου 3.000 συνελήφθησαν ως όμηροι, ενώ δεκάδες σπίτια πυρπολήθηκαν. Οι ταγματασφαλίτες που πρωταγωνίστησαν στις εκτελέσεις αθωώθηκαν μεταπολεμικά, στο πλαίσιο του κράτους του Εμφυλίου. Από τη δεκαετία του 1950, οι εκτελεσμένοι τιμούνταν από τοπικές οργανώσεις και κατοίκους, οι οποίοι κράτησαν ζωντανή τη μνήμη τους. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, όμως, το επίσημο μνημόσυνο απέκτησε αντικομμουνιστικό χαρακτήρα. Οι δυνάμεις του ΕΑΜ και ειδικότερα η ΟΠΛΑ κατηγορούνταν για τη διεξαγωγή του Μπλόκου, ενώ η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας αποσιωπούνταν ή δικαιολογούνταν. Τα γεγονότα σημάδεψαν βαθιά τη συλλογική μνήμη και παραμένουν μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην ιστορία της Νίκαιας.

Η κατάσταση στην κατοχική Κοκκινιά

Στις 15 και 16 Αυγούστου 1944 σημειώθηκαν συγκρούσεις ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και την ελληνική Αστυνομία, η οποία συνεργαζόταν με την Ειδική Ασφάλεια Πειραιά, στις συνοικίες Κιλικιανά και Μανιάτικα.

Στις 2.30 τα ξημερώματα της 17ης Αυγούστου, οχήματα που μετέφεραν το 1ο Τάγμα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, Γερμανούς στρατιώτες της 11ης Αεροπορικής Μεραρχίας Εδάφους και μέλη γερμανικής μηχανοκίνητης διμοιρίας περικύκλωσαν την Κοκκινιά.

Το Μπλόκο

Τις πρώτες πρωινές ώρες, οι ταγματασφαλίτες διέταξαν όλους τους άνδρες ηλικίας από 14 έως 60 ετών να συγκεντρωθούν στην πλατεία Οσίας Ξένης. Ο ΕΛΑΣ δεν κατάφερε να κινητοποιηθεί, καθώς όλες οι είσοδοι της Κοκκινιάς είχαν αποκλειστεί. Στη συνέχεια, καταδότες, υπέδειξαν στις κατοχικές δυνάμεις τα ηγετικά στελέχη των εαμικών οργανώσεων. Οι συλληφθέντες βασανίστηκαν άγρια και οδηγήθηκαν στο υφαντήριο πίσω από την πλατεία, όπου εκτελέστηκαν συνολικά 78 άνθρωποι.

Κατά τη διάρκεια του Μπλόκου σημειώθηκε σύγκρουση ανάμεσα σε μικτή ομάδα του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ και σε γερμανικές δυνάμεις. Ένας Γερμανός αξιωματικός και ορισμένοι ταγματασφαλίτες τραυματίστηκαν, γεγονός που προκάλεσε νέο κύμα εκτελέσεων. Συγκεκριμένα, 46 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν από την πλατεία Οσίας Ξένης στη συνοικία Αρμένικα της Κοκκινιάς και εκτελέστηκαν, ενώ παράλληλα πυρπολήθηκαν σπίτια. Το Μπλόκο διήρκεσε έως τις 6 το απόγευμα, περίπου και ο συνολικός αριθμός των νεκρών υπολογίζεται από 104 έως 200 ανθρώπους.

Κατά την αποχώρησή τους, οι κατοχικές δυνάμεις συνέλαβαν περίπου 3.000 ομήρους και τους μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Ορισμένοι από αυτούς οδηγήθηκαν αργότερα στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία.

Η δίκη

Μετά την Απελευθέρωση, η ηγεσία των Ταγμάτων Ασφαλείας, ανάμεσά τους ο διοικητής του 1ου Τάγματος Ευζώνων, Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, και οι σημαντικότεροι συνεργάτες του, παραπέμφθηκε σε δίκη για συμμετοχή σε περίπου 30 μπλόκα.

Από τις πρώτες ημέρες της διαδικασίας, δημοκρατικές εφημερίδες της εποχής, όπως η «Ελευθερία», επισήμαναν την οργανωμένη παρουσία οπαδών της Δεξιάς στο ακροατήριο, καθώς και τον φόβο που βίωναν μάρτυρες κατηγορίας. Ορισμένοι από αυτούς, όπως στρατιώτες, προσέρχονταν για να καταθέσουν συνοδευόμενοι από τη Στρατονομία.

