5 Δεκεμβρίου 2022

Συνέβη 20 Οκτωβρίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

20 Οκτωβρίου 2022

Είναι η 293η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 72 ημέρες για τη λήξη του
🌅  Ανατολή ήλιου: 07:38 – Δύση ήλιου: 18:41
– Διάρκεια ημέρας: 11 ώρες 3 λεπτά
🌘  Σελήνη 24.5 ημερών
Χρόνια πολλά στους: Αρτέμιο, Αρτέμη, Αρτέμιδα, Άρτεμη, Αρτεμία, Αρτεμισία, Διάνα, Ντιάνα, Γεράσιμο, Μάκη, Μικέ, Μίκη, Γερασιμούλα, Ενόη Ματρώνα και Κερασιά.

 

 

Γεγονότα

 

 

1820 – Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και οι «Φιλικοί» αποφασίζουν να κηρύξουν επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Η ελληνική επανάσταση στη Μολδοβλαχία το 1821 υπήρξε η πρώτη επαναστατική ενέργεια των εξεγερμένων Ελλήνων εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διήρκεσε επί επτά σχεδόν μήνες και έληξε με ήττα των επαναστατών. Πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της εξέγερσης ήταν ο επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο οποίος είχε τη γενική ευθύνη των επιχειρήσεων και ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος.
Από τα τέλη του 1820 σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε από τους Φιλικούς στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας λήφθηκε η απόφαση έναρξης της ελληνικής επανάστασης, καθώς οι συνθήκες, λόγω της δέσμευσης μεγάλων τουρκικών δυνάμεων στην Ήπειρο εναντίον του Αλή Πασά, θεωρήθηκαν ευνοϊκές. Η ημερομηνία της επανάστασης δεν καθορίσθηκε επακριβώς αφού υπήρχαν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό των επαναστατών, ωστόσο αυτή τοποθετήθηκε χρονικά εντός του επομένου έτους (1821). Τον Ιανουάριο του 1821, ωστόσο, πληροφορίες που έφτασαν στους ηγέτες των επαναστατών έκαναν λόγο για ενημέρωση της Υψηλής Πύλης σχετικά με το επαναστατικό σχέδιο, οπότε λήφθηκε η απόφαση να επισπευσθεί η εξέγερση, σε ταυτόχρονες μάλιστα εστίες.
Η περιοχή των δύο Παραδουνάβιων ηγεμονιών Μολδαβίας και Βλαχίας (τμημάτων της σημερινής Ρουμανίας) απολάμβανε καθεστώς αυτονομίας υπό την εγγύηση του τσάρου της Ρωσίας, με χριστιανό ηγεμόνα (τον Μιχαήλ Σούτσο, ο οποίος είχε μυηθεί στην Εταιρεία από το 1819), κατοικούνταν δε από σημαντικά τμήματα χριστιανικών πληθυσμών, οπότε θεωρήθηκε ως ιδανικός τόπος για την ανάφλεξη μίας επαναστατικής εστίας. Ακόμη και στην περίπτωση που η επανάσταση δεν επιτύγχανε εκεί (πράγμα που τελικά και συνέβη), θα μπορούσε η εξέγερση στο βόρειο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου να λειτουργήσει παρελκυστικά ως αντιπερισπασμός, προκειμένου να ευοδωθεί η επανάσταση στη Νότια Ελλάδα (Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και αλλού)
Η έναρξη της επανάστασης στη Νότιο Ελλάδα είχε σχεδιαστεί για την 25η Μαρτίου 1821, αλλά για διάφορους λόγους ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποφάσισε να κινηθεί νωρίτερα στη Μολδοβλαχία. Κατά τον αγωνιστή και λόγιο της Επανάστασης Μιχαήλ Οικονόμου (1798 – 1879), το σχέδιο ήταν ο Αλ. Υψηλάντης να κινηθεί προς την Πελοπόννησο και να βρίσκεται εκεί την 25 Μαρτίου. Έτσι έλαβε υπ’ όψη το χρόνο που χρειαζόταν γι’ αυτή τη μετακίνηση. Ταυτόχρονα, αποφάσισε να κινηθεί ενωρίτερα διότι είχαν πέσει στα χέρια των Τούρκων έγγραφα με την υπογραφή του, με τα οποία μπορούσε να εκθέσει τον τσάρο της Ρωσίας και να προκαλέσει την οργή του. Επίσης μπορούσε να συλληφθεί μετά από αίτημα της Πύλης, (όπως ο Ρήγας και άλλοι) αφού υπήρχε αμοιβαία συμφωνία των δύο κυβερνήσεων για παράδοση των καταζητούμενων[α]. Κατά τον επίσης σύγχρονο της Επανάστασης ιστορικό Ηλία Φωτεινό, στην πρόωρη κίνηση του Υψηλάντη συνέβαλε και ο θάνατος του ηγεμόνα Αλεξάνδρου Σούτσου[2].

