14 Αυγούστου 2026

Εξήντα πέντε λεπτά μετά το ναυάγιο της Διάσκεψης της Γενεύης,
η Τουρκία εξαπέλυσε τον «Αττίλα 2».
Τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974, οι συνομιλίες στη Γενεύη έληγαν χωρίς συμφωνία. Μόλις εξήντα πέντε λεπτά αργότερα, στις 4:35 π.μ., ο τουρκικός στρατός εξαπέλυε γενικευμένη επίθεση σε όλα τα μέτωπα της Κύπρου. Η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, που έμεινε στην ιστορία ως «Αττίλας 2», δεν αποτέλεσε μια αιφνίδια εξέλιξη. Είχε προηγηθεί ένα διάστημα κατά το οποίο η διπλωματία λειτουργούσε υπό την πίεση των όπλων, ενώ οι τουρκικές δυνάμεις ενίσχυαν τις θέσεις τους και παραβίαζαν επανειλημμένα την εκεχειρία.
Η πρώτη φάση της εισβολής είχε αρχίσει στις 20 Ιουλίου 1974. Οι συνέπειές της υπήρξαν καταλυτικές τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Η δικτατορία της Αθήνας, απομονωμένη και ανίκανη να διαχειριστεί την κρίση που η ίδια είχε συμβάλει να προκαλέσει με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, κατέρρευσε. Τα χαράματα της 24ης Ιουλίου σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην Κύπρο, ο Νικόλαος Σαμψών παραιτήθηκε από την προεδρία και τη θέση του ανέλαβε προσωρινά ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Γλαύκος Κληρίδης.
Στις 24 Ιουλίου άρχισε η διπλωματική διαχείριση της κρίσης. Ο Κληρίδης και ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς συναντήθηκαν για την εφαρμογή της ανακωχής, ενώ την ίδια ημέρα ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος έγινε δεκτός από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ. Στην Ουάσιγκτον, ωστόσο, η κυβέρνηση Νίξον βρισκόταν σε αποσύνθεση εξαιτίας του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ. Ο Ρίτσαρντ Νίξον παραιτήθηκε στις 9 Αυγούστου και αντικαταστάθηκε από τον Τζέραλντ Φορντ, μόλις πέντε ημέρες πριν από την έναρξη του «Αττίλα 2».
Στις 25 Ιουλίου, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, συγκλήθηκε στη Γενεύη τριμερής διάσκεψη με τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών των τριών εγγυητριών δυνάμεων: του Γεωργίου Μαύρου από την Ελλάδα, του Τουράν Γκιουνές από την Τουρκία και του Τζέιμς Κάλαχαν από τη Μεγάλη Βρετανία. Οι συνομιλίες διεξήχθησαν χωρίς άμεση εκπροσώπηση των δύο κυπριακών κοινοτήτων, παρότι το μέλλον της Κύπρου βρισκόταν στο τραπέζι.
Στις 30 Ιουλίου οι τρεις υπουργοί κατέληξαν σε συμφωνία που προέβλεπε πάγωμα κάθε στρατιωτικής επέκτασης πέρα από τις γραμμές που είχαν διαμορφωθεί εκείνο το βράδυ, δημιουργία ζώνης ασφαλείας γύρω από τις τουρκικές θέσεις, επιστροφή στους Τουρκοκυπρίους των θυλάκων που είχαν καταληφθεί από την ελληνική πλευρά και σταδιακή μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί. Παράλληλα, υιοθέτησαν διακήρυξη που αναγνώριζε την ύπαρξη δύο αυτόνομων διοικήσεων, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής, και ζητούσε την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων για την αποκατάσταση της ειρήνης και της συνταγματικής τάξης.
Η δεύτερη διάσκεψη άρχισε στις 8 Αυγούστου, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του Γλαύκου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υποστήριξε την επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960 και την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών. Η Τουρκία απέρριψε αυτή την πρόταση και έθεσε στο τραπέζι ένα δικοινοτικό ομοσπονδιακό κράτος πολλών καντονιών, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι θα έλεγχαν το 34% της κυπριακής επικράτειας. Ο Ντενκτάς πρότεινε, από την πλευρά του, διζωνική ομοσπονδία με τουρκοκυπριακό ομόσπονδο κράτος που θα κάλυπτε επίσης το 34% του νησιού.
Ο Κληρίδης αντιπρότεινε τη διατήρηση του δικοινοτικού χαρακτήρα της συνταγματικής δομής, τη θεσμικά κατοχυρωμένη συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων και την άσκηση εξουσιών από τις αντίστοιχες κοινοτικές διοικήσεις στις περιοχές όπου κάθε πληθυσμός διέθετε πλειοψηφία. Η τουρκική αντιπροσωπεία αρνήθηκε να συζητήσει την πρόταση και απαίτησε την άμεση αποδοχή των δικών της όρων. Όταν ο Κληρίδης ζήτησε αναβολή 36 έως 48 ωρών για να συνεννοηθεί με τον Μακάριο, το αίτημα απορρίφθηκε.
