2 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 1 Αυγούστου στην Ελλάδα και τον κόσμο

1 Αυγούστου 2022

Είναι η 213η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 152 ημέρες για τη λήξη του
και 24 ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, για την έναρξη του LAKE PARTY στην ΤΡΙΧΩΝΙΔΑ.

🌅  Ανατολή ήλιου: 06:28 – Δύση ήλιου: 20:34 – Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 7 λεπτά
Σελήνη 3.4 ημερών
Παγκόσμια Ημέρα Προσκοπικού Μαντηλιού
Χρόνια πολλά στους: Ελέσα, Εύκλεο, Ευκλεή, Ευκλέα, Μάρκελο, Σολομονή και Κασσάνδρα

 

Γεγονότα

 

1492 – Οι Εβραίοι εκδιώκονται από την Ισπανία, με διάταγμα των βασιλέων Φερδινάνδου και Ισαβέλλας. Σεφαρδίτες, Σεφαραδίτες, Σεφάρδοι ή Σεφαρντίμ (Εβρ. ספרדים‎) αποκαλούνται τα μέλη της εβραϊκής υποομάδας, η οποία προσδιορίζεται σε αντιδιαστολή με τους Ασκεναζίτες (Ασκεναζείμ) ή/και τους Μιζραχίτες (Μιζραχείμ) Εβραίους. Η ονομασία αυτή προέρχεται από τη λέξη Σεφεράδ, που αποτελεί την παλιά βιβλική ονομασία της εβραϊκής γλώσσας για την Ισπανία. Μιλούσαν τη Λαντίνο, μια διάλεκτο Καστιλλιάνικων ισπανικών με πολλά εβραϊκά στοιχεία. Έτσι ονομάζονται οι Εβραίοι που κατάγονται από την Ιβηρική Χερσόνησο, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που εκδιώχτηκαν από την Ισπανία κατόπιν εντολής των Καθολικών μοναρχών Φερδινάνδου και Ισαβέλλας (όπως καταγράφεται στο διάταγμα της Αλάμπρας το 1492) και από την Πορτογαλία κατόπιν εντολής του Βασιλιά Μανιουέλ το 1497. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ακολουθεί εκείνη την περίοδο μια ιδιαίτερα φιλοεβραϊκή πολιτική και παροτρύνει την εγκατάσταση στο εσωτερικό των διωγμένων μαζικά όχι μόνο από την Ισπανία και την Πορτογαλία αλλά και από τη Σικελία και την Απουλία της Ιταλίας. Αποβλέπει με αυτόν τον τρόπο στην τόνωση του εμπορίου, που τόσο καλά ήξεραν οι Εβραίοι. Οι Σεφαραδίτες εγκαταστάθηκαν στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία (κυρίως στη Θεσσαλονίκη) και σε άλλα μέρη του κόσμου τον 15ο αιώνα μετά από το διωγμό τους από την Ισπανία. Ο σεφαραδιτικός Ιουδαϊσμός έχει να επιδείξει χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες.

 

1774 – Ο άγγλος θεολόγος, φιλόσοφος, χημικός και πολιτικός επιστήμονας Τζόζεφ Πρίστλεϊ απομονώνει το στοιχείο του οξυγόνου από τον αέρα. Ο Τζόζεφ Πρίστλυ, απαντώμενος στην ελληνική βιβλιογραφία κυρίως με τη λανθασμένη προφορά Πρίστλεϋ (Joseph Priestley, 24 Μαρτίου 1733 – 6 Φεβρουαρίου 1804), ήταν Άγγλος θεολόγος, Προτεστάντης κληρικός, φυσικός φιλόσοφος, χημικός, γλωσσολόγος, παιδαγωγός και φιλελεύθερος πολιτικός φιλόσοφος, ο οποίος δημοσίευσε περισσότερα από 150 έργα. Ο Πρίστλυ πιστώνεται από πολλούς με την ανακάλυψη του οξυγόνου, έχοντας απόμονώσει σε αέρια κατάσταση το στοιχείο αυτό το 1774, αν και οι Καρλ Βίλελμ Σέελε και Αντουάν Λωράν Λαβουαζιέ μπορούν επίσης να τη διεκδικήσουν ανεξάρτητα.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, η επιστημονική φήμη του Πρίστλυ οφειλόταν κυρίως στην εφεύρεση του ανθρακούχου νερού, στα γραπτά του για τον ηλεκτρισμό και στην ανακάλυψη διάφορων αερίων. Ωστόσο, η αποφασιστικότητά του στην υπεράσπιση της λανθασμένης θεωρίας του φλογιστού και στην απόρριψη των απαρχών της χημικής επαναστάσεως, τον άφησε τελικώς απομονωμένο μέσα στην επιστημονική κοινότητα.
Η επιστήμη του Πρίστλυ ήταν ταυτοχρόνως και ένα αναπόσπαστο τμήμα της θεολογίας του, καθώς επιχειρούσε με επιμονή να συγχωνεύσει τον ορθολογισμό της εποχής του Διαφωτισμού με τον χριστιανικό θεϊσμό. Στα μεταφυσικά του κείμενα, ο Πρίστλυ επεχείρησε να συνδυάσει τον θεϊσμό, τον υλισμό και τον ντετερμινισμό, ένα εγχείρημα που έχει αποκληθεί «τολμηρό και πρωτότυπο». Πίστευε ότι μία σωστή κατανόηση του φυσικού κόσμου θα ωφελούσε την ανθρώπινη πρόοδο και τελικώς θα επέφερε την κυριαρχία του Χριστιανισμού. Πίστευε θερμά στην ελεύθερη και ανοικτή ανταλλαγή ιδεών, υπερασπιζόταν τη θρησκευτική ανεκτικότητα και τα ίσα δικαιώματα για τα θρησκευτικά παρακλάδια της επίσημης Αγγλικανικής Εκκλησίας, στα οποία ανήκε και ο ίδιος. Η αμφιλεγόμενη φύση των δημοσιεύσεων του Πρίστλυ, συνδυασμένη με την εκπεφρασμένη υποστήριξή του προς τη Γαλλική Επανάσταση, προκάλεσε τις υποψίες των αρχών και του κοινού, και τελικώς υποχρεώθηκε να φύγει στις ΗΠΑ, μετά την πυρπόληση του σπιτιού του στο Μπέρμινχαμ από όχλο. Πέρασε τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του στην Πενσυλβάνια.
Δάσκαλος σε όλη του τη ζωή, ο Πρίστλυ συνεισέφερε και στην παιδαγωγική, αλλά και ως συγγραφέας βιβλίου αγγλικής γραμματικής, και ιστορικών έργων. Τα διδακτικά αυτά βιβλία υπήρξαν τα δημοφιλέστερα έργα του όσο ζούσε. Ωστόσο τα φιλοσοφικά έργα του ήταν αυτά που άσκησαν τη διαρκέστερη επίδραση: οι μεγαλύτεροι Βρετανοί φιλόσοφοι της επόμενης γενιάς, όπως οι Τζέρεμι Μπένθαμ, Τζον Στιούαρτ Μιλ και Χέρμπερτ Σπένσερ, τα αναφέρουν ανάμεσα στις πρώτες πηγές για τον ωφελιμισμό.