 

 

1888 – Εγκαινιάζεται το Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα. Το 1869 η Ελληνική κυβέρνηση οριοθέτησε 80,000 μ² δημόσιας γης για το κτήριο, στο χώρο μεταξύ των κήπων του Παλατιού και του αρχαίου Ναού του Ολυμπίου Διός. Η Βουλή των Ελλήνων πέρασε επίσης νόμο στις 30 Νοεμβρίου του 1869 ειδικά για τις κατασκευές των κτηρίων των Ολυμπιακών αγώνων του 1896, αφού το Ζάππειο ήταν το πρώτο κτήριο παγκοσμίως που κτίστηκε αποκλειστικά για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το πρώτο σχέδιο του κτηρίου εκπονήθηκε από τον αρχιτέκτονα Φρανσουά Μπουλανζέ, το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε από τον Αναστάσιο Θεοφιλά και τελικά εγκαταλείφθηκε. Ο Κωνσταντίνος Ζάππας ανέθεσε τελικά τον σχεδιασμό του κτηρίου στον Δανό αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν. Μετά από πολλές καθυστερήσεις το κτήριο θεμελιώθηκε τη 20η Νοεμβρίου του 1874. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν με πανηγυρικό τρόπο την 20η Οκτωβρίου του 1888. Η αρχιτεκτονική του κτηρίου ακολουθεί τον νεοκλασικό ρυθμό, με πρόπυλο κορινθιακού ρυθμού. Το κτήριο σε συνδυασμό με την τριτοξωτή λίθινη γέφυρα του Ιλισσού, η οποία είχε κατασκευασθεί, επίσης, με χορηγία του Ευάγγελου Ζάππα, και τους γύρω κήπους, αποτέλεσαν την εικόνα της Αθήνας στις αρχές του 20ού αιώνα. Δυστυχώς ο Ευάγγελος Ζάππας, δεν έζησε αρκετά για να δει το κτήριο στην τελική του μορφή. Στη διαθήκη του άφησε τον ξάδερφό του Κωνσταντίνο Ζάππα υπεύθυνο για την εκτέλεση και συνέχιση του φιλανθρωπικού του έργου. Στις 22 Μαρτίου του 1961, μετά τη ριζική ανακαίνισή του επί τη ευκαιρία των εκατό χρόνων από της υπογραφής της διαθήκης του Ευάγγελου Ζάππα, το ανακαινισμένο πλέον Ζάππειο εγκαινιάστηκε από τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.

