3 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 26 Ιουλίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

26 Ιουλίου 2022

Είναι η 207η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 158 ημέρες για τη λήξη του
και 32 ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, για την έναρξη του LAKE PARTY στην ΤΡΙΧΩΝΙΔΑ.

Ανατολή ήλιου: 06:23 – Δύση ήλιου: 20:40 – Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 17 λεπτά
Σελήνη 27.4 ημερών
Διεθνής Ημέρα για την προστασία των Μαγκρόβιων Οικοσυστημάτων
Χρόνια πολλά στους: Ερμόλαο, Ερμολία, Λία, Παρασκευά, Πάρη, Παρασκευή, Βίβιαν, Έρση, Ωραιοζήλη, Ωραιοζηλία και Ζέλια

 

Γεγονότα

 

811 – Διεξάγεται η Μάχη της Πλίσκα. Στις αρχές του 9ου αιώνα οι Βούλγαροι απειλούσαν ευθέως τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία με χαγάνο (αρχηγό) τον Κρούμο, έναν ικανό πολεμιστή με δίψα για κατακτήσεις, αλλά και οργανωτικές ικανότητες. Το 809 κατέλαβαν αιφνιδιαστικά τη Σερδική (σημερινή Σόφια), κατέστρεψαν το φρούριο κι έσφαξαν τη φρουρά του. Στη συνέχεια λεηλάτησαν την ευρύτερη περιοχή και προέβησαν σε βιαιότητες εις βάρος του τοπικού πληθυσμού.
Η Σερδική ήταν σπουδαίο στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο και η άλωσή της από τους Βουλγάρους είχε δυσμενείς επιπτώσεις για την οικονομία και τις επικοινωνίες της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο επομένως δεν θα μπορούσε να δεχτεί χωρίς αντίδραση την απώλεια μιας τόσο σημαντικής περιοχής.
Ο Νικηφόρος Α’ ήταν ένας μορφωμένος, δραστήριος και ικανός αξιωματούχος του Βυζαντίου, που ανήλθε στο θρόνο της αυτοκρατορίας το 802, ύστερα από αυλική συνωμοσία που ανέτρεψε την αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία. Αφού προετοίμασε ένα αξιόμαχο στράτευμα, οργάνωσε εκστρατεία εναντίον του Κρούμου την άνοιξη του 811. Μαζί του πήρε τον γιο του Σταυράκιο και τον γαμπρό του Μιχαήλ Ραγκαβέ, οι οποίοι τον διαδέχθηκαν στο θρόνο. Ο Νικηφόρος νίκησε σε επανειλημμένες αναμετρήσεις τον Κρούμο, με αποκορύφωμα την κατάληψη της Πλίσκας, της τότε πρωτεύουσας των Βουλγάρων, που βρίσκεται στη σημερινή βορειοανατολική Βουλγαρία.
Ο Κρούμος ζητούσε απεγνωσμένα τη σύναψη συνθήκης ειρήνης, αλλά δεν εισακούστηκε από τον αυτοκράτορα, καθώς η τελική νίκη των Βυζαντινών ήταν βέβαιη και η συντριβή των Βουλγάρων αναπόφευκτη. Όμως σε μία απεγνωσμένη κίνησή του ο Κρούμος κατόρθωσε να αιφνιδιάσει τους Βυζαντινούς, που επέστρεφαν άτακτα από την Πλίσκα.
Στην αποφασιστική μάχη της 26ης Ιουλίου 811, τους επέφερε καίρια πλήγματα και τους έτρεψε σε φυγή με μεγάλες απώλειες. Ο Νικηφόρος φονεύθηκε, ο δε γιος του Σταυράκιος τραυματίστηκε σοβαρά. Ο Κρούμος αναγνώρισε το πτώμα του αυτοκράτορα και αφού του απέκοψε το κεφάλι, το επαργύρωσε και το χρησιμοποίησε ως κύπελλο για τις ευωχίες του.
Από το επόμενο έτος, ο Κρούμος άρχισε να προελαύνει προς την Κωνσταντινούπολη, αφού προηγουμένως κατέλαβε περιοχές της βόρειας Θράκης, των παραλίων του Ευξείνου Πόντου και τη Μεσημβρία. Όμως, ο ξαφνικός θάνατός του τον Απρίλιο του 814 ανέκοψε τις βλέψεις των Βουλγάρων για την κατάληψη της Βασιλεύουσας.

 