 

1831 – Εμφύλιος σπαραγμός στην Ελλάδα. Ο Ανδρέας Μιαούλης καταστρέφει την ελληνική κορβέτα «Ύδρα» και τη φρεγάτα «Ελλάς». Το 1831 η Ελλάδα περιέπεσε σε κατάσταση αναρχίας, με πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων της Ύδρας και της Μάνης, να έχουν επαναστατήσει. Οι Υδραίοι και άλλοι δυσαρεστημένοι νησιώτες από τα νησιά του Αιγαίου, όπως ο Πόρος, η Μύκονος, η Σύρος, η Νάξος, η Άνδρος και η Πάρος, πολέμησαν σκληρά τον Καποδίστρια και επαναστάτησαν εναντίον του. Το μεγάλο πρόβλημα για τους ηγέτες της Ύδρας ήταν ότι ο Καποδίστριας δεν δεχότανε τα αιτήματα τους για αποζημιώσεις και πρόσθετες παροχές σε αναγνώριση της συνεισφοράς τους στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Εξίσου σημαντικό θέμα όμως για όλους όσους αντιμάχονταν τον Καποδίστρια, και ιδιαίτερα τους Μανιάτες και τους Υδραίους, ήταν η πεισματική εμμονή του Κυβερνήτη να μην τους παραχωρήσει ούτε ένα εκατοστό κεντρικής εξουσίας. Ήταν μια σύγκρουση που θα κόστιζε στον Καποδίστρια την ζωή του και θα εκμηδένιζε οιαδήποτε πιθανότητα να δημιουργηθεί σωστό Κράτος στην Ελλάδα.
Ο Καποδίστριας δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί τα αιτήματα των στασιαστών. Ζήτησε από τον Κωνσταντίνο Κανάρη, Διοικητή της Βάσης του Ελληνικού Στόλου στον Πόρο να είναι έτοιμος για επιχειρήσεις εναντίον των στασιαστών. Το επιχειρησιακό σχέδιο πρόβλεπε το ναυτικό αποκλεισμό της Ύδρας, την καθολική εφαρμογή του νόμου, και την εμπόδιση των στασιαστών να δραστηριοποιηθούν εναντίον του Κράτους. Όμως το σχέδιο διέρρευσε και ο αρχηγός των στασιαστών Μαυροκορδάτος ζήτησε από τον Ανδρέα Μιαούλη να καταλάβει τη ναυτική βάση στον Πόρο.
Ο Ανδρέας Μιαούλης ενήργησε πάραυτα και στις 14 Ιουλίου 1831 κατέλαβε την φρεγάτα «Ελλάς» και άλλα πλοία. Ο Καποδίστριας προσπάθησε να κινητοποιήσει τις τρεις δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, προκειμένου να μεσολαβήσουν στην σύγκρουση. Η Αγγλία και η Γαλλία έσερναν τα πόδια τους καθώς διεκήρυσσαν την ανάγκη να βρεθεί μια λύση, ενώ οι Ρώσοι ήταν πιο διατεθειμένοι να βρεθεί λύση, κάτι που εξάντλησε τα περιθώρια ανοχής των άλλων.
Με την πρόφαση ότι οι Ρώσσοι θα κατελάμβαναν το ελληνικό ναυτικό, την 1 Αυγούστου 1831, στο λιμάνι του Πόρου, ο Ανδρέας Μιαούλης κατέστρεψε τις κορβέττες «Ύδρα» και «Σπέτσες» και την φρεγάτα «Ελλάς». Ο Μιαούλης διέφυγε από το πεδίο της μάχης επάνω σε μια από τις σωσίβιες λέμβους της «Ελλάς». Ο Κανάρης, σε επιστολή του προς τον Καποδίστρια έγραψε: «Την 1η Αυγούστου 1831.στις 1030 το πρωί, κοντά στο νησί Πόρος, ο Μιαούλης έκαωε την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέττα «Ύδρα». Μακάρι ο δράστης αυτής της βαρβαρότητας να είναι αιώνια καταδικασμένος!

 

1909 – Ο Κωστής Παλαμάς ολοκληρώνει το αριστούργημά του «Η φλογέρα του βασιλιά», που εκτείνεται σε περισσότερους από 4.000 καλοδουλεμένους δεκαπεντασύλλαβους στίχους. «Η Φλογέρα του βασιλιά» που εξελίσσεται στο Βυζάντιο και αναφέρεται στο ταξίδι του Βασίλειου Β΄ στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Ο ποιητής συνθέτει θριαμβικούς ύμνους για τους ελληνικούς τόπους, από όπου πέρασε ο στρατός του νικητή βασιλιά. Η αφηγηματική ποιητική σύνθεση εκτείνεται σε περισσότερους από 4000 δεκαπεντασύλλαβους στίχους και διαιρείται σε 12 Λόγους (κεφάλαια).

 

1931 – Ιδρύεται η Ανώνυμος Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΑΕΤΕ), πρόδρομος του ΟΤΕ. Ακριβώς πριν από 90 χρόνια, την 1η Αυγούστου του 1931 έγινε ένα πολύ μεγάλο βήμα για την εδραίωση της τηλεφωνίας στην Ελλάδα. Η Ανώνυμος Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρία (ΑΕΤΕ), ο οργανισμός – πρόδρομος του ΟΤΕ, ξεκίνησε τις δραστηριότητες της φέρνοντας την επανάσταση των νέων αυτόματων τηλεφώνων, των συσκευών δηλαδή με τις οποίες μπορούσες να καλέσεις απευθείας κάποιον άλλο συνδρομητή, χωρίς την παρέμβαση τηλεφωνήτριας και τηλεφωνικού κέντρου. Δυστυχώς όμως το «κάθε αρχή και δύσκολη» βρήκε μεγαλειώδη επιβεβαίωση σε αυτήν την μεγάλη επανάσταση για τις τηλεπικοινωνίες Ελλάδα. Λίγες ημέρες μετά την «πρεμιέρα» τους τα αυτόματα τηλέφωνα είχαν εξελιχθεί σε «βάσανο».

 

1976 – Ο αυστριακός πιλότος της Φόρμουλα 1 Νίκι Λάουντα, τραυματίζεται σοβαρά στην πίστα του Νίρνμπουργκρινγκ της Δυτικής Γερμανίας. Το αυτοκίνητό του αναφλέγεται και ο Λάουντα διασώζεται με σοβαρά εγκαύματα, που θα αφήσουν σημάδια στο πρόσωπό του. Ήταν 1 Αυγούστου του 1976 όταν ο σταρ-πιλότος της Formula 1, Νίκι Λάουντα, κατάφερε να βγει ζωντανός από την πύρινη κόλαση της πίστας του Νίρμπουργκρινγκ. Ένα σοκαριστικό ατύχημα που σίγουρα σημάδεψε τη ζωή του θρύλου της F1. Ο 10ος αγώνας της περιόδου ήταν προγραμματισμένος στην πιο επικίνδυνη πίστα, που έγινε γνωστή ως «Πράσινη Κόλαση». Η Ferrari του Λάουντα με ταχύτητα περίπου 193 χλμ/ώρα χτύπησε στα προστατευτικά κιγκλιδώματα , σηκώθηκε στον αέρα, στροβιλίστηκε, κατέληξε στη μέση της πίστας και τυλίχθηκε στις φλόγες. Ο οδηγός που ακολουθούσε, ο Γκάι Έντουαρντς με τη Hesketh, κατάφερε να αποφύγει τη Ferrari με αλλεπάλληλα ζιγκ-ζαγκ, αλλά ο Μπρετ Λάνγκερ της Surtees δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να μη χτυπήσει το φλεγόμενο μονοθέσιο. Στη συνέχεια ο Χάραλντ Ερτλ της Hesketh χτύπησε και τα δύο μονοθέσια. Ο Λάουντα, ο οποίος έμεινε παγιδευμένος για σχεδόν ένα λεπτό μέσα στο κόκπιτ, πριν να τον βγάλουν τρεις άλλοι πιλότοι, βγήκε νικητής από αυτή τη δοκιμασία και ενάμιση μήνα αργότερα, παράτησε το νοσοκομείο για να δώσει το παρών στο Γκραν Πρι της Ιταλίας.

 

Γεννήσεις

 

1819 – Χέρμαν Μέλβιλ. Ο Χέρμαν Μέλβιλ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη την 1η Αυγούστου 1819 ,το τρίτο από τα οχτώ παιδιά των Άλλαν και Μαρία Γκάνσφουρτ Μέλβιλ. Ο πατέρας του, Allan Melvill (το όνομα έγινε “Melville” μετά το θάνατό του) ήταν επιχειρηματίας ενώ η μητέρα του (το γένος Ganesvoort) καταγόταν από παλιά Ολλανδική οικογένεια με εξέχουσα θέση στην τοπική κοινωνία. Αν και ο πατέρας του ήταν ένας πολύ αισιόδοξος άνθρωπος, η “θετική” αυτή στάση που είχε απέναντι στη ζωή σπάνια τον οδηγούσε σε επιχειρηματικές επιτυχίες. Ως αποτέλεσμα, η οικογένεια Melville αναγκαζόταν να εξαρτάται οικονομικά και να λαμβάνει υποστήριξη από τον στενό συγγενικό κύκλο. Ο Χέρμαν Μέλβιλ πήγε σχολείο στην Ακαδημία Όλμπανι από τον Οκτώβριο του 1830 έως τον Οκτώβριο του 1831 και ξανά από τον Οκτώβριο του 1836 έως τον Μάρτιο του 1837 και μετά έγινε γραφιάς και δάσκαλος.
Ο πατέρας του τελικά χρεοκόπησε και πέθανε όταν ο Χέρμαν ήταν μόλις δώδεκα ετών, αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει το σχολείο για να βοηθήσει την οικογένεια. Έτσι ο Μέλβιλ, έφηβος ακόμα, μπάρκαρε σ’ ένα εμπορικό καράβι όπου δούλεψε ως καμαρότος μεταξύ Νέας Υόρκης και Λίβερπουλ. Όταν ξαναγύρισε στην Αμερική, εργάστηκε πάλι ως δάσκαλος για ένα διάστημα. Ο πόθος του όμως για περιπέτειες δεν έσβησε κι έτσι μια μέρα τα παράτησε όλα και πήγε ως ναύτης στο φαλαινοθηρικό “Acushnet” (Ακούσνε).
Τον Ιούλιο του 1842, κι αφού έμεινε 18 μήνες στο “Ακούσνε”, ο Μέλβιλ πήδηξε ένα πρωί από το καράβι ενώ ήταν αγκυροβολημένο στις νήσους Μαρκέζας του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού. Η σκληρή ζωή πάνω στο φαλαινοθηρικό και η επιθυμία του να εξερευνήσει τα νησιά, ήταν οι αιτίες που τον έσπρωξαν σ’ αυτή τη φυγή.
Για κάποιο διάστημα έζησε μαζί με τους ιθαγενείς Τύπη που, όπως είπε αργότερα ο ίδιος, ήταν καννίβαλοι. Δεν είναι ξεκαθαρισμένο αν ο Μέλβιλ υπήρξε φιλοξενούμενός τους ή αιχμάλωτός τους. Πάντως μία μέρα έφυγε από τα νησιά με μία αυστραλέζικη σκούνα. Η ιστορία της παραμονής του στις Μαρκέζας, περιγράφεται στο βιβλίο του “Typee”, το οποίο ολοκλήρωσε το 1845 αλλά συνάντησε πολλές δυσκολίες για τη δημοσίευσή του. Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλες περιπέτειες στη ζωή του Χέρμαν Μέλβιλ. Ο Μέλβιλ έγινε αρχηγός μίας ανταρσίας και αργότερα αλήτευε έναν χρόνο στην Ταϊτή. Την περιπέτειά του αυτή, την αναφέρει στο βιβλίο του “Omoo”, (Όμοο). Το 1843, ο Μέλβιλ πήγε στη Χαβάη, όπου έπιασε δουλειά σ’ ένα γραφείο και σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Σύντομα όμως έφτασε στη Χονολουλού το παλιό του πλοίο, το “Ακούσνε”, που έψαχνε για λιποτάκτες. Φοβούμενος μήπως τον βρουν και τον ξαναπάρουν στο φαλαινοθηρικό, ο Μέλβιλ έσπευσε να μπει στο αμερικάνικο πολεμικό πλοίο “USS United States” ως απλός ναύτης. Δεκατέσσερις μήνες αργότερα έφτασε στο λιμάνι της Βοστώνης.
Τότε άρχισε να ασχολείται σοβαρά με το γράψιμο. Μετά την έκδοση των βιβλίων του “Τύπη” και “Όμοο” έγινε διάσημος ως ο άνθρωπος που γλύτωσε από τους ανθρωποφάγους. Τα επόμενα έργα του ήταν τα “Μαρντί”, “Κόκκινη Φλόγα” και “Το Άσπρο Σακάκι”. Το τελευταίο είναι η περιγραφή της ζωής του πάνω στο αμερικανικό πολεμικό στο οποίο διαμαρτύρεται και κατακρίνει τις βαρβαρότητες και ιδιαίτερα το μαστίγωμα, το οποίο συνηθιζόταν τότε στα σκάφη του αμερικανικού ναυτικού.
Στις 4 Αυγούστου 1847, ο Μέλβιλ παντρεύτηκε την Ελίζαμπεθ Σω, κόρη του Lemuel Shaw, προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μασαχουσέτης και φίλου του πατέρα του από το κολλέγιο. Απέκτησαν μαζί 4 παιδιά: δύο αγόρια και δύο κορίτσια, ενώ αγόρασαν και ένα αγροτόσπιτο στο Πίτσφιλντ της Μασαχουσέτης. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε στενά με τον διάσημο συγγραφέα Ναθάνιελ Χόθορν. Σ’ αυτόν αφιέρωσε ο Μέλβιλ το “Μόμπι Ντικ”, το οποίο εκδόθηκε το 1851. Ακολούθησαν και άλλα του έργα όπως ο “Πιέρ”, “Ο Έμπιστος” και ο “Μπίλι Μπαντ”. Αλλά η φήμη του σαν συγγραφέα ξέπεσε τα τελευταία χρόνια. Το 1866 αναγκάστηκε να γίνει τελωνειακός στη Νέα Υόρκη για να ζήσει. Έμεινε σ’ αυτή τη θέση 19 χρόνια. Το 1878 εξέδωσε ένα ποίημά του με 16.000 στίχους σχετικά με την επίσκεψή του στους Αγίους Τόπους. Ο Χέρμαν Μέλβιλ πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου 1891 στη Νέα Υόρκη από καρδιακή προσβολή. Τα βιβλία του είχαν σχεδόν ξεχαστεί απ’ όλους. Μόνο αργότερα, το 1920, ανανεώθηκε το ενδιαφέρον το κοινού για τα έργα του Μέλβιλ. Σήμερα αναγνωρίζεται πλέον ως ένας από τους πιο διάσημους Αμερικανούς συγγραφείς και το βιβλίο του “Μόμπι Ντικ” θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα του κόσμου.

 

1930 – Πιερ Μπουρντιέ (Pierre Bourdieu, 1 Αυγούστου 1930 – 23 Ιανουαρίου 2002) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και κοινωνικός επιστήμονας. Γενικό ενδιαφέρον στη μελέτη του, υπήρξε η παρατήρηση και η κατανόηση του πώς τα δρώντα υποκείμενα ενεργούν μέσα στην κοινωνία. Εισήγαγε την έννοια του habitus στην κοινωνική θεωρία και πρακτική προς όφελος της κατανόησης των επιρροών από τα επιμέρους κοινωνικά πεδία. Σπούδασε φιλοσοφία στην École Normale Supérieure στο Παρίσι. Το 1964 γίνεται διευθυντής ερευνών στην École des Hautes Études, όπου τέσσερα χρόνια μετά ιδρύει το Centre de Sociologie Européenne. Επιπλέον, εκείνη τη χρονιά διευθύνει τη σειρά «Le Sens Commun» των εκδόσεων “Minuit”, ενώ το 1975 γίνεται ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού Actes de la recherche en sciences sociales. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κερδίζει την έδρα της κοινωνιολογίας στο Collège de France. Το 1989 ίδρυσε και διηύθυνε την ευρωπαϊκή επιθεώρηση βιβλίου LIBER και το 1996 τον εκδοτικό οίκο «Raison d’Agir». Στα περισσότερα από 40 έτη παγκόσμιας επιστημονικής παρουσίας του παρήγαγε ένα τεράστιο επιστημονικό έργο εμπειρικής και θεωρητικής έρευνας, που μεταφράστηκε σε πολλές χώρες του κόσμου και ενέπνευσε ένα σπουδαίο αριθμό ερευνών σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους. Ο Μπουρντιέ είναι ο πλέον μεταφρασμένος επιστήμονας του τέλους του 20ού αιώνα, φιλόσοφος-κοινωνικός επιστήμονας με παγκόσμια αναγνώριση και έργο που σημαδεύει τη συζήτηση των ιδεών αυτού του αιώνα. Ο Μπουρντιέ είχε τοποθετηθεί δημόσια στα αριστερά της αριστεράς, δηλαδή την άκρα αριστερά. Η συνεχής προβολή του από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της χώρας του, καθώς και οι αιρετικές, ακροαριστερές του απόψεις τον έχουν κάνει να συγκρουστεί με όλους τους στοχαστές της Γαλλίας, ανεξαρτήτως ιδεολογίας. Μάλιστα, όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει το βιβλίο του Εκείνο που θέλει να πει το ομιλείν, πάνω στη σκέψη του Βίτγκενσταϊν, πολλοί φιλόλογοι, γλωσσολόγοι και μαθητές του Βίτγκενσταϊν είχαν γελάσει κοροϊδευτικά, θεωρώντας το απλουστευτικό και άστοχο.

 

1936 – Υβ Σεν Λοράν. Γάλλος μόδιστρος, από τους κορυφαίους σχεδιαστές μόδας του 20ού αιώνα, πλάι στον Κριστιάν Ντιόρ και την Κοκό Σανέλ. Άφησε το αποτύπωμά του σε μισό αιώνα δημιουργίας, τόσο στην υψηλή ραπτική, όσο και στην καθημερινή ένδυση. Ο Υβ Σεν Λοράν (Yves Saint Laurent) γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1936 στο Οράν της γαλλοκρατούμενης τότε Αλγερίας και ήταν το μεγαλύτερο παιδί ενός εύπορου γάλλου βιομηχάνου. Από μικρός έδειξε το ταλέντο του στο σχέδιο, φτιάχνοντας ρούχα για τις κούκλες των μικρότερων αδελφών του. Στα 17 του γράφτηκε σε σχολή μόδας του Παρισιού και το σχέδιό του για ένα βραδινό φόρεμα απέσπασε το πρώτο βραβείο σε ετήσιο διαγωνισμό.
Το ταλέντο του το αναγνώρισε αμέσως ο Κριστιάν Ντιόρ, που τότε μεσουρανούσε στη γαλλική υψηλή ραπτική και τον προσέλαβε στον οίκο του ως σχεδιαστή. Μετά τον θάνατο του Ντιόρ, το 1957, ο Σεν Λοράν ανέλαβε επικεφαλής σχεδιαστής, ξεπερνώντας σε φήμη τον μέντορά του. Διηύθυνε τον Οίκο Ντιόρ επί τρία χρόνια, μέχρι που κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη διάρκεια του Πολέμου της Αλγερίας. Το 1962, μαζί με τον σύντροφό του Πιέρ Μπερζέ, ίδρυσε τον δικό του Οίκο, ο οποίος με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μια «αυτοκρατορία», μέχρι να εξαγοραστεί τη δεκαετία του ’90 από την εταιρεία καλλυντικών και φαρμακευτικών ειδών Σανοφί.
Ο Ιβ Σεν Λοράν ήταν ο άνθρωπος που άλλαξε για πάντα την εικόνα της γυναίκας, απελευθερώνοντάς την από την αιχμαλωσία του παραδοσιακού, αμιγώς γυναικείου ρούχου. Έφερε επανάσταση, ντύνοντας τις γυναίκες με παντελόνια, ζιβάγκο και ρούχα σαφάρι, αλλά και με σμόκιν, ένα ρούχο που κράτησε σε όλες τις συλλογές του, εξελίσσοντάς το κάθε φορά. Μπορεί η Κοκό Σανέλ να έδωσε στις γυναίκες την ελευθερία τους, αλλά ο Υβ Σαιν Λοράν τους έδωσε δύναμη.
Ήταν ο εμπνευστής των σι θρου τοπ, της γραμμής «τραπέζιο», των ποπ αρτ συνόλων, των φορεμάτων με αναφορές στα γεωμετρικά σχέδια του Μοντριάν, των σαφάρι τζάκετ, ο σχεδιαστής που λάνσαρε την πρώτη πρετ-α-πορτέ συλλογή, «κατεβάζοντας» την υψηλή ραπτική στον δρόμο. Ο ίδιος προειδοποιούσε τις γυναίκες: «Όσες ακολουθούν κατά πόδας τη μόδα αντιμετωπίζουν μείζονα κίνδυνο. Αυτόν της απώλειας της βαθύτερης φύσης τους, του στιλ τους, της φυσικής κομψότητάς τους».
Ο Υβ Σεν Λοράν ήταν ένας άνθρωπος πολύ ντροπαλός και εσωστρεφής, με πολύ λίγους φίλους και μακριά από τον κόσμο. Έπαιρνε ουσίες, κατανάλωνε τεράστιες ποσότητες αλκοόλ και κατατρυχόταν από διαρκείς κρίσεις κατάθλιψης. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δραστηριότητα το 2002 έκανε σπανίως δημόσιες εμφανίσεις. Τιμήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, μία από τις υψηλότερες τιμητικές διακρίσεις της Γαλλίας. Καταβεβλημένος από τον καρκίνο του εγκεφάλου από τον οποίο έπασχε, πέθανε στο Παρίσι την 1η Ιουνίου 2008.

 

Θάνατοι

 