1912 – Ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τα Γιαννιτσά. Οι Τούρκοι υποχωρούν στη Θεσσαλονίκη. H σύγκρουση των δύο στρατευμάτων γύρω από τα Γιαννιτσά ήταν σκληρή και αιματηρή. Έληξε όμως με νίκη των Eλλήνων, που είχαν απώλειες 188 νεκρούς και 785 τραυματίες. Για τις τουρκικές απώλειες δεν υπήρξαν στοιχεία, όμως μια τηλεγραφική αναφορά του Γενικού Στρατηγείου προς τον πρωθυπουργό Bενιζέλο για τα αποτελέσματα της μάχης των Γιαννιτσών ανέφερε πως οι απώλειες των Tούρκων ήταν μεγάλες και ότι «πλήθος νεκρών καλύπτει τα πέριξ των Γιαννιτσών».
Mετά τη μάχη των Γιαννιτσών ο δρόμος προς τη Θεσσαλονίκη ήταν πλέον ανοικτός για τον ελληνικό στρατό. O διάδοχος, στο τηλεγράφημα που απέστειλε το μεσημέρι της 21ης Oκτωβρίου για να ενημερώσει την κυβέρνηση για την έκβαση της μάχης, περιγράφοντας το μέγεθος της νίκης του, σημειώνει ότι «η οδός Γιαννιτσών – Θεσσαλονίκης είναι κατεσπαρμένη εξ υλικού ατάκτως φεύγοντος εχθρού». Παρ’ όλα αυτά δεν καταδιώκει τα πανικόβλητα μετά την ήττα τους τουρκικά τμήματα, τα οποία, φεύγοντας προς τη Θεσσαλονίκη, πέρασαν τον Aξιό χωρίς να καταστρέψουν τις γέφυρες του ποταμού. «Mόνο την επομένην αντιληφθέντες ότι δεν κατεδιώκοντο, επανήλθον και τας ανατίναξαν».
Η ολιγωρία αυτή δημιουργεί σοβαρές δυσχέρειες στην προέλαση του ελληνικού στρατού, δεδομένου ότι οι Tούρκοι, ανενόχλητοι όπως αφέθηκαν κατά τη σύμπτυξή τους, είχαν καταστρέψει όλες τις γέφυρες του Aξιού, μια οδική ξύλινη και δύο σιδηροδρομικές. Tο δε μηχανικό του ελληνικού στρατού δεν διέθετε επαρκείς γεφυροσκευές, αφού το επιτελείο του Kωνσταντίνου είχε μελετήσει την προέλαση Kοζάνης-Mοναστηρίου και όχι Kοζάνης-Θεσσαλονίκης, με συνέπεια να μεταφερθεί επειγόντως ξυλεία από τη Nάουσα. Eξαιτίας όλων αυτών, η προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη καθυστερούσε.
H προσπάθεια της Στρατιάς για τη διάβαση του Aξιού συνεχίστηκε στις 24 και 25 Oκτωβρίου. Mετά την κατασκευή γέφυρας οι δυνάμεις της VII Mεραρχίας πέρασαν το ποτάμι και προωθήθηκαν προς τη Σίνδο, ενώ το Aπόσπασμα Eυζώνων Kωνσταντινοπούλου απέστειλε αναγνωριστικά τμήματα προς Θεσσαλονίκη. «Σήμερον θα μείνωμεν εδώ όλην την ημέραν περιμένοντες να τελειώση το Mηχανικόν τας επί του Aξιού ποταμού γεφύρας, ίνα διέλθωμεν αυτόν και βαδίσωμεν εις Θεσσαλονίκην. Aντίστασιν κατά την διάβασιν του ποταμού δεν θα εύρωμεν, διότι οι Tούρκοι εγκατέλειψαν και αυτόν και την Θεσσαλονίκην», θα γράψει στη μητέρα του στις 25 Oκτωβρίου 1912 ο έφεδρος αξιωματικός Δημήτριος K. Δάρας.

1921 – Μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο γάλλος πρεσβευτής Φρανκλέν Μπουγιόν υπογράφει με τον Κεμάλ Ατατούρκ τη Συμφωνία της Άγκυρας, η οποία προβλέπει αναγνώριση του Κεμαλικού καθεστώτος, εμπορικές συναλλαγές, αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από τις κατεχόμενες περιοχές και χορήγηση όπλων. Την συνθήκη αυτή συνομολόγησε εκ μέρους της Γαλλίας, ο βουλευτής και πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής επί των Εξωτερικών (υποθέσεων) Φραγκλίνος ή Φραγκλέν Μπουϊγιόν απ΄ ευθείας μετά του επαναστάτη Κεμάλ Ατατούρκ, παρακάμπτοντας την νόμιμη ακόμα κυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Κωνσταντινούπολη, και όχι μόνο, αλλά παραβιάζοντας τις διεθνείς συνθήκες που είχαν συνομολογήσει μεταξύ τους οι χώρες μέλη της Αντάντ.
Με τη συνθήκη της Άγκυρας η Γαλλία ουσιαστικά τάχθηκε υπέρ των Κεμαλικών προδίδοντας τον Ελληνικό Στρατό (αφού μέρος της συμφωνίας περιλάμβανε τη παράδοση πολεμικού υλικού στους Κεμαλικούς), ο οποίος τον Αύγουστο του ίδιου έτους κατά την αποτυχημένη εκστρατεία Σαγγαρίου-Αγκύρας είχε προσχωρήσει μέχρι το Πολατλί, στα περίχωρα της Άγκυρας. Μετά από τη σύναψη της συνθήκης υπάρχουν και μαρτυρίες σχετικά με Γάλλους στρατιωτικούς οι οποίοι βρέθηκαν να πολεμούν μαζί με τους Κεμαλικούς εναντίον του Ελληνικού Στρατού.
Η συνθήκη της Άγκυρας, αν και όχι ιδιαιτέρως γνωστή, επικύρωσε την κυριαρχία των Κεμαλικών στην έκβαση όλης της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