Η δικαστική διαδικασία για το Μπλόκο της Κοκκινιάς περιορίστηκε ουσιαστικά στην εξέταση του εάν ο Πλυτζανόπουλος είχε πυροβολήσει έναν συλληφθέντα που αντιδρούσε στον απαγχονισμό του. Το δικαστήριο δεν εξέτασε ουσιαστικά την κατηγορία για «πράξεις βίας εν συμπράξει μετά των οργάνων των αρχών κατοχής εις βάρος Ελλήνων, ένεκα της δράσεώς των κατά του εχθρού».

Ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή ενός μόνο κατηγορουμένου, ο οποίος είχε δράσει στο Μπλόκο ως καταδότης χωρίς να φορά κουκούλα. Τελικά, τον Μάρτιο του 1947, όλοι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι. Ο αθηναϊκός Τύπος περιορίστηκε σε ελάχιστες και ολιγόλογες αναφορές στην απόφαση.

Η μετεμφυλιακή περίοδος

Τη δεκαετία του 1950 τοποθετήθηκε στη Μάντρα της Κοκκινιάς πλάκα με την επιγραφή: «Εδώ οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν Έλληνες πατριώτες». Στην επέτειο του Μπλόκου πραγματοποιούνταν ανεπίσημα μνημόσυνα, μέχρι το 1964, όταν η δημοτική αρχή οργάνωσε επίσημη τελετή για τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από τη σφαγή.

Η δικτατορία της 21ης Απριλίου

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, τη διοργάνωση της τελετής ανέλαβε η Στρατιωτική Διοίκηση Πειραιώς. Το μνημόσυνο απέκτησε ανοιχτά αντικομμουνιστικό χαρακτήρα. Στην επίσημη ομιλία του Αυγούστου του 1967 αποσιωπήθηκε η συμμετοχή των ταγματασφαλιτών. Αντίθετα, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι «κύριος αποκλειστικός στόχος» του Μπλόκου ήταν τα μέλη της ΟΠΛΑ και ότι οι κουκουλοφόροι καταδότες ήταν εντεταλμένα μέλη του ΚΚΕ.

Στις 17 Αυγούστου 1968 έγιναν τα αποκαλυπτήρια νέας αναμνηστικής πλάκας στη Μάντρα, η οποία έφερε την επιγραφή: «Προδόται και μασκοφόροι κομμουνισταί εαμίται, ελασίται παρέδωσαν εις τους βάρβαρους κατακτητάς την 17ην Αυγούστου 1944 αγνούς πατριώτας αγωνιστάς της Εθνικής Αντιστάσεως, τέκνα ηρωικά της Νικαίας, οι οποίοι και εξετελέσθησαν εις τον χώρον τούτον».

Τον ίδιο μήνα, ο ταγματάρχης Νικόλαος Πλυτζανόπουλος, ανιψιός του Ιωάννη Πλυτζανόπουλου και διορισμένος από τη δικτατορία δήμαρχος Νίκαιας, επανέλαβε τον ίδιο ισχυρισμό. Χαρακτήρισε τους δράστες «μασκοφόρους προδότας κομμουνιστάς» και τα θύματα «αθώους εθνικόφρονας πολίτας της Νικαίας», υπερασπιζόμενος παράλληλα την ανάγκη δράσης κατά της λεγόμενης «κόκκινης τρομοκρατίας» το καλοκαίρι του 1944. Η επιγραφή αφαιρέθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας.

 


Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, έργο του Α. Τάσσου

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς δεν ανήκει σε ένα ακίνδυνο παρελθόν. Παραμένει ανοιχτή πληγή, επειδή οι φυσικοί και πολιτικοί αυτουργοί του εγκλήματος προστατεύτηκαν, αθωώθηκαν και, για χρόνια, εμφανίστηκαν περίπου ως υπερασπιστές της πατρίδας. Η δικτατορία επιχείρησε να αντιστρέψει πλήρως την αλήθεια, μετατρέποντας τα θύματα και την Αντίσταση σε ενόχους. Όμως η μνήμη της πόλης άντεξε περισσότερο από τις επίσημες επιγραφές και τα κρατικά ψέματα. Η τιμή στους εκτελεσμένους απαιτεί κάτι περισσότερο από μια επετειακή τελετή: απαιτεί καθαρή ιστορική γνώση, σύγκρουση με τον φασισμό και διαρκή υπεράσπιση της δημοκρατικής μνήμης απέναντι σε κάθε μηχανισμό λήθης και παραχάραξης. Αυτό είναι χρέος όλων.

 


Φωτογραφία: Η Μάντρα της Κοκκινιάς ως μνημειακός χώρος
(φωτογραφία 2016) –  Από Χρήστης:Up2TheStage – προσωπική λήψη, CC0,
https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=53775544
Πηγή: https://el.wikipedia.org/ | Επιμέλεια Lef.T..
 

 

Περισσότερα από AgrinioStories

Σε θέση εκκίνησης το Πανευρωπαϊκό στη Στράτου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *