10 Δεκεμβρίου 2022

Συνέβη 24 Νοεμβρίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

24 Νοεμβρίου 2022

Είναι η 328η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 37 ημέρες για τη λήξη του
🌅  Ανατολή ήλιου: 07:15 – Δύση ήλιου: 17:08
– Διάρκεια ημέρας: 9 ώρες 53 λεπτά
🌑  Σελήνη 0.5 ημέρας
Χρόνια πολλά στους: Κλήμη, Κλημέντιο, Κλημεντία και Κλημεντίνη.

 

 

Γεγονότα

 

 

1826 – Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης επιτυγχάνει μεγάλη νίκη στην Αράχωβα κατά των Τουρκαλβανών, οι οποίοι χάνουν 1.300 άνδρες. Το κρύο και το χιόνι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη σύγκρουση. Οι Έλληνες είχαν καταφύγιο στα σπίτια της Αράχωβας, ενώ οι Τούρκοι είχαν μεγάλες απώλειες εκτεθειμένοι στο ύπαιθρο και περικυκλωμένοι από όλες τις πλευρές. Όταν μαθεύτηκε η παγίδευση του στρατεύματος του Μουσταφάμπεη, τουρκικές δυνάμεις από διάφορες φρουρές έρχονταν προς βοήθειά του. Όμως ο Καραϊσκάκης είχε αποκλείσει όλες τις διαδρομές από όπου θα μπορούσε να έλθει βοήθεια προς τον εχθρό. Στο Ζεμενό αποκρούστηκε σώμα από περίπου 1.500 στρατιώτες υπό τον Αλβανό Αμπντουλά μπέη και άλλο σώμα που ήλθε από τη Δαύλεια. Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης συμμετείχε στις αψιμαχίες ενθαρρύνοντας τους πολεμιστές του.
Οι Τούρκοι, υποφέροντας από το κρύο και την έλλειψη εφοδίων, ζήτησαν από τον Καραϊσκάκη συνθήκη ώστε να αποχωρήσουν. Αυτός ζήτησε για αντάλλαγμα να του παραδοθούν η Λιβαδειά και η Άμφισσα, καθώς και να μείνουν ως όμηροι ο Μουσταφάμπεης και ο Κεχαγιάμπεης. Οι αρχηγοί των Τούρκων δεν δέχτηκαν και παρέμειναν οχυρωμένοι περιμένοντας βοήθεια από τον Κιουταχή. Ο Μουσταφάμπεης για να ενθαρρύνει κι αυτός τους στρατιώτες του συμμετείχε στις ανταλλαγές πυρών, αλλά σκοτώθηκε. Την 24η Νοεμβρίου σημειώθηκε μεγάλη χιονόπτωση που απείλησε να καλύψει ζωντανούς τους Τούρκους. Βλέποντας ότι δεν μπορούν πλέον να παραμείνουν στο ύπαιθρο, επιχείρησαν έξοδο προς το δρόμο που οδηγεί προς τη Μονή Ιερουσαλήμ. Οι Έλληνες δεν αντελήφθησαν έγκαιρα τη φυγή γιατί λόγω του χιονιού είχαν αποσυρθεί στα σπίτια της Αράχωβας. Όταν η φυγή έγινε αντιληπτή οι Έλληνες έσπευσαν και κατέκοβαν τους αποχωρούντες Τούρκους. Δεν χρησιμοποιήθηκαν πυροβόλα όπλα γιατί είχαν καταστεί άχρηστα λόγω του χιονιού και του παγετού.
Η καταδίωξη εξελίχθηκε σε σφαγή, που άρχισε δύο ώρες προ της δύσης του ηλίου και συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα. Όσοι Τούρκοι απέφυγαν τη σφαγή πάγωναν όταν αποκαμωμένοι σταματούσαν να αναπαυθούν. Ο Καραϊσκάκης, μην ακούγοντας πυροβολισμούς, νόμισε ότι οι εχθροί διέφυγαν, έως ότου πήγε ο ίδιος να διαπιστώσει την κατάσταση. Οι φονευθέντες Τούρκοι εκείνη την ημέρα ήταν περίπου 600 ενώ πολλοί συνελήφθησαν. Από αυτούς ο Καραϊσκάκης μπόρεσε να διασώσει μόνο 50 καθώς οι υπόλοιποι πέθαναν από τα κρυοπαγήματα και τις κακουχίες. Οι δύο αρχηγοί του τουρκικού στρατοπέδου επίσης εφονεύθησαν και οι Έλληνες στρατιώτες έφεραν τα κεφάλια τους στον Καραϊσκάκη. Ο ίδιος είχε υποσχεθεί μεγάλη αμοιβή σε όποιον συνελάμβανε τους δύο Τουρκαλβανούς ζωντανούς. Αλλά ο μεν Κεχαγιάμπεης δεν μπόρεσε να δηλώσει την ιδιότητά του στους Έλληνες διότι δεν μιλούσε τη γλώσσα τους, ο δε Μουσταφάμπεης είχε σκοτωθεί από σφαίρα κατά την έξοδο.
Από όλο το τουρκικό σώμα, δύναμης 2.200 ανδρών, διασώθηκαν μόνο 200, οι περισσότεροι με σοβαρά κρυοπαγήματα. Οι Έλληνες κυρίευσαν 23 σημαίες, όλες τις αποσκευές και τα ζώα. Από τους Έλληνες, σε όλο το διάστημα της πολιορκίας και την έξοδο εφονεύθησαν 4 και τραυματίστηκαν ελαφρά 9. Ο Καραϊσκάκης διένειμε αμοιβές στους ανδραγαθήσαντες Έλληνες και διέταξε να στηθεί στην Αράχωβα πυραμίδα από τα κεφάλια των Τούρκων. Πάνω σε μια πέτρα έγραψε «Τρόπαιο των Ελλήνων κατά των βαρβάρων» και στα δύο άκρα της πέτρας έβαλε τα κεφάλια του Κεχαγιάμπεη και του Μουσταφάμπεη. Ο Σπηλιάδης διέσωσε τα ονόματα περίπου 100 Ελλήνων οπλαρχηγών που έλαβαν μέρος στη μάχη εκτός του Καραϊσκάκη, απ’ τα οποία ξεχωρίζουν αυτά των Β. Μπούσγου, Μήτρου Μπινιάρη από τον Μορόκαμπο Βαγίων Βοιωτίας, Σπυρομήλιου, Νικηταρά, Χατζή-Μιχάλη Νταλιάνη, Γ. Δυοβουνιώτη, Δημ. Μακρή, Λάμπρου Βεΐκου, Κ. Τζαβέλα, Μήτρου Βάγια, Χρ. Περραιβού, Αν. Χορμόβα, Δημοτσέλιου κ.α.

 

1845 – Ξεκινά τη λειτουργία του το «Ναυτικόν Σχολείον». Η λειτουργία της ΣΝΔ ξεκίνησε την 24η Νοεμβρίου 1845 ως «Ναυτικόν Σχολείον» επί της κορβέτας “Λουδοβίκος”, με Βασιλικό Διάταγμα κατόπιν εισηγήσεως του Υπουργού επί των Ναυτικών Κωνσταντίνου Κανάρη, του πυρπολητή. Έκτοτε και για μία σειρά ετών η ΣΝΔ λειτούργησε επί διαφόρων πολεμικών πλοίων. Με το νόμο «ΑΡΝΣΤ΄ της 27/3/1884» μετονομάσθηκε σε «Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων» με έδρα τον Ατμοδρόμωνα “Ελλάς”. Η μετεγκατάστασή της στην ξηρά έγινε δυνατή το 1905 με το κληροδότημα που άφησε ο Παντελής Βασσάνης, στις προς τούτο εγκαταστάσεις στον Πειραιά, αποτελώντας το παλαιότερο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα του Πειραιά.
Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, η ΣΝΔ λειτούργησε αρχικά επί του Θ/Κ Αβέρωφ, ενώ από την 29η Οκτωβρίου 1942 και μέχρι το τέλος του πολέμου η Σχολή λειτούργησε στην Αλεξάνδρεια. Η ΣΝΔ επαναλειτούργησε στον Πειραιά στις 5 Νοεμβρίου 1945.
Από το 1950 η ΣΝΔ αποτελεί την παραγωγική Σχολή και για τους Αξιωματικούς του Λιμενικού Σώματος. Από το 1962 ανέλαβε την εκπαίδευση και αλλοδαπών Δοκίμων, διαφόρων κρατών. Το 1967 της απονεμήθηκε το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών . Από το 1968 λειτουργεί ως Ανώτατη Σχολή. Από το 2002 στην ΣΝΔ εισάγονται και γυναίκες. Από το 2003 λειτουργεί ως Ανώτατο Στρατιωτικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΑΣΕΙ), σύμφωνα με το εν ισχύ νομικό πλαίσιο (ν. 3187/03)

 

1859 – Ο Κάρολος Δαρβίνος δημοσιεύει το μνημειώδες έργο του «Η καταγωγή των ειδών» (αγγλ.: On the Origin of Species, πλήρης τίτλος: On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or The Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life) είναι έργο του Άγγλου επιστήμονα, Κάρολου Δαρβίνου, που εκδόθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1859. Είναι επιστημονικό σύγγραμμα που θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις της εξελικτικής βιολογίας. Το έργο αυτό του Δαρβίνου εισήγαγε τη θεωρία ότι οι πληθυσμοί εξελίσσονται από γενιά σε γενιά με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής. Παρουσίαζε μία σειρά από στοιχεία και αποδείξεις ως συμπέρασμα παρατηρήσεων, πειραμάτων και επιστημονικών συζητήσεων. Πιο συγκεκριμένα Η Καταγωγή των Ειδών εμπεριέχει δύο βασικές θέσεις: α) ότι όλα τα είδη προήλθαν, μέσω τροποποιήσεων, από κοινά προγονικά είδη και β) ότι οι τροποποιήσεις αυτές οφείλονται στη φυσική επιλογή που δρα πάνω στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ατόμων ενός είδους.
Εκείνη την εποχή, οι θεωρίες «περί Εξέλιξης» υπονοούσαν δημιουργία χωρίς θεϊκή παρέμβαση, και ο Δαρβίνος απέφυγε τη χρήση των λέξεων «εξέλιξη» και «εξελίσσομαι». Το βιβλίο έκανε μόνο έναν σύντομο υπαινιγμό στην ιδέα ότι και ο άνθρωπος μπορούσε να εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο όπως και οι άλλοι οργανισμοί.
Το έργο, παρά τις αρχικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από κύκλους της Εκκλησίας της Αγγλίας, προσέλκυσε το γενικό ενδιαφέρον της κοινής γνώμης της εποχής, καθώς είχε γραφτεί σε ύφος κατανοητό στον απλό αναγνώστη. Εντός είκοσι ετών από τη δημοσίευση η θεωρία της εξέλιξης έγινε γενικά αποδεκτή στον επιστημονικό κόσμο, όμως με την πάροδο του χρόνου κυριάρχησαν διάφορα μοντέλα αυτής της επιστημονικής προσέγγισης, βασισμένα στις απόψεις του Δαρβίνου.

 

1947 – Το Κογκρέσο με συντριπτική πλειοψηφία καταδικάζει τους δέκα καλλιτέχνες του Χόλιγουντ, που αρνούνται να συνεργαστούν με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών και να καταδώσουν συναδέλφους τους κομμουνιστές. Οι «δέκα του Χόλιγουντ» που αψήφησαν την επιτροπή ήταν: ο Αλβάχ Μπέσσι (1904-1985), ο Χέρμπερτ Μπίμπερμαν (1900-1971), ο Λέστερ Κόουλ (1904-1985), ο Έντουαρντ Ντμίτρικ (1908-1999), ο Ρινγκ Λάρντνερ (1915-2000), ο Τζον Χάουαρντ Λόουσον (1894-1977), ο Άλμπερτ Μάλτς (1908-1985), ο Σάμιουελ Ορνίτζ (1890-1957), ο Ρόμπερτ Άντριαν Σκοτ ​​(1912-1973) και ο Ντάλτον Τρούμπο (1905-1976).
Οι δέκα άντρες, όχι μόνο αρνήθηκαν να συνεργαστούν στις ανακρίσεις αλλά τις καταδίκασαν ως εξωφρενική παραβίαση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, καθώς η Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ του έδινε το δικαίωμα να ανήκουν σε οποιαδήποτε πολιτική οργάνωση επέλεγαν. Κάποιοι συνέκριναν τις καταναγκαστικές και εκφοβιστικές μεθόδους της επιτροπής με μεθόδους που ακολούθησε η ναζιστική Γερμανία. «Δεν είμαι εδώ για να δικαστώ», δήλωσε ο σεναριογράφος Τζον Χάουαρντ Λόουσον. «Αυτή η επιτροπή δικάζεται».

 

1976 – Το αμερικανικό συγκρότημα «The Band» δίνει το αποχαιρετιστήριο κοντσέρτο του στο Σαν Φρανσίσκο, με την παρουσία κορυφαίων ονομάτων της ροκ σκηνής. Η συναυλία απαθανατίζεται από τον Μάρτιν Σκορτσέζε στην ταινία – ντοκουμέντο «The Last Waltz» («Το Τελευταίο Βαλς»).  Η ιδέα των Μπαντ ήταν να προσκαλέσουν πρόσωπα που συνάντησαν σε αυτή τη διαδρομή, μουσικούς με τους οποίους συνεργάστηκαν ποικιλοτρόπως στις κατά καιρούς στάσεις της δεκαεξάχρονης διαδρομής τους.
Η λίστα των προσκεκλημένων που θα μοιραστούν τη σκηνή με τους Μπαντ μοιάζει σαν συνάθροιση της… Ακαδημίας του ροκ: Μπομπ Ντίλαν, Ερικ Κλάπτον, Βαν Μόρισον, Νιλ Γιανγκ, Πολ Μπάτερφιλντ, Τζόνι Μίτσελ, ο Ρίνγκο Σταρ των Μπιτλς, ο Ρον Γουντ των Ρόλινγκ Στόουνς, ο Ντόκτορ Τζον από τη Νέα Ορλεάνη, ο… Νιλ Ντάιαμοντ, ο Ρόνι Χόκινς (πρώτος εργοδότης των Μπαντ) και ο θρυλικός μπλούζμαν Μάντι Ουότερς είναι μερικοί από τους μουσικούς θρύλους που μοιράζονται τη ζεστασιά των καμαρινιών (δείπνο και εδώ φυσικά, αμερικανικό μπιλιάρδο για… χαλάρωμα και πολλοί διάσημοι και λιγότερο διάσημοι που πέρασαν να ευχηθούν και να μοιραστούν τη στιγμή με τους Μπαντ).
Η αρχική πρόθεση όμως του συγκροτήματος για μια μουσική γιορτή διανθίστηκε με όλες τις λεπτομέρειες στην ατμόσφαιρα χάρη στο όραμα που είχε για τη βραδιά ο μεγαλοατζέντης Μπιλ Γκράχαμ, που ανέλαβε τη διοργάνωσή της. Οι Μπαντ δεν είδαν με καλό μάτι τα περί δείπνου κλπ. (που ανέβαζαν το κόστος της εκδήλωσης, άρα και του εισιτηρίου) κυρίως γιατί ήξεραν πως η μουσική που παίζουν, το ροκ δηλαδή, είναι στη βάση της και στο πνεύμα της μουσική για… νηστικούς. Ο Γκράχαμ όμως κατάφερε να τους πείσει, γιατί η περί δείπνου και χλιδής ιδέα του στην ουσία τόνιζε το εορταστικό στοιχείο που ήθελαν οι Μπαντ να κυριαρχεί στο κύκνειο άσμα τους. Οι δαπανηρές πρωτοβουλίες του Μπιλ Γκράχαμ πάντως τον «έβαλαν μέσα» κάπου 100.000 δολάρια, σιγούρεψαν όμως μια θέση στην ιστορία του ροκ για το αποψινό εγχείρημα.
Ετσι τελικά οι Μπαντ βγήκαν στη σκηνή για ένα πεντάωρο σόου μπροστά σε πέντε χιλιάδες… χορτάτους. Ξεκίνησαν παίζοντας γνωστά τραγούδια τους με έναν τρόπο και μια ένταση που τα έκανε να ακούγονται σαν να έρχονται από υπερβατικά τοπία, άγνωστα σε μας. Περιδιάβασαν το ρεπερτόριό τους για αρκετή ώρα και μετά άρχισαν να παρουσιάζουν τους προσκεκλημένους τους με πρώτον και καλύτερο τον Ρόνι Χόκινς. Φορούσε άσπρο πλατύγυρο καπέλο και την πιο «μαγκιόρικη» γκριμάτσα της καριέρας του κι όταν το τραγούδι του έφτανε προς το τέλος επανέφερε μια χειρονομία που έκανε επί σκηνής όταν οι Μπαντ ήταν το γκρουπ που τον συνόδευε: προσποιήθηκε πως φουντώνει τη φωτιά από τα «πυρωμένα» σόλο του Ρόμπερτσον κάνοντας αέρα στην κιθάρα του με το καπέλο… Αυτή η «φωτιά» κρατήθηκε αναμμένη όταν ο Πολ Μπάτερφιλντ έδωσε τη γεμάτη μυστικισμό ερμηνεία του στο «Mustery Train», όταν ο 61χρονος Μάντι Ουότερς γρύλιζε «I’m a man», ενώ οι μουσικοί τον κοίταζαν με δέος, σαν σχολιαρόπαιδα, όταν ο Ερικ Κλάπτον αντάλλασσε κιθαριστικές δεξιοτεχνίες με τον Ρόμπερτσον και όταν ο βραχύσωμος Βαν Μόρισον ολοκλήρωνε την ερμηνεία του «Caravan» φεύγοντας από τη σκηνή ενώ κλωτσούσε ρυθμικά τον… αέρα.
Στο διάλειμμα ποιητές του Σαν Φρανσίσκο που ήταν εκεί για να χαιρετήσουν το συγκρότημα ανέβηκαν για απαγγελίες στη σκηνή. Ο Εμετ Κρόγκαν, ο Μάικλ ΜακΛιούρ και ο Λόρενς Φερλινγκέτι (που απήγγειλε ένα παραφρασμένο «Πάτερ Ημών…») βοήθησαν το κοινό να χαλαρώσει επί σαράντα λεπτά προτού οι Μπαντ επανέλθουν με τα τραγούδια τους και καταλήξουν στο αριστούργημά τους «The Weight» ­ το φορτίο. Ενα φορτίο που πια ήταν έτοιμο να μεταφερθεί στις πλάτες άλλων (στις δικές μας) φέρνοντας στους Μπαντ την ποθούμενη λύτρωση.
Ο κόσμος ήταν εκεί μέσα για πάνω από πέντε ώρες όταν βγήκε ο Μπομπ Ντίλαν. Ο πιο «ροκ» Ντίλαν που είδαμε ποτέ. Επαιζε με μανία την ηλεκτρική κιθάρα του, άλλαζε απότομα τραγούδια, βολτάριζε στη σκηνή, αστειευόταν με τους Μπαντ, τους οποίους «φιλοδώρησε» με την ουσιαστική ευχή «Forever Young», προτού βρεθεί μαζί με όλους τους καλεσμένους και το τιμώμενο συγκρότημα να τραγουδά το κλασικό του «Ι shall be released».
Ολα αυτά και πολλά ακόμη χώρεσαν σε δύο ντοκουμέντα: στον δίσκο (τριπλό σε βινύλιο, διπλό σε CD) που κυκλοφόρησε αμέσως μετά και στο φιλμ του Σκορσέζε που με τίτλο «Το τελευταίο βαλς» βγήκε σε προβολή δύο χρόνια από εκείνο το βράδυ της γιορτής.

 

2015 – O Βαγγέλης Μεϊμαράκης ανακοινώνει και επισήμως την παραίτησή του από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Προτάσσοντας την ανάγκη ενότητας της παράταξης, όπως δηλώνει, παραδίδει τη μεταβατική προεδρεία στον γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Γιάννη Πλακιωτάκη, συνεχίζοντας να είναι υποψήφιος στις εσωκομματικές εκλογές. Τον Σεπτέμβριο του 2015, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης έβαλε υποψηφιότητα για την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας[12], παραμένοντας προσωρινός της πρόεδρος. στις 23 Νοεμβρίου 2015, μια ημέρα μετά την αναβολή του Α΄ Γύρου των εσωκομματικών εκλογών, παραιτήθηκε από την προσωρινή ηγεσία της ΝΔ, διορίζοντας προσωρινό πρόεδρο τον Γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ, Γιάννη Πλακιωτάκη.
Στον επαναληπτικό Α΄ Γύρο που διεξήχθη στις 15 Δεκεμβρίου 2015, βγήκε πρώτος σε ψήφους, με ποσοστό 39,80% που μεταφράζεται σε 160.823 ψήφους και κατάφερε να περάσει στον Β΄ Γύρο. Τελικά στον Β΄ Γύρο, βγήκε δεύτερος σε ψήφους, πίσω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, με ποσοστό 47,57% που μεταφράζεται σε 157.224 ψήφους, χωρίς να καταφέρει να εκλεγεί.

 

Γεννήσεις

 

1864 – Ανρί Τουλούζ Λοτρέκ. Γεννήθηκε στο Αλμπί, πόλη της νότιας Γαλλίας και ήταν γιος του Κόμη Αλφόνσου και της Κόμισσας Αντέλ ντε Τουλούζ-Λωτρέκ (Adèle de Toulouse-Lautrec), γόνος ιστορικής και αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία ωστόσο την περίοδο της γέννησης του, είχε ήδη χάσει μέρος του παλαιότερου κύρους της. Οι γονείς ήταν πρώτα ξαδέρφια, πρακτική που ήταν ευρύτερα διαδεδομένη εκείνη την εποχή προκειμένου να διατηρηθεί η περιουσία της οικογένειας μεταξύ των μελών της. Το γεγονός αυτό ωστόσο οδηγούσε σε γενετικές ανωμαλίες, όπως και στην περίπτωση του Λωτρέκ, του οποίου τα πόδια σταμάτησαν να αναπτύσσονται φυσιολογικά, μετά από ρήξεις που υπέστη στο αριστερό και δεξί του πόδι, σε ηλικία 12 και 14 ετών αντίστοιχα. Το ύψος του Λωτρέκ έφθανε μόλις το 1,5 μέτρο ενώ σε αντίθεση με τα πόδια του, το υπόλοιπο σώμα του είχε φυσιολογική ανάπτυξη.
Εξαιτίας αυτής της ανωμαλίας στη σωματική του διάπλαση, αδυνατούσε να ακολουθήσει μία συμβατική κοινωνική ζωή, γεγονός που πιθανά λειτούργησε καταλυτικά στο να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Αποτέλεσε σημαντικό καλλιτέχνη του μετα-ιμπρεσιονισμού ενώ θεωρείται από πολλούς και ο επίσημος εικονογράφος της νυχτερινής ζωής εκείνης της εποχής – της λεγόμενης Μπελ Επόκ (belle epoque) – στα καμπαρέ του Παρισιού. Οι πίνακές του χαρακτηρίζονταν από έντονα χρώματα και ανθρώπινες παρουσίες. Θεωρείται επιπλέον ένας από τους πρωτοπόρους στην τέχνη της αφίσας, γνωστός κυρίως για τις αφίσες που φιλοτέχνησε για το καμπαρέ Μουλέν Ρουζ (Moulin Rouge). Ασχολήθηκε ακόμα με την τεχνική της λιθογραφίας, επηρεασμένος από την ιαπωνική τέχνη και τα ιαπωνικά χαρακτικά.
Έζησε κυρίως στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αντιμετώπισε πρόβλημα αλκοολισμού και πέθανε σε ηλικία 37 ετών, έχοντας προσβληθεί από σύφιλη.

 

1868 – Σκοτ Τζόπλιν. Αμερικανός συνθέτης και πιανίστας, η κορυφαία προσωπικότητα που ανέδειξε το ραγκτάιμ (ragtime), το πρώτο αυθεντικά αμερικανικό μουσικό είδος, που άκμασε στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ και αποτέλεσε τον πρόδρομο της τζαζ. Έμεινε στην ιστορία της μουσικής, ως ο βασιλιάς του ραγκτάιμ.
Ο Σκοτ Τζόπλιν (Scott Joplin) γεννήθηκε κάπου στο Βορειοδυτικό Τέξας στις 24 Νοεμβρίου 1868 και έζησε τα παιδικά του χρόνια στην πόλη Τεξαρκάνα του Τέξας. Νεώτερες έρευνες αμφισβητούν την ημερομηνία γεννήσεώς του και προκρίνουν το δεύτερο ήμισυ του 1867. Ο Σκοτ ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά του πρώην σκλάβου Τζάιλς Τζόπλιν από τη Βόρεια Καρολίνα και της αφροαμερικανίδας Φλόρενς Γκίβενς από το Κεντάκι. Ο πατέρας του δούλευε ως εργάτης στους σιδηροδρόμους και η μητέρα του ήταν καθαρίστρια. Και οι δύο γονείς του αγαπούσαν τη μουσική κι έτσι σε ηλικία επτά ετών ο νεαρός Σκοτ ξεχώριζε για τις επιδόσεις του στο πιάνο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 ο Τζάιλς Τζόπλιν εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη για μία άλλη γυναίκα και την ανατροφή των έξι παιδιών της ανέλαβε η Φλόρενς. Σύμφωνα με τους βιογράφους του Τζόπλιν, μία από τις αιτίες του χωρισμού ήταν ότι ο πατέρας του δεν ήθελε να ασχολείται ο γιος του με τη μουσική γιατί αυτό θα τον απομάκρυνε από την εργασία του ως σιδηροδρομικός κι έτσι δεν θα συνεισέφερε στο οικογενειακό εισόδημα, σε αντίθεση με την μητέρα του που τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τις σπουδές του στο πιάνο.
Το μουσικό ταλέντο του Τζόπλιν έγινε αντιληπτό από τον Γιούλιους Βάις, έναν γερμανοεβραίο εμιγκρέ μουσικοδιδάσκαλο, ο οποίος τον μύησε στην κλασική και την παραδοσιακή μουσική. Αναγνωρίζοντας την οικονομική στενότητα της οικογένειάς του, τον ανέλαβε δωρεάν και του έμαθε να εκτιμά τη μουσική και ως τέχνη και ως ψυχαγωγία, ενώ βοήθησε τη μητέρα του να του αγοράσει ένα μεταχειρισμένο πιάνο. Ο Τζόπλιν ποτέ δεν ξέχασε τον δάσκαλό του και όταν έγινε διάσημος του έστελνε χρήματα και δώρα μέχρι τον θάνατό του.
Το 1884, ο Σκοτ Τζόπλιν έκανε την πρώτη του δημόσια εμφάνιση ως πιανίστας στην Τεξαρκάνα, συνοδεύοντας ένα παιδικό φωνητικό τρίο. Παράλληλα, μάθαινε κιθάρα και μαντολίνο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 εγκαταλείπει την Τεξαρκάνα και τη δουλειά του στους σιδηροδρόμους και αποφασίζει να γίνει επαγγελματίας μουσικός. Αρχίζει μια περιπλάνησή του στον αμερικανικό Νότο, που θα τον οδηγήσει στο Σικάγο το 1893. Στη μεγαλούπολη του Βορρά συνέρρεαν εκατομμύρια κόσμου για την Παγκόσμια Εμπορική Έκθεση, η οποία θα είχε καταλυτική επίδραση στα πολιτιστικά πράγματα των ΗΠΑ και θα συνέβαλε στη μόδα του ραγκτάιμ το 1897.
Το 1894 ο Τζόπλιν μετακομίζει στην πόλη Σεντάλια του Μιζούρι (για πολλούς μελετητές η πόλη στην οποία γεννήθηκε το ραγκτάιμ), όπου άρχισε να διδάσκει πιάνο και να παίζει σε κλαμπ της περιοχής. Μαθητές του ήταν μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα του ραγκτάιμ, όπως οι Άρθουρ Μάρσαλ, Σκοτ Χέιντεν και Μπραν Κάμπελ. Το 1895 άρχισε να εκδίδει τη μουσική του, γεγονός που του απέφερε σημαντικά έσοδα. Παράλληλα, συνέχισε τις μουσικές του σπουδές στο τοπικό ωδείο, στην αρμονία και τη σύνθεση. Το 1899 ήρθε η στιγμή της αναγνώρισης με την πιανιστική σύνθεση Maple Leaf Rag, που αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του ραγκτάιμ και επέδρασε καθοριστικά στους κατοπινούς συνθέτες του είδους. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Μπελ, συγγενή του μαθητή του Σκοτ Χέιντεν.
Τους πρώτους μήνες του 20ου αιώνα μετακομίζει με την έγκυο σύζυγό του στον Άγιο Λουδοβίκο (St Louis), όπου συνεχίζει να συνθέτει, να δημοσιεύει τη μουσική του και να παίζει τακτικά στα πορνεία και τα μπαρ της πόλης. Την ίδια χρονιά ο γάμος του κλονίζεται ανεπανόρθωτα, εξαιτίας του χαμού της κόρης του, που μετρούσε λίγους μήνες ζωής και της αδιαφορίας της Μπελ για τη μουσική του, με αποτέλεσμα το διαζύγιο να καταστεί αναπόφευκτο. Μετά από λίγο καιρό, η υγεία του άρχισε να χειροτερεύει, εξαιτίας της σύφιλης από την οποία προσβλήθηκε. Το Ιούνιο του 1904 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, τη νεαρή Φρέντι Αλεξάντερ, η οποία πέθανε απροσδόκητα μετά από τρεις μήνες.
Τα σοβαρά προσωπικά του προβλήματα δεν ανέστειλαν τη μουσική του δραστηριότητα. Το 1901 συγκρότησε θίασο για να παρουσιάσει την πρώτη του όπερα A Guest of Honour. Κι εδώ τον χτύπησε η ατυχία. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας του θιάσου, κάποιος «σήκωσε» το ταμείο, με αποτέλεσμα ο Τζόπλιν να πέσει έξω. Ακολούθησαν κατασχέσεις από τους καλλιτέχνες του θιάσου και από τους προμηθευτές του. Ανάμεσα στα αντικείμενα που κατασχέθηκαν ήταν και η παρτιτούρα της όπερας, η τύχη της οποίας αγνοείται από το 1903 και πρέπει να θεωρείται οριστικά χαμένη. Την περίοδο αυτή είχε και δύο μεγάλες επιτυχίες με τα κλασικά ραγκτάιμ κομμάτια The Entertainer και The Easy Winners.
To 1907, o Τζόπλιν μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας χρηματοδότη για μια νέα όπερα. Προσπάθησε να ξεπεράσει τους περιορισμούς του ραγκτάιμ, που τον έκανε διάσημο, αλλά χωρίς επιτυχία. Το 1911 έγραψε μια δεύτερη όπερα με τίτλο Treemonisha, ένα έργο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, που δεν είχε καμία τύχη, καθώς δεν βρήκε χρηματοδότη και ανέβηκε μόνο μία φορά με δικά του έξοδα.
Το 1916 ο Σκοτ Τζόπλιν προσβλήθηκε από γεροντική άνοια, εξαιτίας της σύφιλης από την οποία έπασχε. Τον Ιανουάριο του 1917 κλείσθηκε σε ψυχιατρείο στο Μανχάταν, όπου άφησε την τελευταία του πνοή την 1η Απριλίου 1917, σε ηλικία 49 ετών.
Η μουσική του Σκοτ Τζόπλιν ανακαλύφθηκε ξανά στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μετά τη μεγάλη επιτυχία της ταινίας του Τζορτζ Ρόι Χιλ Το Κεντρί, το σάουντρακ της οποίας περιείχε πολλά κομμάτια του. Το 1972 ακολούθησε το ανέβασμα της όπερας Treemonisha και το 1975 τιμήθηκε μεταθανατίως με το βραβείο Πούλιτζερ για τη μουσική του.
Κατά τη διάρκεια της σύντομης καριέρας του έγραψε 44 πρωτότυπες συνθέσεις ραγκτάιμ, ένα μπαλέτο και δύο όπερες. Ο Τζόπλιν θεωρούσε το ραγκτάιμ (ένας συνδυασμός αφροαμερικάνικων και ευρωπαϊκών μουσικών στοιχείων, με κυρίαρχο όργανο το πιάνο) κλάδο της κλασικής μουσικής.

 

1951 – Μίμης Ανδρουλάκης. Γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1951 και μεγάλωσε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης και κηπουρός, η μητέρα του μοδίστρα. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στη Σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών. Πήρε μέρος στην αντιδικτατορική αντίσταση και διώχθηκε από τη Χούντα. Ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και της ευρύτερης Αριστεράς πάνω από 20 χρόνια, στενός συνεργάτης του Χαρίλαου Φλωράκη από το 1974 έως το 1989, υπεύθυνος από το Πολιτικό Γραφείο, για την ιδεολογία, τον τύπο, τις εκδόσεις και για την ενότητα της Αριστεράς. Βουλευτής και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου.
Από το 1990, ο Μίμης Ανδρουλάκης πήρε μια σειρά από πολιτικές πρωτοβουλίες για την υπέρβαση του σχίσματος ΠΑΣΟΚ – Αριστεράς. Με το βιβλίο του ΜΕΤΑ διατύπωσε τη θέση του για ένα πολιτικό, ιδεολογικό, προγραμματικό και οργανωτικό πλαίσιο για τη ριζική ανασύνθεση του χώρου της δημοκρατικής, σοσιαλιστικής και οικολογικής Αριστεράς.
Από την εποχή εκείνη και μετά έμεινε πολιτικά ανέντακτος στο χώρο της αριστεράς. Στις εκλογικές αναμετρήσεις από το 1993 και μετά στήριξε το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο η απόπειρα πολιτικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη απέτυχε. Στις βουλευτικές εκλογές του 2004 υποστήριξε ξανά το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου και εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας με το ΠΑΣΟΚ. Στις εκλογές του 2007, του 2009 , του Μαΐου 2012 και του Ιουνίου του 2012, επανεκλέχθηκε στην εκλογική περιφέρεια Β΄ Αθηνών. Ανεξαρτητοποιήθηκε το Νοέμβριο του 2012. Δεν πολιτεύθηκε στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2015.
Έχει εργαστεί στην οικονομική ανάλυση – πρόγνωση στον ιδιωτικό τομέα. Έχει εργαστεί επίσης στον τύπο και στο ραδιόφωνο. Είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ και συγγραφέας λογοτεχνικών και πολιτικοϊδεολογικών έργων. Δημιούργησε τις ραδιοφωνικές εκπομπές «Καινά δαιμόνια», «Γυμνό Σάββατο» και «Ε, φίλε!» στον Flash 96 (τότε Flash 9). Έγραψε επίσης θεατρικά έργα και άλλα αφηγήματα για το ραδιόφωνο καθώς και αφιερώματα στα μεγάλα ρεύματα της παγκόσμιας μουσικής.

 

Θάνατοι

 

1957 – Ντιέγκο Ριβέρα. Ο Ντιέγκο Ριβέρα (πλήρες όνομα: Diego María de la Concepción Juan Nepomuceno Estanislao de la Rivera y Barrientos Acosta y Rodríguez, 8 Δεκεμβρίου 1886 – 24 Νοεμβρίου 1957) ήταν Μεξικανός ζωγράφος, που έγινε γνωστός κυρίως για τις μεγάλες τοιχογραφίες του, σε δημόσια κτίρια στο Μεξικό αλλά και σε κτίρια στις Η.Π.Α., στις οποίες απεικονίζονται τόσο η ιστορία και η κοινωνία του Μεξικού όσο και γενικότερα κοινωνικά θέματα. Υπήρξε κομμουνιστής και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεξικού.
Ο Ντιέγκο Ριβέρα είχε παντρευτεί τέσσερις φορές, δύο από τις οποίες τη ζωγράφο Φρίντα Κάλο. Λόγω της καλλιτεχνικής αξίας των έργων του, η κυβέρνηση του Μεξικού έχει χαρακτηρίσει τα έργα του ως “ιστορικά μνημεία”. Το 2018 το έργο του “Οι αντίπαλοι” πουλήθηκε από τον οίκο δημοπρασιών Christie’s για 9,76 εκατομμύρια δολάρια, τιμή ρεκορ για καλλιτέχνη από την Λατινική Αμερική.

 

1991 – Φρέντι Μέρκιουρι (Freddie Mercury, 5 Σεπτεμβρίου 1946 – 24 Νοεμβρίου 1991)  γεννημένος ως Φαρόχ Μπουλσάρα (Γκουτζαράτι: ફારોખ બલસારા, λατινική μεταγραφή: Farrokh Bulsara), ήταν Άγγλος τραγουδιστής και μουσικός. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους και πιο χαρισματικούς τραγουδιστές όλων των εποχών  και είναι γνωστός για την φανταχτερή του περσόνα στη σκηνή και το τεσσάρων οκτάβων εύρος φωνής του. Έγινε διάσημος ως τραγουδιστής, συνθέτης και πιανίστας του βρετανικού ροκ συγκροτήματος Queen.
Ξεκίνησε την περιπέτειά του στη μουσική από τα εφηβικά του χρόνια, με το πενταμελές συγκρότημα Hectics στο κολέγιο της Βομβάης, όπου ήταν έγκλειστος. Εκεί, οι φίλοι του τού απέδωσαν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Φρέντι, με το οποίο πορεύτηκε στην υπόλοιπη ζωή του.
Μετά την ίδρυση των Queen, ο Φρέντι Μέρκιουρι συνέθεσε πολλές από τις μεγάλες επιτυχίες του συγκροτήματος, όπως το «Somebody to Love», τον γηπεδικό ύμνο We Are the Champions και το οπερατικό Bohemian Rhapsody, για πολλούς η κορυφαία συνθετική του δημιουργία, που παρέμεινε στην κορυφή των καταλόγων επιτυχιών στη Μ. Βρετανία για τουλάχιστον 9 εβδομάδες.
Η σόλο καριέρα του Φρέντι Μέρκιουρι ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Πριν, όμως, κυκλοφορήσει το πρώτο του σόλο άλμπουμ, είχε εμφανιστεί με το όνομα Λάρι Λιούρεξ, ηχογραφώντας μια εκτέλεση του I Can Hear Music που πρώτοι είχαν πει οι Beach Boys.
Το 1990 επέστρεψε στο στούντιο, αυτή τη φορά για να ηχογραφήσει μαζί με τους Queen το άλμπουμ Innuendo, το τελευταίο πριν αποσυρθεί από τη δισκογραφία.
Λίγους μήνες αργότερα, οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο Φρέντι Μέρκιουρι έπασχε από τον ιό του AIDS. Σαράντα οκτώ ώρες μετά, στις 24 Νοεμβρίου του 1991, έχασε τη μάχη για τη ζωή.

 

2002 – Τζον Ρολς. O Τζον Ρόουλς (απαντάται και ως Τζων Ρωλς, John Rawls στ’ αγγλικά) ήταν αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος, που εντάσσεται στη σχολή του κοινωνικού φιλελευθερισμού και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Στο θεμελιώδες έργο του «Θεωρία της Δικαιοσύνης», επιχειρηματολογεί υπέρ μιας πολιτικής φιλοσοφίας που βασίζεται στην ισότητα και τα ατομικά δικαιώματα.
Ο Τζον Μπόρντλεϊ Ρόουλς γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1921 στη Βαλτιμόρη των ΗΠΑ. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον από το 1939 έως το 1943, οπότε αποφοίτησε με άριστα. Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων χρόνων των σπουδών του ενδιαφέρθηκε για θεολογικά θέματα, μέχρι του σημείου που κάποιοι από την πανεπιστημιακή κοινότητα να υποθέσουν ότι σκόπευε να ακολουθήσει τον ιερατικό κλάδο.
Μετά την αποφοίτησή του και μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στο Μέτωπο του Ειρηνικού, όπου ανδραγάθησε. Τιμήθηκε με μετάλλιο και προήχθη στο βαθμό του λοχία. Η βία και η αιματοχυσία του πολέμου, του δημιούργησε συνειδησιακό πρόβλημα. Η χριστιανική πίστη του κλονίσθηκε και από τότε δήλωνε άθεος. Η προσγείωσή του στη σκληρή πραγματικότητα ήταν τόσο μεγάλη μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, ώστε να υποπέσει ηθελημένα σε πειθαρχικό παράπτωμα και να επανέλθει στην τάξη του στρατιώτη.
Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στο Πρίνστον για να υποστηρίξει το διδακτορικό του, το οποίο έλαβε το 1950. Συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη, όπου γνώρισε τον φιλόσοφο Αζάια Μπερλίν κι έπει­τα επέστρεψε στις ΗΠΑ για να ακολουθήσει πανεπιστημιακή καριέρα. Αφού δίδαξε για ένα διάστημα στα πανεπιστήμια Κορνέλ και ΜΙΤ, συνέχισε στο Χάρβαρντ, όπου έγραψε το μείζον έργο του «Θεωρία της Δικαιοσύνης» («A Theory of Justice»), το οποίο κυκλοφόρησε το 1971.
Ο Τζον Ρόουλς υποστήριξε στο βιβλίο του αυτό ότι κάθε άνθρωπος έχει ορισμένα αναφαίρετα δικαιώματα, τα οποία δεν μπορούν να υποβαθμισθούν ούτε προς χάριν του συνόλου της κοινωνίας κι έλεγε ότι το κράτος οφείλει και μπορεί να είναι ο εγγυητής της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η θεσμική οργάνωση μιας δίκαιης κοινωνίας, κατά τον Ρόουλς, βασίζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές. Πρώτον, οι θεσμοί πρέπει να εξασφαλίζουν στον καθένα τον μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας που είναι συμβιβάσιμος με ίση ελευθερία για όλους τους άλλους. Δεύτερον, κοινωνικές ανισότητες είναι ανεκτές κατ’ εξαίρεση και μόνο υπό τους ορούς, αφενός ότι αποβαίνουν προς όφελος και των λι­γότερο προνομιούχων ομάδων πολιτών, και α­φετέρου ότι η υπεροχή ορισμένων προσώπων συνδέεται με θέσεις ή αξιώματα εξίσου ανοιχτά σε όλους.
Ο Τζον Ρόουλς πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο σπίτι του, στο Λέξινγκτον της Μασαχουσέτης, στις 24 Νοεμβρίου 2002. Από το 1995 είχε υποστεί εγκεφαλικά, τα οποία τελικά τον κατέστησαν ανήμπορο να εργασθεί. Άφησε πίσω του τη σύζυγό του, Μάργκαρετ Γουόρφιλντ Φοξ Ρόουλς, τέσσερα παιδιά και τέσσερα εγγόνια.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του «Θεωρία της Δικαιοσύνης», «Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός», «Κοινωνική Δικαιοσύνη και Καντιανή Ηθική» και το «Δίκαιο των Λαών». Τις θεωρίες του Ρόουλς αντέκρουσε ο νεοφιλελεύθερος φιλόσοφος και συνάδελφός του στο Χάρβαρντ, Ρόμπερτ Νόζικ (1938-2002) στο βιβλίο του «Anarchy, State, and Utopia» («Αναρχία, Κράτος και Ουτοπία»).
Τον Ιανουάριο του 2013 ανέβηκε στην Οξφόρδη το μιούζικαλ των Λέβι, Σάμπι, Πίτο και Χιούλεν «A Theory of Justice:The Musical!», που αποτελεί μία σκηνική παρουσίαση του ομώνυμου έργου του Ρόουλς. Το ρόλο του «καλού» έχει ο Ρόουλς και του «κακού» ο Νόζικ.

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

AgrinioStories