Στο μεταξύ, η εκεχειρία είχε ουσιαστικά μετατραπεί σε κενό γράμμα. Από τις 22 Ιουλίου οι τουρκικές δυνάμεις ενίσχυαν τον θύλακα της Κερύνειας και πραγματοποιούσαν στρατιωτικές επιχειρήσεις περιορισμένης κλίμακας. Μόνο μεταξύ 22 και 26 Ιουλίου καταγράφηκαν 55 παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός. Η διπλωματική διαπραγμάτευση προχωρούσε, επομένως, ενώ επί του εδάφους άλλαζαν συστηματικά οι στρατιωτικοί συσχετισμοί.
Η Διάσκεψη της Γενεύης κατέρρευσε στις 3:30 π.μ. της 14ης Αυγούστου. Στις 4:35 π.μ. άρχισε η νέα τουρκική επίθεση. Άρματα μάχης και μονάδες πεζικού κινήθηκαν ανατολικά προς την Αμμόχωστο και δυτικά προς τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λεύκας και τη Μόρφου. Σκληρές μάχες σημειώθηκαν κυρίως βόρεια της Λευκωσίας και γύρω από το αεροδρόμιό της.
Η κυπριακή Εθνοφρουρά βρέθηκε αντιμέτωπη με αριθμητικά και τεχνολογικά υπέρτερες δυνάμεις, οι οποίες διέθεταν ισχυρή αεροπορική υποστήριξη. Η Ελλάδα δεν έστειλε στρατιωτική βοήθεια. Η τότε στρατιωτική ηγεσία είχε ενημερώσει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν μπορούσαν να επέμβουν αποτελεσματικά, επικαλούμενη την απόσταση, την επιχειρησιακή τους κατάσταση και τον κίνδυνο τουρκικής επίθεσης σε άλλο σημείο της ελληνικής επικράτειας.
Στις 15 Αυγούστου οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση την Αμμόχωστο και απέκοψαν ολόκληρη τη χερσόνησο της Καρπασίας. Υπό την πίεση της προέλασης και των συνεχών αεροπορικών βομβαρδισμών, η Εθνοφρουρά υποχώρησε κάτω από την Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας και νότια των οδικών αξόνων προς την Αμμόχωστο και τη Μόρφου.

Όταν συμφωνήθηκε νέα κατάπαυση του πυρός, στις 6 το απόγευμα της 16ης Αυγούστου, ο τουρκικός στρατός είχε καταλάβει περίπου το 37% του κυπριακού εδάφους. Η στρατιωτική κατοχή συνοδεύτηκε από δολοφονίες, κακοποιήσεις, λεηλασίες, βιασμούς και μαζικούς εκτοπισμούς. Περίπου 200.000 Ελληνοκύπριοι ξεριζώθηκαν από τα σπίτια και τις περιουσίες τους και κατέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές, ενώ περίπου 51.000 Τουρκοκύπριοι κινήθηκαν προς τον βορρά. Η βίαιη μετακίνηση των πληθυσμών ολοκλήρωσε στην πράξη τη γεωγραφική και εθνοτική διχοτόμηση του νησιού.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συνεδρίασε στις 15 και 16 Αυγούστου και, με τα ψηφίσματα 357 έως 360, ζήτησε άμεση κατάπαυση του πυρός, αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και επανάληψη των διαπραγματεύσεων. Οι αποφάσεις δεν ανέκοψαν τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής. Στις 14 Αυγούστου ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανακοίνωσε την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, καταγγέλλοντας ουσιαστικά την αδράνεια της Συμμαχίας απέναντι στην τουρκική επίθεση.
Μέσα στις 28 ημέρες των στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι απώλειες της ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς υπολογίστηκαν σε 4.500 έως 6.000 νεκρούς και τραυματίες, στρατιωτικούς και αμάχους, ενώ οι αγνοούμενοι ανέρχονταν σε 2.000 έως 3.000. Οι τουρκικές απώλειες υπολογίστηκαν σε περίπου 1.500 νεκρούς και 2.000 τραυματίες.
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, η κατοχή παραμένει. Η Πράσινη Γραμμή εξακολουθεί να κόβει την Κύπρο στα δύο και η Αμμόχωστος παραμένει ένα από τα πιο σκληρά σύμβολα ενός εγκλήματος που δεν έληξε τον Αύγουστο του 1974. Συνεχίζεται όσο οι πρόσφυγες δεν μπορούν να επιστρέψουν, όσο η τύχη αγνοουμένων εξακολουθεί να αναζητείται και όσο η διεθνής νομιμότητα υποχωρεί μπροστά στο τετελεσμένο των όπλων.
Με πληροφορίες και φωτογραφίες από: https://www.sansimera.gr/ και https://el.wikipedia.org/ Σύνθεση εικόνων IA