1968 – Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού, ο αμερικανός Ντικ Φόσμπερι κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο άλμα εις ύψος, εισάγοντας ένα νέο παλμό στο αγώνισμα, καθώς περνά τον πήχη με την πλάτη. Μέχρι το 1964 ο Φόσμπερι είχε μέτρια άλματα, περίπου στα 2,15 μ. με την διαδεδομένη τότε τεχνική στραντλ, και γνώριζε πως δεν είχε πολλές ελπίδες για να διακριθεί σε διεθνείς αγώνες. Η υψηλή του ευφυΐα και η συνεχής μελέτη του στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου τον οδήγησε σε ένα βιβλίο για τον Φινλανδό άλτη, Κάλεβι Κότκας που είχε αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1932 και του 1936 και είχε μία περίεργη τεχνική παλμού, που του κέντρισε το ενδιαφέρον. Την ανέλυσε από άποψη φυσικής και άλλαξε ορισμένα επιμέρους στοιχεία της, και μετά από ίδια μελέτη την παρουσίασε στον προπονητή του, Μπέρνι Βάγκνερ. Ο Φόσμπερι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εάν λύγιζε το σώμα του με την πλάτη προς τον πήχη, τότε το κέντρο μάζας θα βρισκόταν κάτω από αυτόν και θα τον βοηθούσε να φτάσει σε μεγαλύτερα ύψη. Ο άλτης τότε άρχισε τις συνεχείς προπονήσεις με αυτόν τον νέο παλμό.
Γρήγορα ο Ντικ Φόσμπερι έφτασε σε ύψη που δεν τα είχε φανταστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Για πρώτη φορά παρουσίασε στο κοινό τον νέο παλμό στους κολλεγιακούς αγώνες των ΗΠΑ το 1964. Τότε για πρώτη φορά η εφημερίδα «Medford Mail Tribune» αποκάλεσε το στυλ αυτό ως Φόσμπερι φλοπ. Επόμενος αγώνας του Φόσμπερι ήταν τα προολυμπιακά τράιαλς των ΗΠΑ, όπου και κατέκτησε την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού το 1968.
Το φλοπ έγινε από τότε ο κυρίαρχος παλμός του αθλήματος. Πριν από αυτόν, οι περισσότεροι κορυφαίοι άλτες του άλματος εις ύψος χρησιμοποιούσαν την τεχνική δρασκελισμού (straddle technique) για να υπερβούν την μπάρα. Οι επιφάνειες προσγείωσης ήταν σκάμματα άμμου ή χαμηλοί σωροί από ψάθες και οι άλτες έπρεπε να προσγειωθούν στα πόδια τους ή τουλάχιστον να προσγειωθούν προσεκτικά για να αποφευχθεί τυχόν τραυματισμός τους. Με την εμφάνιση του στρώματος με παχύ αφρώδες υλικό, οι άλτες μπόρεσαν να είναι πιο τολμηροί στα στυλ προσγείωσής τους και, ως εκ τούτου, να πειραματιστούν με τον παλμό τους.
Η τεχνική του Φόσμπερι επικράτησε ταχύτατα και ήδη στην επόμενη Ολυμπιάδα του Μονάχου το 1972, Γερμανίδα Ούλρικε Μάιφαρτ χρησιμοποιώντας την τεχνική κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με ισοφάριση του παγκοσμίου ρεκόρ, ενώ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1976 ο Γιάτσεκ Φσόουα από την Πολωνία αναδείχθηκε πρώτος στους άνδρες με τη Ρόζμαρι Άκερμαν από την Ανατολική Γερμανία στην ίδια διοργάνωση να είναι η τελευταία αθλήτρια ή αθλητής που κατέκτησε τον Ολυμπιακό τίτλο με την προηγούμενη τεχνική. Τα παγκόσμια ρεκόρ πέρασαν στους χρήστες της μεθόδου από τις 5 Μαΐου 1978 για τις γυναίκες (Σάρα Σιμεόνι, Ιταλία) και από τις 25 Μαΐου 1980 για τους άνδρες (Γιάτσεκ Φσόουα).