30 π.Χ. – Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antoniusα[›],  Ιανουαρίου 83 π.Χ. – 1 Αυγούστου 30 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τη μετατροπή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Μάρκος Αντώνιος ήταν υποστηρικτής του Ιούλιου Καίσαρα και υπηρέτησε ως ένας από τους στρατηγούς του κατά την κατάκτηση της Γαλατίας και κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Διορίστηκε διοικητής της Ιταλίας ενώ ο Καίσαρας εξάλειψε τους πολιτικούς αντιπάλους του στην Ελλάδα, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία. Με τη βοήθεια του Ιούλιου Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος έγινε ταμίας, δήμαρχος, ίππαρχος και έπειτα ύπατος, περίπου το 44 π.Χ..
Το 43 π.Χ. δημιούργησε τριανδρία, μαζί τον Οκταβιανό και τον Λέπιδο, με σκοπό να τιμωρήσουν ενωμένοι τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα. Αμέσως οι τρεις άντρες διέταξαν τις “προγραφές”, κατά τις οποίες εκατοντάδες Ρωμαίοι πολίτες, αντίθετοι με το καθεστώς, γράφτηκαν σε καταλόγους, συνελήφθησαν και θανατώθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Κικέρωνας, σφοδρός πολέμιος του Μάρκου Αντώνιου.
Το 42 π.Χ. ο Αντώνιος, μαζί με τον Οκταβιανό, νίκησε στους Φιλίππους της Μακεδονίας τους δολοφόνους του Καίσαρα, τον Βρούτο και τον Κάσσιο. Μετά τη νίκη τους, τα τρία μέλη της Τριανδρίας μοιράστηκαν τις κτήσεις του ρωμαϊκού κράτους. Ο Αντώνιος έλαβε υπό τον έλεγχό του την Ανατολή. Κατά την περίοδο που ετοίμαζε την εκστρατεία του εναντίον των Παρθών, ο Μάκρος Αντώνιος γνώρισε την Κλεοπάτρα, την οποία είχε αρχικά αποφασίσει να τιμωρήσει επειδή είχε συνταχθεί με το πλευρό του Βρούτου και του Κάσσιου. Ωστόσο, γοητευμένος από τη βασίλισσα της Αιγύπτου, αποφάσισε να γίνει εραστής της. Η επιρροή της πάνω του ήταν τόση που σύντομα προκάλεσε την αντίδραση των πολιτών της Ρώμης. Εξαιτίας της, ο Αντώνιος ήλθε σε ρήξη με τη Σύγκλητο και τον ίδιο τον Οκταβιανό.
Όταν ο Μάρκος Αντώνιος προσέφερε ως δώρο στην Κλεοπάτρα εκτεταμένα εδάφη της Ασίας και ζήτησε διαζύγιο από τη νόμιμη σύζυγό του Οκταβία τη Νεότερη, αδελφή του Οκταβιανού, η Σύγκλητος και ο ρωμαϊκός λαός εξοργίστηκαν. Ο Οκταβιανός κήρυξε εναντίον του πόλεμο, ο οποίος κρίθηκε στο ακρωτήριο Άκτιο, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Ο Αντώνιος, νικημένος, επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου τον ακολούθησε ο νικητής Οκταβιανός. Βλέποντας τους άντρες του να στρέφονται τελικά με το μέρος του Οκταβιανού και να επιτίθενται στην Αλεξάνδρεια, ο Αντώνιος αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Παρόμοια ήταν η κατάληξη και της τελευταίας συζύγου του, Κλεοπάτρας, με τον θάνατο της οποίας η Αίγυπτος έγινε τελικά επαρχία του ρωμαϊκού κράτους. Η ζωή του Μάρκου Αντώνιου ήταν ταραχώδης και αυτό οδήγησε τον Πλούταρχο στην παράλληλη βιογράφησή του με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, καθώς και οι δύο, αν και σπουδαίοι στρατηγοί και πολιτικοί, καταστράφηκαν εξαιτίας του χαρακτήρα τους.

 