1822 – Μάχη στα Δερβενάκια. Μία από τις σημαντικότερες μάχες του αγώνα της Ανεξαρτησίας, στην οποία διαφάνηκε η στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Στις αρχές Ιουλίου του 1822, ένας νέος κίνδυνος ανεφάνη για την Επανάσταση, με την κάθοδο στην Πελοπόννησο ισχυρής τουρκικής δύναμης υπό τον ικανότατο Μαχμούτ Πασά, γνωστότερο ως Δράμαλη. Ο Σουλτάνος, σε πλεονεκτική θέση μετά την εξολόθρευση του Αλή Πασά, είχε στρέψει την προσοχή του στους επαναστατημένους Έλληνες. Χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, ο Δράμαλης με 25.000 άνδρες προέλασε ταχύτατα και στις 6 Ιουλίου στρατοπέδευσε στην Κόρινθο. Βασικός του στόχος ήταν η ανακατάληψη της Τριπολιτσάς και η κατάπνιξη της Επανάστασης στον Μοριά με τη βοήθεια του στόλου, που θα κατέπλεε στον Αργολικό Κόλπο.
Παρακούοντας τους τοπικούς τούρκους ηγέτες, οι οποίοι τον συμβούλευσαν να κάνει ορμητήριό του την Κόρινθο κι έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ο Δράμαλης διέταξε τον στρατό του να προελάσει προς το Ναύπλιο για να λύσει την πολιορκία του. Αφού κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, έφθασε ανενόχλητος στο Άργος και στρατοπέδευσε έξω από την πόλη στις 12 Ιουλίου. Οι επαναστάτες πιάστηκαν στον ύπνο και δεν μπόρεσαν να υπερασπίσουν τα μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενά, από τα οποία διήλθε η τουρκική στρατιά.
Μόλις μαθεύτηκε ότι ο Δράμαλης με τον στρατό του πλησιάζει στο Άργος, επικράτησε μεγάλη σύγχυση στους Έλληνες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πληροφορήθηκαν τη λύση της πολιορκίας του Ναυπλίου. Κυβέρνηση και βουλευτές αναχώρησαν πανικόβλητοι από το Άργος για τους Μύλους και από εκεί στα πλοία.
Τη δύσκολη αυτή στιγμή όρθωσε το ανάστημά του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο κήρυξε πανστρατιά, ενώ με δραστήρια μέτρα και συντονισμένες ενέργειες κατόρθωσε να περιορίσει τον στρατό του Δράμαλη στην Αργολίδα και να ματαιώσει την πορεία του προς την Τριπολιτσά. Τα μέτρα του Κολοκοτρώνη εστιάστηκαν στην κατάληψη στρατηγικών θέσεων στην Αργολίδα (κυριότερη απ’ όλες ήταν η Λάρισα, η αρχαία Ακρόπολη του Άργους) και στην τακτική της «καμμένης γης» που εφάρμοσε, δημιουργώντας οξύ επισιτιστικό πρόβλημα στους εισβολείς.
Ο Δράμαλης δεν μπορούσε να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά χωρίς να έχει εξασφαλισμένα τα νώτα του. Έχασε πολύτιμο χρόνο με την πολυήμερη πολιορκία του φρουρίου του Άργους και οι άνδρες του εγκλωβίστηκαν εκεί, έχοντας εξαντλήσει τα αποθέματα τροφών τους και χωρίς να έχουν δυνατότητα ανεφοδιασμού. Συνειδητοποιώντας τη δύσκολη κατάσταση, ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο, ελπίζοντας σε βοήθεια από τον Χουρσίτ Πασά της Λάρισας, τον Γιουσούφ Πασά της Πάτρας ή από τον στόλο.
Το σχέδιο υποχώρησης του Δράμαλη έγινε αντιληπτό από τον Κολοκοτρώνη και παρά τις διαφωνίες των προκρίτων, έσπευσε να καταλάβει τις στενές διαβάσεις που οδηγούσαν από το Άργος στην Κόρινθο, με 2.500 άνδρες. Δεν θα άφηνε για δεύτερη φορά τις στενωπούς αφύλακτες, όπως είχε γίνει κατά την προέλαση του Δράμαλη.
Στις 26 Ιουλίου 1822 στα στενά των Δερβενακίων, κοντά στη Νεμέα, οι Τούρκοι υπέστησαν δεινή ήττα, χάνοντας πάνω από 3.000 άνδρες. Στη μάχη εκτός του Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας και ιδιαιτέρως ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς, που έλαβε το προσωνύμιο Τουρκοφάγος Ο Δράμαλης και οι εναπομείναντες άνδρες του προσπάθησαν να διαφύγουν την επομένη από την κλεισούρα του Αγιονορίου. Όμως, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας ήταν κι εκεί για να προκαλέσουν νέες βαριές απώλειες στον Δράμαλη στις 28 Ιουλίου.
Ο υπερήφανος στρατηλάτης, που είχε αρκετές συμπάθειες μεταξύ των ελλήνων οπλαρχηγών για το ήπιο του χαρακτήρος του και τις ικανότητές του, ήταν ένα ανθρώπινο ράκος, αναλογιζόμενος τις συνέπειες από την οργή του Σουλτάνου. Με τα υπολείμματα του στρατού του έφθασε στην Κόρινθο, όπου στα τέλη Οκτωβρίου πέθανε από την απογοήτευσή του. Ο θριαμβευτής Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε από την Κυβέρνηση Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, κατ’ απαίτηση των οπλαρχηγών. Η Επανάσταση όχι μόνο είχε διασωθεί, αλλά είχε αποκτήσει ισχυρά θεμέλια, χάρη στο σχέδιο και την τακτική του Γέρου του Μοριά.

1908 – Ιδρύεται στην Ουάσιγκτον το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών, γνωστότερο ως FBI. Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (αγγλικά: Federal Βureau οf Investigation, FBI) των ΗΠΑ είναι υπηρεσία που υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και χρησιμοποιείται ως ερευνητικό σώμα για την εξιχνίαση ομοσπονδιακών ποινικών υποθέσεων αλλά και ως σώμα ασφαλείας μέσω συλλογής πληροφοριών στο εσωτερικό της χώρας και έχει ερευνητικές αρμοδιότητες για περισσότερες από 200 αξιόποινες πράξεις σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Ρητό του είναι η έκφραση Fidelity, Bravery, Integrity (Πίστη, Γενναιότητα, Ακεραιότητα), λέξεις που σχηματίζουν το ακρωνύμιό του
Το FBI ιδρύθηκε το 1908 από το Γενικό Εισαγγελέα Κάρολο Ιωσήφ Βοναπάρτη, ύστερα από συζήτηση (και διαφωνία) με τον τότε πρόεδρο Θεόδωρο Ρούζβελτ και άρνηση του Κογκρέσου να παραχωρήσει τμήματα άλλων μυστικών υπηρεσιών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αρχικά ονομάστηκε από τον Μποναπάρτε «Γραφείο Ερευνών» (Bureau of Investigations, BI ή BoI) για να εξελιχτεί, το 1908, σε «Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών».
Σκοπός του FBI είναι ο συντονισμός της δράσης των οργάνων της πολιτειακής αστυνομίας, η διερεύνηση διάφορων υποθέσεων και η καταπολέμηση του εγκλήματος. Οι πράκτορες του έχουν το δικαίωμα από το νόμο να διενεργούν συλλήψεις χωρίς ένταλμα και να χρησιμοποιούν τα όπλα τους σε περιπτώσεις που παρουσιάζεται ανάγκη. Για να γίνει κάποιος πράκτορας του πρέπει να είναι πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών ή από τα Βόρεια νησιά Μαριάννα και επίσης να είναι το λιγότερο 23 ετών. Όταν θα γίνει ειδικός πράκτορας πρέπει να είναι κάτω από 37.

1945 – Υπογράφεται η Διακήρυξη του Πότσνταμ. Η τελευταία διασυμμαχική διάσκεψη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που καθόρισε την τύχη της ηττημένης Γερμανίας και τις διαδικασίες για τις μελλοντικές συνθήκες ειρήνης στην Ευρώπη. Πραγματοποιήθηκε από τις 17 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου 1945 στο προάστιο Πότσνταμ του ερειπωμένου Βερολίνου και συγκεκριμένα στο παλάτι Σεσίλιενχοφ, έδρα του διαδόχου του γερμανικού θρόνου Γουλιέλμου Χοετζόλερν. Συμμετείχαν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, Ιωσήφ Στάλιν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν και ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Γουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος στην πορεία αντικαταστάθηκε από τον Κλίμεντ Άτλι, μετά την ήττα τού Τσόρτσιλ στις εκλογές της 5ης Ιουλίου, τα αποτελέσματα των οποίων ανακοινώθηκαν στις 26 Ιουλίου. Ήδη από την έναρξη της συνδιάσκεψης υπό την προεδρία του αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν προέκυψαν αρκετά και σοβαρά προβλήματα. Ο Στάλιν απέρριψε κάθε ανάμιξη των Δυτικών στην Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία, υπενθυμίζοντας στους συμμάχους την επιρροή τους στην Ιταλία και την Ελλάδα. Επιπροσθέτως, υποστήριξε την αποκοπή του Αζερμπαϊτζάν από το Ιράν και την ένταξή του στην ΕΣΣΔ.
Η στάση αυτή του Στάλιν οδήγησε σε αλλεπάλληλες κρίσεις τη συνδιάσκεψη, η οποία αντιμετώπισε κίνδυνο ολοκληρωτικής αποτυχίας, μέχρι τη στιγμή που ο αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Τζέιμς Μπερνς, με πρότασή του έκανε εφικτό κάποιο συμβιβασμό. Σύμφωνα μ’ αυτόν, η ΕΣΣΔ αποσύρει κάποιες απαιτήσεις της, δηλαδή επιρροή στη Λιβύη, ελεύθερη πρόσβαση στη Μεσόγειο και διεθνοποίηση του Ρουρ. Από την άλλη, οι δυτικές δυνάμεις μένουν χωρίς κανένα δικαίωμα επέμβασης στη σοβιετική σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη.
Στο Πότσνταμ αποφασίστηκε να τεθούν σε εφαρμογή οι τέσσερις ζώνες κατοχής της Γερμανίας (Αγγλική, Αμερικανική, Σοβιετική και Γαλλική), οι οποίες είχαν αποφασιστεί στη Διάσκεψη τής Γιάλτας. Το Βερολίνο, η Βιέννη και η Αυστρία χωρίστηκαν, επίσης, σε τέσσερις ζώνες και δημιουργήθηκε μία επιτροπή ελέγχου των τεσσάρων συμμάχων, προκειμένου να ρυθμίζει τα θέματα που αφορούσαν συνολικά στη Γερμανία και στην Αυστρία.
Στη συνδιάσκεψη προσδιορίστηκαν οι πολιτικές και οικονομικές αρχές, οι οποίες έπρεπε να διέπουν την κατοχή της Γερμανίας, όπως ο αφοπλισμός, η αποστρατιωτικοποίηση, οι δίκες των εγκληματιών πολέμου, η αποναζιστικοποίηση, η αποκέντρωση, ο εκδημοκρατισμός και οι πολεμικές επανορθώσεις.
Αποφασίστηκε, επίσης, να περιέλθει ένα τμήμα τής Ανατολικής Πρωσίας στην ΕΣΣΔ (στην οποία προσαρτήθηκε η Καινιξβέργη, σημερινό Καλίνινγκραντ) και το υπόλοιπο στην Πολωνία, ενώ τα εδάφη ανατολικά της Γραμμής Όντερ – Νάισε τέθηκαν υπό την προσωρινή διοίκηση της Πολωνίας. Οι Αγγλοαμερικανοί αρνήθηκαν στον Στάλιν το δικαίωμα ελέγχου στα Δαρδανέλια. Έτσι, ενώ το 1937 η Γερμανία είχε έκταση 471.067 τ. χλμ, τώρα περιορίζεται στα 356.678 τ. χλμ.
Στο πλαίσιο της συνδιάσκεψης υπογράφηκε στις 26 Ιουλίου 1945 η διακήρυξη του Πότσνταμ από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και την Κίνα, βάσει της οποίας απαιτήθηκε άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας, που συνέχιζε τον πόλεμο. Με το τελεσίγραφο συντάχθηκε και η Σοβιετική Ένωση, που βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιαπωνία. Η ιαπωνική κυβέρνηση το απέρριψε, αλλά τελικά συνθηκολόγησε στις 10 Αυγούστου, έπειτα από τους δύο ατομικούς βομβαρδισμούς και την είσοδο της ΕΣΣΔ στον πόλεμο.

1996 – Ο Πύρος Δήμας κατακτά το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 83ων κιλών της άρσης βαρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα. Η Ελλάδα συμμετείχε στους αγώνες με 121 αθλητές (87 άνδρες και 34 γυναίκες) και κατέκτησε 4 χρυσά μετάλλια (Πύρρος Δήμας και Κάχι Καχιασβίλι στην άρση βαρών, Ιωάννης Μελισσανίδης στη γυμναστική και Νίκος Κακλαμανάκης στην ιστιοσανίδα) και 4 ασημένια (Νίκη Μπακογιάννη στο άλμα εις ύψος, Βαλέριος Λεωνίδης, Λεωνίδας Σαμπάνης και Λεωνίδας Κόκκας στην άρση βαρών), στην πιο πλούσια συγκομιδή της από τους Πρώτους Ολυμπιακούς του 1896.
Η ελληνική dream-team της άρσης βαρών που προπονούσε ο Χρήστος Ιακώβου έδωσε τη μεγαλύτερη χαρά στους έλληνες φιλάθλους. Συγκλονιστική ήταν η αναμέτρηση στα 64 κιλά, μεταξύ του Σουλεϊμάνογλου και του Λεωνίδη, με τον Τούρκο να παίρνει το τρίτο συνεχόμενο χρυσό μετάλλιό του και τον έλληνα αρσιβαρίστα να παίρνει το τρίτο του ασημένιο μετάλλιο από τις αναμετρήσεις του με τον τούρκο αντίπαλό του. Αμείωτο το ενδιαφέρον κράτησε και η προσπάθεια του Βίκτωρα Μήτρου για την κατάκτηση ενός μεταλλίου στα 75 κ. Όταν ολοκλήρωσε τον αγώνα του κατακτώντας την 4η θέση και χάνοντας στην ισοβαθμία το χάλκινο μετάλλιο, δήλωσε γεμάτος πίκρα ότι «η τέταρτη θέση είναι του… βλάκα».
Η εθνική μπάσκετ συμμετείχε για πρώτη φορά σε Ολυμπιακούς Αγώνες και κατέλαβε την 5η θέση, με 5 νίκες και 3 ήττες. Μετά τη λήξη των υποχρεώσεων της «γαλανόλευκης», ο αρχηγός της Παναγιώτης Γιαννάκης ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την ενεργό δράση σε ηλικία 37 ετών, μετρώντας 21 συναπτά χρόνια στις εθνικές ομάδες.

 

Γεννήσεις

 

1940 – Τόλης Βοσκόπουλος (Κοκκινιά Πειραιάς 26 Ιουλίου 1940 – Αθήνα, 19 Ιουλίου 2021[1]), ήταν Έλληνας τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός και ηθοποιός. Γνώρισε τεράστια καλλιτεχνική αποδοχή, αποκτώντας το προσωνύμιο «Πρίγκιπας», ενώ θεωρείται ευρέως ως ένας από τους σημαντικότερους τραγουδιστές που έχει αναδείξει ποτέ το ελληνικό τραγούδι και ως ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες σταρ όλων των εποχών.
Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1940 στη συνοικία της Κοκκινιάς του Πειραιά, από Μικρασιάτες γονείς και μεγάλωσε στον Κορυδαλλό. Ήταν το δωδέκατο παιδί της οικογένειας Βοσκόπουλου και είχε 11 αδελφές. Είναι αδελφός της ηθοποιού Γκάρυ Βοσκοπούλου. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1958, σε ηλικία 18 ετών σε σκηνοθεσία Θάνου Τράγκα, και πέντε χρόνια αργότερα, το 1963, έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο. Μπήκε στη δισκογραφία με το τραγούδι Βήμα-βήμα του μουσικοσυνθέτη Λυκούργου Μαρκέα. Η καθιέρωσή του στο πεντάγραμμο ήρθε με το τραγούδι Αγωνία τη χρονιά του 1968 (σύνθεση Γιώργου Ζαμπέτα), το οποίο μέσα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα ξεπέρασε τις 300.000 πωλήσεις, ένα άπιαστο νούμερο για εκείνη την εποχή.
Είχε πολύ μεγάλο φάσμα συνεργασιών, ερμηνεύοντας τραγούδια των Γιώργου Ζαμπέτα, Μίμη Πλέσσα, Άκη Πάνου, Θανάση Πολυκανδριώτη, Μάριου Τόκα, Γιάννη Πάριου, Γιώργου Κατσαρού, Κώστα Βίρβου, Σώτιας Τσώτου, Φοίβου και πολλών άλλων.
Σημαντική υπήρξε η συνεργασία του με τον Στράτο Διονυσίου. Μάλιστα όταν οι δύο καλλιτέχνες τραγουδούσαν στη Θεσσαλονίκη, ένα απόγευμα αποφάσισαν να πάνε να παίξουν μπιλιάρδο. Η αγάπη του κόσμου για τα λαϊκά είδωλα ήταν τόσο μεγάλη που μέσα σε λίγη ώρα έξω από τη καφετέρια είχαν μαζευτεί χιλιάδες θαυμαστές με αποτέλεσμα να χρειαστεί η συνδρομή της αστυνομίας προκειμένου να μπορέσουν να βγούνε από το μαγαζί.
Για παραπάνω από 30 χρόνια όλες του οι εμφανίσεις ήταν «προπωλημένες», με τραγούδια-επιτυχίες όπως: Το φεγγάρι πάνωθέ μου, Και ‘συ θα φύγεις, Μ’ ανάστησες καρδιά μου (Γλυκά πονούσε το μαχαίρι), Εγώ αγαπώ μία, Κάτι τέτοιες ώρες, Οι άντρες δε μιλούν πολύ, Σαν της γαρδένιας τον ανθό, Δυο καρδιές, Άιντε στην υγειά της, Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά, Ανεπανάληπτος, Πριν χαθεί το όνειρο μας, Του χρόνου τέτοια μέρα, Εγώ και ‘συ, Θα κόψω για σένα τη νύχτα στα δύο, Ψύλλοι στ’ αφτιά μου, Η αγάπη θέλει φαντασία, Μου χρωστάει μια αγάπη η ζωή, Ατελείωτο ταξίδι, Μάτια Φεγγάρια και πολλά άλλα.
Το 2000 βραβεύτηκε από τα βραβεία ΠΟΠ ΚΟΡΝ (μετέπειτα Αρίων) για την συνολική προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι.
Το 2011 έπειτα από τριετή απουσία από την αθηναϊκή νύχτα δέχτηκε την πρόταση του Αντώνη Ρέμου και εμφανίστηκε μαζί του στη μουσική σκηνή Διογένης στην Αθήνα, ένα σχήμα που αποτέλεσε σημείο αναφοράς εκείνη τη χρονιά.

1943 – Μικ Τζάγκερ. Εμβληματική προσωπικότητα της ροκ μουσικής, τραγουδιστής και ιδρυτικό μέλος των Rolling Stones, της κορυφαίας ροκ εν ρολ μπάντας του πλανήτη. Σύμβολο του σεξ κάποτε, παρά την ακαλαίσθητη εμφάνισή του, αγαπημένη προσωπικότητα των μέσων ενημέρωσης, ο Μικ Τζάγκερ, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, διατηρεί μια ζωτικότητα που εκπλήσσει και τον πιο μυημένο στη ροκ μουσική. Η προσήλωσή του στα μπλουζ, το ιδιαίτερο φωνητικό του στιλ και βέβαια η ακούραστη σκηνική του παρουσία, είναι κάποια στοιχεία που συνθέτουν μία καλλιτεχνική περσόνα, η οποία ενίσχυσε τη μακρόχρονη επιτυχία των Rolling Stones, μαζί με την ποιότητα της τραγουδοποιίας του συγκροτήματος και της ερμηνευτικής δεξιοτεχνίας των μελών του.
Ο Μάικλ Φίλιπ “Μικ” Τζάγκερ (Michael Phillip “Mick” Jagger) γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1943, στο Ντάρτφορντ της νοτιοανατολικής Αγγλίας, στους κόλπους μιας μεσοαστικής οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η μητέρα του κομμώτρια. Ο Μικ προοριζόταν για εκπαιδευτικός από την οικογένειά του, αλλά η αγάπη του για τα μπλουζ και τη μουσική εν γένει υπερίσχυσε της πατρικής επιθυμίας. Ξεκίνησε πάντως να σπουδάζει στη φημισμένη London School of Economics, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για χάρη της μουσικής, όταν το 1961 σχηματίστηκαν οι Rolling Stones.
Σε σχέση με τους κομψευόμενους τραγουδιστές των αρχών της δεκαετίας του ’60, ο Τζάγκερ είχε μία εμφάνιση ακαλαίσθητη (εκκεντρική πόζα, υπερμεγέθη σαρκώδη χείλη, κοκαλιάρικο σώμα), την οποία όμως χειρίστηκε με μεγάλη επιδεξιότητα, μετατρέποντάς τη από μειονέκτημα σε όπλο του. Έφτασε μάλιστα να αλλοιώσει ακόμη και την προφορά του και στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 μετακινήθηκε από την καθωσπρέπει εμφάνιση σε μια πιο «αλήτικη» και περιθωριακή στάση, αντάξια ενός ιδιόρρυθμου ροκ.
Η προκλητικότητα του Τζάγκερ, την οποία λάτρευαν τα παιδιά και μισούσαν οι γονείς, δεν περιοριζόταν στη δημόσια εικόνα του. Επεκτεινόταν και στους στίχους τραγουδιών, όπως τα «(Ι Can’t Get No) Satisfaction» και «Street Fighting Man», που άγγιζαν θέματα τα οποία μέχρι τότε αποτελούσαν ταμπού, όπως το σεξ, η αμφισβήτηση της θρησκείας και η μηδενιστική θεώρηση της ζωής. Οι προκλήσεις του Τζάγκερ ενισχύονταν μουσικά από τον Κιθ Ρίτσαρντς (με τα περίφημα ριφ του), αλλά και από τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ (Μπιλ Γουάιμαν, Τσάρλι Γουότς, Μπράιαν Τζόουνς, Ρον Γουντ και Μικ Τέιλορ).

1945 – Παναγιώτης Πικραμμένος. Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι γιος του Όθωνα Πικραμμένου, ιδιοκτήτη της «Εταιρίας Ελληνικού και Ξένου Τύπου», με καταγωγή από την Πάτρα. Από την πλευρά του πατέρα του παππούς του ήταν ο Τάκης Πικραμμένος, ιδρυτής της εταιρείας, ενώ από την πλευρά της μητέρας του κατάγεται από την οικογένεια Χαιρέτη. Αποφοίτησε το 1963, από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και σπούδασε νομική στη Νομική Σχολή Αθηνών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές με θέμα το Δημόσιο Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Παντεόν-Ασσάς.
Ακολούθησε καριέρα δικαστικού διορισθείς στις 5 Ιουνίου 1976 εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το 1978, προήχθη σε πρωτοδίκη, το 1981 σε πάρεδρο, το 1993 σε σύμβουλο και το 2007 σε αντιπρόεδρο, υπαγόμενος στο Ε΄ τμήμα του ΣτΕ.
Το 2010 επελέγη για την προεδρία του Συμβουλίου της Επικρατείας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 2012, οπότε και έλαβε εντολή σχηματισμού υπηρεσιακής κυβέρνησης ως πρωθυπουργός της Ελλάδας σύμφωνα με το άρθρο 37 του Συντάγματος. Στις 19 Ιουνίου του 2019, ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά του στις επικείμενες εθνικές εκλογές, με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, ενώ ορίστηκε πρώτος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.
Στις 9 Ιουλίου 2019, μετά από πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ανέλαβε καθήκοντα αντιπροέδρου της κυβέρνησης της Ελλάδας.

 

 

Θάνατοι

 

 

1684 – Έλενα Κορνάρο Πισκόπια  (Elena Lucrezia Cornaro Piscopia) ήταν γόνος μεγάλης Βενετικής οικογένειας με οικόσημο, με ιστορία, με φέουδα και κύρος. Πατέρας της ήταν ο Τζιοβάνι Μπατίστα Κορνάρο Πισκόπια, (Giovanni Battista Cornaro Piscopia), Πληρεξούσιος του Σαν Μάρκο κι αξιότιμος Βενετός, μητέρα της ήταν η Ζανέττα Τζιοβάνα Μπόνι (Zanetta Giovanna Boni), που πριν το γάμο της, δεν ανήκε στα υψηλά στρώματα της κοινωνικής τάξης. Η μικρή είχε ακόμα τέσσερα αδέλφια: δύο μεγαλύτερα αγόρια, μιαν αδελφή επίσης μεγαλύτερη κι έναν αδερφό μικρότερο.
Γεννήθηκε στη Βενετία στις 5 Ιουνίου 1646 κι έμελλε να μείνει στην ιστορία ως το επτάγλωσσο θαύμα (κατείχε άνετα επτά γλώσσες) και ως η πρώτη γυναίκα που απέκτησε διδακτορικό -κανονικά δύο έπρεπε, αλλά της αρνήθηκαν το δεύτερο. Έχοντας μουσικό ταλέντο ήδη στα 17 της, μπορούσε να τραγουδήσει, να συνθέσει και να παίξει όργανα όπως βιολί, άρπα και πιάνο της εποχής, το αρπίχορδο. Η Ελένα Λουκρέτσια, μαζί με τη βασίλισσα της Κύπρου, Αικατερίνη υπήρξαν οι δύο πιο λαμπρές γυναικείες φυσιογνωμίες των δύο κλάδων αντίστοιχα της οικογένειας Κορνάρο.
Η Ελενα πέθανε σε ηλικία 38 ετών, στις 26 Ιουλίου 1684. Ο θάνατός της πιστεύεται πως προήλθε από φυματίωση κι έφερε στην Πάντοβα μεγάλο πένθος. Πέραν της Πάντοβα, έγιναν τελετές κηδείας και σε τρεις ακόμα πόλεις της Ιταλίας, τη Ρώμη, τη Σιέννα και τη Βενετία. Η τελευταία της επιθυμία ήτανε να ταφεί στο κοιμητήρι της Βασιλικής της Αγίας Τζιουστίνα, στην Πάντοβα και όχι στο εξαίρετο μαυσωλείο που ανήκε στην οικογένειά της και μάλιστα να ταφεί σαν απλή μοναχή με το ράσο των Βενεδικτίνων. Την επόμενη χρονιά, το 1685, στο ετήσιο μνημόσυνό της, το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα δημιούργησε ένα μετάλλιο προς τιμή της εξέχουσας σπουδάστριάς του.
Το 1895, η ηγουμένη Ματίλντα Πάινσεντ (Mathilda Pynsent) του Αγγλικού τμήματος των Βενεδικτίνων Αδελφών, άνοιξε τον τάφο της και μετέφερε για επαναταφή σε νέο φέρετρο και με νέα πλάκα, που εξήρε τις αρετές της κι ιστορούσε τη σύντομη ζωή της. Σήμερα, στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα υπάρχει το άγαλμά της, όπως επίσης σε γυάλινη απεικόνιση στο Πανεπιστήμιο Βάσαρ, στη Βιβλιοθήκη Τόμας, στις ΗΠΑ, που τη δείχνει κατά την παρουσίαση της εργασίας της στο αντίστοιχο της Πάντοβα και φτιάχτηκε το 1906. Στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ υπάρχει πορτραίτο της, στον τοίχο της τάξης των Ιταλικών.
Στη διάρκεια της ζωής της έγραψε πολλά δοκίμια, διατριβές και θεολογικές πραγματείες, με φιλοσοφικά και θρησκευτικά θέματα. Επίσης ακαδημαϊκές μελέτες, μεταφράσεις και διάφορα άλλα άρθρα. Δημοσιεύτηκαν στην Πάρμα, μετά το θάνατό της, στα 1688, αλλά ελάχιστα έχουν διασωθεί κι αυτά είναι κυρίως επιστολές και κάποια ποιήματα. Το 1669 μετέφρασε από τα Ισπανικά το «Colloquio di Cristo nostro Redentore all’anima devota» (Dialogue between Christ Our Redeemer and a Devoted Soul – Διάλογος Μεταξύ Του Λυτρωτή Χριστού & Μιας Αφοσιωμένης Ψυχής), ένα βιβλίο από τον μοναχό Τζιοβάνι Λασπέρτζιο (Giovanni Laspergio). Το 1670 έγινε πρόεδρος της Ακαδημίας της Ειρήνης στη Βενετία.
Σχεδόν όλη η ακαδημαϊκή της συγγραφή έχει χαθεί.

 

1937 – Γκέρντα Τάρο (1 Αυγούστου 1910 – 26 Ιουλίου 1937), γνωστή επαγγελματικά ως Γκέρντα Τάρο, ήταν μια Γερμανίδα πολεμική φωτογράφος που δραστηριοποιήθηκε κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Θεωρείται η πρώτη γυναίκα φωτορεπόρτερ που κάλυπτε τα γεγονότα από την πρώτη γραμμή του πολέμου και που πέθανε πάνω στο καθήκον. Η Τάρο ήταν η σύντροφος και η συνεργάτης, και συνείσφερε στην πρώιμη δουλειά του φωτογράφου Εντρ Φρίντμαν με το ψευδώνυμο Ρόμπερτ Κάπα και ένα σημαντικός όγκος πρώιμου έργου του που αποδίδεται σε αυτόν στην πραγματικότητα ήταν έργο της Τάρο.
Η Γκέρντα Τάρο γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1910 στην Στουτγκάρδη, στο Βασίλειο της Βυρεμβέργης, από μια ιουδαϊκή-γαλικιανή οικογένεια της μεσαίας τάξης. Η Τάρο φοίτησε σε ένα οικοτροφείο της Ελβετίας.
Το 1929, η οικογένεια μετακόμισε στην Λειψία, δίπλα στα σύνορα με την ναζιστική Γερμανία. Η Τάρο αντιτάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα και έγινε μέλος αριστερών ομάδων. Το 1933, μετά την ανάληψη της εξουσίας από το ναζιστικό κόμμα, η Τάρο συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση επειδή μοίραζε φυλλάδια που ασκούσαν αντιεθνικιστική, σοσιαλιστική προπαγάνδα. Ως αποτέλεσμα, ολόκληρη η οικογένεια Pohorylle αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Γερμανία προς διαφορετικούς προορισμούς. Η Τάρο δεν θα ξανασυναντούσε την οικογένειά της ποτέ.
Δραπετεύοντας από την αντισημιτική Γερμανία του Χίτλερ, η Pohorylle μετακόμισε στο Παρίσι το 1934. Το 1935, γνωρίστηκε με τον Ούγγροεβραίο φωτορεπόρτερ Εντρ Φρίντμαν.[9][10] Εγκατέλειψε την φωτογραφία και έγινε η προσωπική του γραμματέας. Ερωτεύτηκαν,[11] και η Pohorylle ξεκίνησε να εργάζεται ως επιμελήτρια φωτογραφίας για την Alliance Photo.
Το 1936, η Pohorylle είχε την πρώτη της επιτυχία ως φωτορεπόρτερ. Έπειτα, η ίδια και ο Φρίντμαν δημιούργησαν ένα σχέδιο. Και οι δυο τράβηξαν καινούριες φωτογραφίες αλλά αυτές πουλήθηκαν ως το έργο ενός μη-υπάρχοντος Αμερικανού φωτογράφου, που είχε το όνομα Ρόμπερτ Κάπα (Robert Capa) και ήταν ένα κατάλληλο όνομα απέναντι στην αυξανόμενη πολιτική αστάθεια που κυριαρχούσε στην Ευρώπη και ήταν το αποτέλεσμα της επιτυχημένης αμερικανικής αγοράς.[16] Το όνομα Capa προερχόταν από την οδό Cápa, στην οποία διέμενε ο Φρίντμαν στην Βουδαπέστη και η οποία στα Ουγγρικά σημαίνει Καρχαρίας. Το μυστικό αυτό δεν παρέμεινε για πολύ καιρό κρυφό αλλά ο Φρίντμαν υιοθέτησε αυτό το εμπορικό όνομα Capa αντί για το δικό του όνομα ενώ η Pohorylle υιοθέτησε το εμπορικό όνομα της «Γκέρντα Τάρο» από τον Ιάπωνα καλλιτέχνη Τάρο Οκαμότο και την Σουηδέζα ηθοποιό Γκρέτα Γκάρμπο. Οι δυο τους συνεργάστηκαν για να καλύψουν τα γεγονότα που αφορούσαν το Popular Front στην Γαλλία της δεκαετίας του 1930.
Όταν ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος (1936), η Τάρο ταξίδεψε στην Βαρκελώνη για να καλύψει τα γεγονότα μαζί με τον Κάπα και τον Ντέιβιντ «Τσιμ» Σέιμουρ. Η Τάρο έλαβε το ψευδώνυμο La pequeña rubia (Η μικρή ξανθιά). Κάλυψαν τον πόλεμο στην βορειοανατολική Αραγωνία και στην νότια Κόρδοβα. Πάντα μαζί και χρησιμοποιώντας την υπογραφή του Ρόμπερτ Κάπα, έγιναν διάσημοι μέσα από σημαντικές δημοσιεύσεις (το ελβετικό Zürcher Illustrierte, το γαλλικό Vu). Οι πρώτες πολεμικές φωτογραφίες τους είναι εξαιρετικές καθώς η Τάρο χρησιμοποίησε μια φωτογραφική κάμερα Rollei ενώ ο Capa χρησιμοποιούσε μια κάμερα Leica. Ωστόσο, για κάποιο διάστημα το 1937 παρήγαγαν 135 παρόμοιες κινηματογραφικές ταινίες με την ετικέτα Capa&Taro.
Ως συνέπεια, η Τάρο απέκτησε κάποια ανεξαρτησία. Αρνήθηκε την πρόταση γάμου του Κάπα. Επιπλέον σχετίστηκε δημοσίως με τον κύκλο των αντιφασιστών ευρωπαίων και αμερικανών διανοούμενων (όπως ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ και ο Τζορτζ Όργουελ), οι οποίοι υποστήριζαν την ισπανική δημοκρατία. Η Ce Soir, μια αριστερή εφημερίδα της Γαλλίας, υπέγραψε συμβόλαιο μαζί της για να εκδώσει μόνο τα έργα της Τάρο. Έπειτα, ξεκίνησε να εμπορεύεται τις παραγωγές της με την ετικέτα «Photo Taro». Τα Regards, Life, Illustrated London News και Volks-Illustrierte ήταν μεταξύ εκείνων των δημοσιεύσεων που χρησιμοποίησαν το έργο της.[25][26]
Καταγράφοντας μόνη της τον βομβαρδισμό της Βαλένθια, η Τάρο τράβηξε τις φωτογραφίες, που είναι οι πιο γνωστές της. Τον Ιούλιο του 1937, οι φωτογραφίες της Τάρο είχαν ζήτηση από τον διεθνή τύπο όταν, μόνη της, κάλυπτε την περιοχή Μπρουνέτ κοντά στην Μαδρίτη για χάρη της εφημερίδας Ce Soir. Παρόλο που η Εθνικιστική προπαγάνδα ισχυρίστηκε ότι αυτή η περιοχή ήταν υπό τον έλεγχό της, οι Δημοκρατικές δυνάμεις είχαν στην ουσία αναγκάσει την απομάκρυνση των εθνικιστών. Η κάμερα της Τάρο αποτέλεσε την μόνη απόδειξη της κατάστασης στην περιοχή.
Κατά τη διάρκεια της κάλυψης της υποχώρησης του Δημοκρατικού στρατού στη μάχη της Μπρουνέτ, η Τάρο ανέβηκε πάνω στη σανίδα του αυτοκινήτου του στρατηγού Βάλτερ που μετέφερε τραυματίες στρατιώτες. Ένα Δημοκρατικό τανκ χτύπησε πάνω του και η Τάρο υπέστη κρίσιμα τραύματα, πεθαίνοντας την επόμενη μέρα, 26 Ιουλίου 1937.
Ο Βρετανός δημοσιογράφος Ρόμπιν Στούμερ αμφισβήτησε τις συνθήκες θανάτου της Τάρο, γράφοντας στο περιοδικό New Statesman. Ο Στούμερ επικαλούμενος τον Βίλλυ Μπραντ, αργότερα Καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, και φίλο της Τάρο κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, λέγοντας ότι ήταν θύμα της σταλινικής εκκαθάρισης των Κομμουνιστών και των Σοσιαλιστών στην Ισπανία που δεν ευθυγραμμίστηκαν με τη Μόσχα. Ωστόσο, ο Στούμερ δεν παρείχε άλλα στοιχεία για αυτόν τον ισχυρισμό.
Σε μια συνέντευξη στην ισπανική εφημερίδα El País, ένας ανιψιός ενός Δημοκρατικού στρατιώτη στη μάχη της Μπρουνέτ εξήγησε ότι είχε πεθάνει σε ατύχημα. Σύμφωνα με την αφήγηση αυτόπτων μαρτύρων, πέρασε από πάνω της ένα τανκ που έκανε όπισθεν και πέθανε από τις πληγές της στο αγγλικό νοσοκομείο El Goloso λίγες ώρες αργότερα. Ο οδηγός του τανκ δεν κατάλαβε τι είχε κάνει.
Ο τάφος της Τάρο στο Κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ. Σχεδιασμένος από τον Αλμπέρτο Τζακομέττι περιλαμβάνει το γεράκι Ώρο και τον επιτάφιο «Ώστε κανείς να μην ξεχάσει τον άνευ όρων αγώνα σου για έναν καλύτερο κόσμο» (στα γαλλικά και τα καταλανικά).
Λόγω της πολιτικής της δέσμευσης, η Τάρο είχε γίνει μια σεβαστή αντιφασιστική προσωπικότητα. Την 1η Αυγούστου 1937, στα 27α γενέθλιά της, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα της έκανε μια μεγάλη κηδεία στο Παρίσι, τραβώντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους, έθαψε στο Κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ και ανέθεσε τον Αλμπέρτο Τζακομέττι να δημιουργήσει ένα μνημείο για τον τάφο της.
Στις αρχές του 2018, μια φωτογραφία που φέρεται να ήταν μια εικόνα της Τάρο στο κρεβάτι του θανάτου της στο αγγλικό πολεμικό νοσοκομείο κυκλοφόρησε από τον γιο του Ούγγρου Δρ Κίζλυ που την φρόντισε.

 

 

1944 – Ηλέκτρα Αποστόλου (1912 – 26 Ιουλίου 1944) ήταν στέλεχος της ΟΚΝΕ, της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ, αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης και υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών. Δολοφονήθηκε από την Ειδική Ασφάλεια το 1944 στην Αθήνα για την αντιστασιακή της δράση.
Η Ηλέκτρα Αποστόλου γεννήθηκε το 1912 στην Αθήνα από ευκατάστατη οικογένεια[1] και ήταν αδελφή του στελέχους του ΚΚΕ Λευτέρη Αποστόλου. Σε μικρή ηλικία έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και αργότερα μέλος του ΚΚΕ. Συμμετείχε στο Παγκόσμιο Αντιφασιστικό και Αντιπολεμικό Συνέδριο Γυναικών το οποίο έγινε το 1934 στο Παρίσι, ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας.
Το 1935, πήρε μέρος στο 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς Νέων (ΚΔΝ), εκπροσωπώντας μαζί με άλλους Έλληνες νεολαίους την ΟΚΝΕ. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, η Ηλέκτρα Αποστόλου έγινε μέλος του Γραφείου της ΚΕ της ΟΚΝΕ. Για την πολιτική της δράση, φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου τη συνέλαβε και την έκλεισε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, όπου βασανίστηκε. Όταν αποφυλακίστηκε, πέρασε στην παρανομία και στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε γραμματέας του Γραφείου της ΟΚΝΕ Μακεδονίας – Θράκης.
Το 1939, η Ηλέκτρα Αποστόλου συλλαμβάνεται εκ νέου και στέλνεται εξορία με άλλους κομμουνιστές στην Ανάφη. Λίγο πριν εξοριστεί, και κατά τη διάρκεια της μεταγωγής της, γέννησε σε σκληρές και επικίνδυνες συνθήκες την κόρη της, Αγνή. Η Κατοχή τη βρήκε εξόριστη μαζί με την κόρη της στην Ανάφη.
Ήταν παντρεμένη με το γιατρό Γιάννη Σιδερίδη, στέλεχος του ΚΚΕ, που πέθανε από πείνα στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης στην Κατούνα, στα τέλη Δεκέμβρη του 1942, δύο μέρες αφότου είχε μεταφερθεί από την Ακροναυπλία μαζί με εκατό άλλους κρατούμενους κομμουνιστές.
Το Σεπτέμβρη του 1942 κατάφερε να δραπετεύσει από το Τμήμα Μεταγωγών Αθηνών μαζί με την τρίχρονη κόρη της αφού πρώτα είχε μεταχθεί σε νοσοκομείο.[3] Θα γίνει σταδιακά υπεύθυνη της εθνικοαπελευθερωτικής αλλά και φεμινιστικής οργάνωσης, Λεύτερη Νέα, ενώ αργότερα έγινε μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ και επικεφαλής της προπαγάνδας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ) του ΚΚΕ. Ήταν η επικεφαλής της ομάδας που έφτιαχνε το έντυπο προπαγανδιστικό υλικό στην Αθήνα, βοηθώντας τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις κατά των κατακτητών.
Στην αντιστασιακή οργάνωση, Λεύτερη Νέα, η Ηλέκτρα Αποστόλου προσπαθούσε να περάσει τη νοοτροπία ότι η γυναίκα θα απελευθερωθεί με την ενεργή συμμετοχή της στους κοινωνικούς αγώνες. Προσπαθούσε να πείθει τις γυναίκες-μέλη της οργάνωσης να παίρνουν το λόγο, γενικά να πράττουν. Οργανώθηκαν συνεργεία αποκλειστικά από γυναίκες που έγραφαν συνθήματα στους τοίχους. Το Φλεβάρη του 1943, η Λεύτερη Νέα αυτοδιαλύεται και ενσωματώνεται στην ΕΠΟΝ.[4]
Στις 25 Ιουλίου του 1944, στις 7:30 το πρωί, συνελήφθη στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου & Ιθάκης από την ομάδα Παρθενίου της Ειδικής Ασφάλειας. Μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο Κρυστάλ στην οδό Ελπίδος 3, που ήταν το μέρος ανακρίσεων της Ειδικής Ασφάλειας Αθηνών, δίπλα από την έδρα της Ειδικής Ασφάλειας, Ελπίδος 5. Εκεί, για την αντιστασιακή της δράση, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