1982 – Ποδοσφαιρική τραγωδία στο Στάδιο «Λένιν» της Μόσχας (νυν Λουζνίκι). 66 θεατές χάνουν τη ζωή τους, όταν ποδοπατούνται λίγο πριν από το τέλος του αγώνα Σπάρτακ Μόσχας – Χάαρλεμ Ολλανδίας για το Κύπελλο UEFA. Μια μεγάλη τραγωδία. Ένα κρυμμένο – επί 7 ολόκληρα χρόνια – μυστικό. Ένα γήπεδο που κάθε χρόνο κάθε τέλος Οκτωβρίου παρέμενε κλειστό για να μην πάνε οι συγγενείς και αφήσουν λουλούδια για τους ανθρώπους που έχασαν. Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική τραγωδία, 1,5 χρόνο μετά από εκείνη της θύρας 7 με πολλές ομοιότητες, συνέβη στη Μόσχα. Στο στάδιο “Λένιν” (νυν Λουζνίκι), σε ματς ευρωπαϊκής διοργάνωσης. Κι όμως, το καθεστώς της ΕΣΣΔ κατάφερε για εφτά ολόκληρα να σκεπάσει κάτω από το… χιόνι της Μόσχας το τραγικό γεγονός, που άφησε πίσω του εκατόμβη νεκρών.  Ήταν 20 Οκτωβρίου του 1982, ημέρα κατά την οποία η Σπάρτακ Μόσχας φιλοξενούσε την ολλανδική Χάρλεμ για τη δεύτερη φάση του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Στη Μόσχα είχε ξεκινήσει ο βαρύς χειμώνας και εκείνη την ημέρα φυσούσε μανιασμένα ο αέρας. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και όλα ήταν παγωμένα. Οι Μοσχοβίτες που αποφάσισαν να πάνε στο “Λένιν” για να παρακολουθήσουν την αναμέτρηση δεν ξεπερνούσαν τους δέκα χιλιάδες. Δυστυχώς, δεν θα γύριζαν όλοι πίσω. Λόγω της μικρής προσέλευσης, οι υπεύθυνοι του σταδίου «Λένιν» άνοιξαν μόνο την ανατολική κερκίδα, ενώ για λόγους ασφαλείας, όπως ανακοινώθηκε, είχε μείνει ανοιχτή μόνο μία θύρα εξόδου.

 

 

Γεννήσεις

 

 

1918 – Ασπασία Παπαθανασίου (20 Οκτωβρίου 1918- 7 Ιουνίου 2020) του Ευθυμίου ήταν Ελληνίδα συγγραφέας και ηθοποιός, από τις γνωστότερες τραγωδούς, βραβευμένη με πολλές διακρίσεις. Γεννημένη στην Άμφισσα στις 20 Οκτωβρίου 1918, πραγματοποίησε κλασικές σπουδές στη θεατρική τέχνη, ενώ ταξίδεψε στο εξωτερικό (ΕΣΣΔ) όπου συμμετείχε σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας ερμηνεύοντας το ρόλο της Μήδειας κ.α. Εκτός της καλλιτεχνικής της ενασχόλησης, ασχολήθηκε με την πολιτική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής βρισκόταν στις τάξεις του εφεδρικού ΕΛΑΣ, είχε μαζί με συναδέλφους της δημιουργήσει το “Λαϊκό Θέατρο” στο κέντρο της Αθήνας, ενώ έλαβε μέρος και στα Δεκεμβριανά Το 1957 συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος στο “Πειραϊκό Θέατρο” του Δημήτρη Ροντήρη. Το στρατιωτικό Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, βρίσκει την Α. Παπαθανασίου σε περιοδεία της στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αυτοεξορίζεται και αποφασίζει να μείνει στο Λονδίνο. Όλα τα χρόνια της Χούντας, παίρνει ενεργό μέρος στις αντιδικτατορικές δραστηριότητες. Το Σεπτέμβρη του 1969, δίνει μια σειρά παραστάσεων για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Μπερλιόζ, με τους “Τρώες”. Μετά από πρόσκληση της Όπερας του Κόβεντ Γκάρντεν, θα ερμηνεύσει το ρόλο της Ανδρομάχης. Στην Ελλάδα γύρισε το 1975. Ήταν παντρεμένη με τον Κώστα Μαυρομμάτη. Έως τα βαθιά γεράματα, έκανε παρεμβάσεις με δημόσιες δηλώσεις της, στα πολιτικά τεκταινόμενα. Απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 2020 σε ηλικία 102 ετών.