1464 – Κόζιμο Ντέλι Μέντιτσι (ιταλ.: Cosimo di Giovanni de’ Medici, 27 Σεπτεμβρίου 1389 – 1 Αυγούστου 1464) από τον Οίκο των Μεδίκων, ήταν τραπεζίτης. Λόγω της μεγάλης του περιουσίας είχε τη δύναμη να γίνει στην πραγματικότητα κυβερνήτης της Φλωρεντίας, ο πρώτος από τους Μεδίκους που είχε τη θέση αυτή. Στην πόλη, που τυπικά ήταν Δημοκρατία, ήταν πρώτος μεταξύ ίσων και μετά το θάνατό του πατήρ της πατρίδος. Έζησε στην αρχή της Αναγέννησης και ήταν προστάτης της Τέχνης και του Ανθρωπισμού. Η δύναμή του προερχόταν από τον πλούτο του, με τον οποίο ήλεγχε τις ψήφους. Όσο η Φλωρεντία ήταν υπερήφανη για τη Δημοκρατία της, ο Κόζιμο προσποιόταν μικρή πολιτική φιλοδοξία και απέφευγε να κατέχει δημόσια αξιώματα. Ο επίσκοπος της Σιένα, μετέπειτα πάπας Πίος Β΄ Πικολόμινι έγραφε πως «τα πολιτικά ζητήματα αποφασιζόταν σπίτι του. Αυτός που επέλεγε, θα κατείχε το αξίωμα. Ήταν ο βασιλιάς, αλλά όχι στο όνομα».
Η ισχύς του επάνω στη Φλωρεντία, χωρίς να κατέχει κάποιο αξίωμα, έμοιαζε απειλητική για τους εχθρούς των Μεδίκων, τον Πάλα Στρότσι και τον Ρινάλντο ντελι Αλμπίτσι με τους συγγενείς του. Όταν τo 1433 απέτυχε η κατάκτηση της Λούκα, τον κατηγόρησαν γι’ αυτό και τον φυλάκισαν στο Παλαιό ανάκτορο (palazzo Vecchio). Με επιθυμία του Φίλελφο θα εκτελείτο[12], αλλά ο μοναχός Αμπρότζιο Τραβερσάρι με την επιρροή του κατάφερε να μετατρέψει τη φυλάκιση σε εξορία.[2] Ο Κόζιμο πήρε την Τράπεζα και πήγε στην Πάδουα και μετά στη Βενετία. Όπου πήγαινε έβρισκε υποστηρικτές, που εκτιμούσαν το ότι αποδέχθηκε την εξορία, αντί να επιλέξει τις αιματηρές συγκρούσεις που συνέβαιναν από καιρό σε καιρό στους δρόμους της Φλωρεντίας. Είχε μαζί του τον αδελφό του Λαυρέντιο και τον είχαν ακολουθήσει και άλλοι, όπως ο αρχιτέκτονας Μικελότσο, στον οποίο ανέθεσε το σχεδιασμό μίας Βιβλιοθήκης για τη Βενετία, ως δώρο στους κατοίκους της.[13] Όμως η διαφυγή ρευστού από τη Φλωρεντία ήταν τόσο μεγάλη, που έπειτα από ένα έτος το διάταγμα εξορίας έπρεπε να αρθεί. Έτσι επέστρεψε το 1434 για να κυριαρχήσει στη ζωή της πόλης για τα επόμενα 30 έτη.
Η εξορία του τον έκανε να συλλογιστεί ότι ο κομματισμός ήταν η αιτία για την εξορία του και πώς να τον άρει. Μόλις επέστρεψε, με τη βοήθεια μερικών εκπροσώπων των συντεχνιών (priori) του Συμβουλίου των 9 (Signoria) που διέκειντο ευνοϊκά σε αυτόν, ξεκίνησε αλλαγές στο καθεστώς για να εξασφαλίσει την εδραίωσή του.
Το 1447 απεβίωσε ο Φίλιππο-Μαρία, τελευταίος των Βισκόντι δούκας του Μιλάνου και ιδρύθηκε Δημοκρατία Ο Κόζιμο, για να μην πέσει η πόλη στην επιρροή της Βενετίας, έστειλε διάδοχο το 1450 τον Φραντσέσκο Α΄ Σφόρτσα, έναν μισθοφόρο (condotiero) που είχε κλέψει γη από το Παπικό Κράτος και είχε ανακηρυχθεί άρχοντας. Οι κάτοικοι της Φλωρεντίας έπρεπε να συνεισφέρουν χρηματικά στη διαδοχή του Σφόρτσα, κάτι που τους δυσαρέστησε. Η συμμαχία του Κόζιμο με τον Φραντσέσκο Α΄ ήταν το αντιστάθμισμα της συμμαχίας της Βενετίας με τη Νάπολη. Η ειρήνη που προέκυψε από την ισορροπία των δυνάμεων, κράτησε σχεδόν 50 έτη και επέτρεψε την ανάπτυξη της Αναγέννησης. Στην εξωτερική του πολιτική αποθάρρυνε τη Γαλλία και την Αυστρία να παρεμβαίνουν. Το 1439 έπεισε τον πάπα Ευγένιο Δ΄ να μεταφέρει τη Σύνοδο από τη Φερράρα στη Φλωρεντία. Οι σύνεδροι μετακινήθηκαν στην πόλη, μάλιστα ο πιο εξέχων από αυτούς, ο Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος Αυτοκράτορας των Ρωμαίων. Οι λόγιοι της Κωνσταντινούπολης που τον ακολουθούσαν έκαναν να δημιουργηθεί ο θαυμασμός για τον ελληνικό πολιτισμό και να εκραγεί η ανάπτυξη της Τέχνης. Απεβίωσε το 1464 στη βίλα του στο Κορέτζι και τάφηκε στο ναό του Σαν Λορέντσο. Το Συμβούλιο (Signoria) του απένειμε μεταθανάτια τον τίτλο του Κικέρωνα «πατήρ της πατρίδος», που σκαλίστηκε στον τάφο του. Τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του Πέτρος.