1940 – Σπύρος Ευαγγελάτος. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του συνθέτη και αρχιμουσικού της Λυρικής Σκηνής Αντίοχου Ευαγγελάτου και της αρπίστριας Ξένης Μπουρεξάκη. Η καλλιτεχνική παράδοση της οικογένειας τον οδήγησε προς το θέατρο. Σπούδασε αρχικά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε το 1961. Την περίοδο 1966-1970 συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Αυστρία, τη Γερμανία, τη Γαλλία κ.ά. Σπούδαζε μάλιστα με υποτροφία θέατρο και θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.
Απο το 1962 είχε ιδρύσει τη «Νεοελληνική Σκηνή» ενώ το διάστημα 1971-1977 συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο σκηνοθετώντας παραστάσεις στην Επίδαυρο και αλλού.
Την περίοδο 1977-1980 διετέλεσε γενικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, την περίοδο 1984-1987 διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Το 1975 ίδρυσε το “Αμφι-θέατρο” με το οποίο διοργάνωνε παραστάσεις σε όλο τον κόσμο. Τον Φεβρουάριο του 2011 ανακοίνωσε την πρόθεσή του να αναστείλει τη λειτουργία του “Αμφι-θεάτρου” λόγω οικονομικών προβλημάτων, κατηγορώντας τον υπουργό Πολιτισμού Παύλο Γερουλάνο για αδιαφορία.
Έχει τιμηθεί με το βραβείο «Κάρολος Κουν» (1988), το βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (1994), το βραβείο Σκηνοθεσίας της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (1996), με το παράσημο του «Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος» απο τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώ το 2005 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Το 1970 έγινε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής της Αθήνας και το 1989 εξελέγη αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της ίδιας Σχολής. Το 1991 ανέλαβε την έδρα του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που μόλις είχε δημιουργηθεί. Επίσης το διάστημα 1997-1999 έγινε πρόεδρος του ίδιου τμήματος. Στις 12 Ιανουαρίου 2012 ανακηρύχθηκε αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών και πρόεδρος το 2013. Ήταν νυμφευμένος με την ηθοποιό Λήδα Τασοπούλου (1953-2005), με την οποία απέκτησαν τον Αντίοχο (1986-2010) και την Κατερίνα (1979-).

 1950 – Τομ Πέτι  (αγγλικά: Thomas Earl Petty, 20 Οκτωβρίου 1950-2 Οκτωβρίου 2017) ήταν Αμερικανός τραγουδιστής, τραγουδοποιός, μουσικός, παραγωγός δίσκων και ηθοποιός. Ήταν ο κύριος τραγουδιστής και κιθαρίστας του συγκροτήματος Tom Petty and the Heartbreakers, που ιδρύθηκε το 1976. Προηγουμένως είχε δημιουργήσει το συγκρότημα Mudcrutch, και ήταν επίσης μέλος του σούπεργκρουπ Traveling Wilburys, στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ο Πέτι ηχογράφησε σειρά μεγάλων επιτυχιών τόσο με τους Heartbreakers όσο και ως σόλο καλλιτέχνης. Στα επιτυχημένα τραγούδια του με τους Heartbreakers περιλαμβάνονται τα Don’t Do Me Like That (1979), Refugee (1980), The Waiting (1981), Don’t Come Around Here No More (1985) και “Learning to Fly” (1991). Από τις κυκλοφορίες του ως σόλο καλλιτέχνη, μεγάλη επιτυχία γνώρισαν τα σινγκλ I Won’t Back Down (1989), Free Fallin’ (1989) και You Don’t Know How It Feels (1994). Κατά τη διάρκεια της καριέρας του πούλησε περισσότερα από 80 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως, γεγονός που τον καθιστά έναν από τους καλλιτέχνες με τις υψηλότερες πωλήσεις όλων των εποχών. To 2002 οι Tom Petty and the Heartbreakers τιμήθηκαν με την ένταξή τους στο Rock and Roll Hall of Fame ενώ το 2016 ο Τομ Πέτι τιμήθηκε με ένταξη στο American Songwriters Hall of Fame. Ο Πέτι πέθανε από καρδιακή ανακοπή που προκλήθηκε από υπερβολική δόση φαρμάκων στις 2 Οκτωβρίου 2017, μία εβδομάδα μετά το τέλος της περιοδείας για τα 40 χρόνια των Tom Petty and the Heartbreakers.