 

1973 – Νίκος Ζαχαριάδης (Αδριανούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία, 27 Απριλίου 1903 – Σουργκούτ Χαντιμανσίας, Σοβιετική Ένωση, 1 Αυγούστου 1973) ήταν Έλληνας πολιτικός. Υπήρξε ιστορικός ηγέτης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, γενικός γραμματέας του ΚΚΕ και μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, διετέλεσε πρωθυπουργός της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Ως υποστηρικτής του Ιωσήφ Στάλιν, είχε καθοριστικό ρόλο στη σταλινοποίηση του ΚΚΕ, ιδεολογία που διήρκησε στο κόμμα μέχρι την καθαίρεση του το 1956. Θεωρείται ως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες φιγούρες της σύγχρονης νεοελληνικής πολιτικής σκηνής.
Η 7η Πλατιά Ολομέλεια διέγραψε από μέλος του ΚΚΕ τον Ζαχαριάδη ως αντικομματικό, φραξιονιστικό, αντιδιεθνιστικό, εχθρικό στοιχείο. Επίσης, από τη μια, του χρέωνε κλίμα χαφιεδοφοβίας, ενώ, από την άλλη, τον κατηγορούσε για την υπόθεση Γουσόπουλου,[60] ενός στελέχους του ΚΚΕ, που πήγε στην Ελλάδα, πιάστηκε και έσπασε από την ασφάλεια, αλλά στην επιστροφή του στην ΕΣΣΔ το ανάφερε στον Ζαχαριάδη και αυτός του πρότεινε να παίξει τον ρόλο του διπλού πράκτορα. Παράλληλα, έγινε κριτική για τις εκτελέσεις μαχητών στο Μπούλκες, παρότι αυτό είχε λυθεί το 1951 μετά από ενδελεχή έρευνα, καθώς και για ανάλογα γεγονότα στην 7η Μεραρχία του ΔΣΕ. Πολιτικά του χρέωνε ότι δικαίωνε την επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα το 1945, παρότι ο ίδιος έκανε λόγο για αγγλική κατοχή, ενώ χρέωνε αποκλειστικά στον Ζαχαριάδη την ευθύνη για την αποχή από τις εκλογές του 1946, η σημασία της οποίας απολυτοποιήθηκε, όσον αφορά στη βύθιση της χώρας στον εμφύλιο πόλεμο. Επιπλέον, η Ολομέλεια του χρέωνε, από τη μια, σοβινισμό για το θέμα της Βορείου Ηπείρου, ενώ, από την άλλη, απομόνωση του ΚΚΕ λόγω της αναγνώρισης του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Σλαβομακεδόνων. Τέλος, του χρέωνε ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς, παρότι είχαν δημοσιευτεί οι πλατφόρμες των Καραγιώργη, Παρτσαλίδη και Βαφειάδη στον κομματικό Τύπο. Μάλιστα, συγκρότησε επιτροπή για τη διερεύνηση πιθανού ρόλου του ως πράκτορα.
Εξορίστηκε αρχικά στο Μποροβίτσι, της ΕΣΣΔ, κοντά στο Νόβγκοροντ, όπου μέχρι το 1962 εργάστηκε σε δασική επιχείρηση, συνεχίζοντας μυστικά την πολιτική του δραστηριότητα και τις επαφές με τα διαγραμμένα μέλη του ΚΚΕ, που αποτελούσαν την πλειοψηφία των μελών του ενιαίου μέχρι τότε ΚΚΕ. Τότε μετέβη μυστικά στη Μόσχα και ζήτησε από την Ελληνική Πρεσβεία να γυρίσει στην Ελλάδα και να δικαστεί αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη της πολιτικής του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Η κίνηση αυτή του Ζαχαριάδη έγινε γνωστή στις σοβιετικές αρχές, που εκτίμησαν ότι με την επιστροφή του στην Ελλάδα, θα αποκαθίστατο ως επικεφαλής του ΚΚΕ, και τον εκτόπισαν στο Σουργκούτ της Σιβηρίας. Την ίδια εποχή, στην ΕΣΣΔ και τις ευρωπαϊκές λαϊκοδημοκρατικές χώρες, εξορίστηκαν δεκάδες μέλη του ΚΚΕ που παρέμεναν στο πλευρό του.
Στο Σουργκούτ, ο Ζαχαριάδης, ζώντας υποχρεωτικά με ψευδώνυμο (Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικολάγιεφ) και υπό 24ωρη επιτήρηση, προέβη σε 3 απεργίες πείνας ζητώντας την αποκατάσταση της φήμης του και την απελευθέρωσή του. Το 1963 ζήτησε να του επιτραπεί να φύγει για την ΛΔ Κίνας. Τον Σεπτέμβριο του 1964 δημιουργήθηκε από δηλωμένους οπαδούς του και άλλα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ στη Ρουμανία το ΚΚΕ (μαρξιστών-λενινιστών), το οποίο άρχισε αμέσως προσπάθειες για επαφές με τους οπαδούς του Ζαχαριάδη στις άλλες λαϊκοδημοκρατικές χώρες και την ΕΣΣΔ. Αντιδρώντας, η ΚGB, τον Οκτώβρη του 1964, με σκοπό την πρόκληση ιδεολογικής σύγχυσης στους οπαδούς του Ζαχαριάδη, καθώς ήταν επί αυτού που δημοσιεύτηκαν πολλά βιβλία του Μάο Τσε Τουνγκ, τη θεωρία του οποίου ο Ζαχαριάδης, στο βιβλίο του «Τα προβλήματα καθοδήγησης στο ΚΚΕ» (1952) χαρακτήριζε πηγή έμπνευσης για την ανάπτυξη του ΔΣΕ, διακίνησε απόσπασμα επιστολής που απέδιδε στον εξόριστο, στην οποία αυτός φερόταν να καταφέρεται ενάντια στον Μάο. Το 1967, μάλιστα, με προφανή σκοπό να μην επωφεληθούν οι οπαδοί του από την επικείμενη διάσπαση στην ηγεσία του ΚΚΕ, εν μέσω Χούντας στην Ελλάδα, η KGB άρχισε να διακινεί ολόκληρες επιστολές. Τα γράμματα αυτά από τους οπαδούς του Μάο και του Ζαχαριάδη θεωρήθηκαν πλαστά, αν και στο τέλος οδήγησαν σε διάσπαση των οπαδών του. Ο έμπειρος πάντως Ζαχαριάδης είχε προειδοποιήσει για «παράσιτα» στις επικοινωνίες με τους οπαδούς του. Το 1968 έστειλε επιστολή σε αυτούς, καλώντας τους να προχωρήσουν στην περαιτέρω οργανωτική συγκρότησή τους με τη δημιουργία της «Οργάνωσης ΚΚΕ(κουκουέ)».
Στις διαμαρτυρίες του Ζαχαριάδη για τα περιοριστικά μέτρα εναντίον του που, μετά από όλα αυτά, εντείνονταν, το ΚΚΣΕ, το 1972, του απάντησε ότι την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για ό,τι του συμβεί θα έχει ο ίδιος.
Την 1η Αυγούστου του 1973, εν μέσω εντεινόμενων επαφών του αστικού πολιτικού κόσμου με την ηγεσία του Χαρίλαου Φλωράκη και την ΕΣΣΔ λόγω των διαφαινόμενων πολιτικών αλλαγών στην Ελλάδα, με τις οποίες δημιουργούταν νομικό ζήτημα για το ποιος είναι γραμματέας του ΚΚΕ, ο Ζαχαριάδης ή ο Χαρίλαος Φλωράκης, ανακοινώθηκε ότι ο Ζαχαριάδης πέθανε από καρδιολογικά αίτια. Το 1989, ανακοινώθηκε νέα εκδοχή θανάτου του: η αυτοκτονία, η οποία αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται από τους οπαδούς του. Μάλιστα, το ΚΚΣΕ κυκλοφόρησε άλλη μια επιστολή που φέρεται να γράφτηκε από τον Ζαχαριάδη, στην οποία αυτός εμφανίζεται να απειλεί ότι, ως διαμαρτυρία στη συνέχιση των περιοριστικών μέτρων εναντίον του, θα αυτοκτονούσε. Η σορός του Νίκου Ζαχαριάδη μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1991 και τάφηκε στο 1ο Νεκροταφείο, μετά από παραχώρηση τάφου από τον Δήμο Αθηναίων. Στην τελετή παραβρέθηκαν πλήθος οπαδών του, εκ μέρους των οποίων οι συνεξόριστοί του, Πέτρος Τουλούδης και Γιάννης Καραστάθης, εκφώνησαν αποχαιρετιστήριους λόγους. Επίσης, εκφώνησαν λόγο οι Σπύρος Χαλβατζής και Νίκανδρος Κεπέσης, με τον τελευταίο να εκδίδει το 2006 βιβλίο στο οποίο παραδεχόταν ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης δολοφονήθηκε «γιατί σε λίγους μήνες, θα υποχρεωνόταν να απολύσει (σ.σ.: η ηγεσία του ΚΚΣΕ) απ’ τη φυλακή τον Ν. Ζαχαριάδη που κρατιόταν χωρίς καμία δικαστική απόφαση πέρα για πέρα παράνομα. Θα απολυόταν και θα αναλάμβανε την ηγεσία του ΚΚΕ».

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