 

 

Θάνατοι

 

 

460 – Η Αιλία Ευδοκία (401 – 20 Οκτωβρίου 460), ή και Αγία Ευδοκία, ήταν σύζυγος του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β´ και μία εξέχουσα ιστορική προσωπικότητα με σημαντική συμβολή στην καθιέρωση του Χριστιανισμού κατά την έναρξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Αρχικώς ονομαζόταν Αθηναΐς. Καταγόταν από την Αθήνα και ήταν κόρη του Λεοντίου, καθηγητή της ρητορικής στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Η Αθηναΐς, όπως και ο πατέρας της, ήταν εθνική (ειδωλολάτρις) στο θρήσκευμα και έλαβε αξιόλογη μόρφωση, αφού είχε διδαχθεί τον Όμηρο, τους τραγικούς, τον Λυσία και το Δημοσθένη, νεοπλατωνική φιλοσοφία, αστρονομία και γεωμετρία.
Μετά τον θάνατο του πατέρα της, φαίνεται ότι αδικήθηκε από τα αδέλφια της στη διανομή της πατρικής περιουσίας και κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 420 ή 421 για να διεκδικήσει το δίκαιό της. Φαίνεται ότι για τον λόγο αυτό ζήτησε τη συνδρομή της αυγούστας Πουλχερίας, η οποία επιτρόπευε τότε τον αδελφό της Θεοδόσιο τον Β´ και αναζητούσε την εποχή εκείνη την κατάλληλη σύζυγο για τον μέλλοντα αυτοκράτορα. Η Πουλχερία, εκτιμώντας τα πολλά προσόντα της Αθηναΐδος, την θεώρησε ιδανική σύζυγο για τον αδελφό της. Αργότερα όμως οι δύο γυναίκες, αμφότερες ισχυροί χαρακτήρες, ήλθαν σε αντιπαράθεση.
Αφού η Αθηναΐς κατηχήθηκε και βαπτίσθηκε χριστιανή, μετονομασθείσα εις Ευδοκία, παντρεύτηκε τον Θεοδόσιο το 421 στην Κωνσταντινούπολη. Το 422, όταν γέννησε την πρώτη της θυγατέρα, την Ευδοξία, ονομάστηκε Αυγούστα. Τόσον η θέση της όσον και η μόρφωση και η ευφυΐα της της εξασφάλιζαν τη δυνατότητα για την προώθηση της ελληνικής γλώσσας στην παιδεία, στη διοίκηση και στη δικαιοσύνη. Στην νέα αυτοκράτειρα φαίνεται να οφείλεται η ίδρυση του Πανδιδακτηρίου το 425. Η ανώτερη σχολή της Κωνσταντινούπολης αναδιοργανώθηκε, προωθήθηκαν η ελληνική γλώσσα και ρητορική και μειώθηκαν αντίστοιχα οι ώρες της λατινικής γλώσσας και ρητορικής. Δημιουργήθηκαν συγκεκριμένα δεκαπέντε έδρες για την ελληνική φιλολογία, δεκατρείς για τη λατινική και μία έδρα φιλοσοφίας. Κατά την ίδια περίοδο η Ευδοκία φαίνεται να ασκεί την επιρροή της ώστε, διά διατάγματος πλέον, οι διαθήκες να συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα, ενώ ήδη έχουμε τις πρώτες γνωστές δικαστικές αποφάσεις στην ελληνική. Ταυτοχρόνως, η ελληνική χρησιμοποιείται προοδευτικά και σε ορισμένους τομείς της διοικήσεως.
Η Ευδοκία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αφοσίωση στην χριστιανική πίστη, μετά δε τον γάμο της κόρης της Ευδοξίας με τον αυτοκράτορα της Δύσης Ουαλεντινιανό Γ´ το έτος 437, μετέβη χάριν προσκυνήσεως στα Ιεροσόλυμα, όπου και παρέμεινε επί δύο χρόνια. Κατά το ταξίδι της στάθμευσε στην Αντιόχεια, όπου και καυχήθηκε για την ελληνικότητά της. Κατόρθωσε δε να πείσει τον αυτοκράτορα να ανεγείρει διάφορα χρήσιμα για την πόλη έργα.
Η Ευδοκία επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη περί το τέλος του 439 και βοήθησε τον έπαρχο Κύρο να προαχθεί σε ύπαρχο. Ο πανίσχυρος όμως ευνούχος Χρυσάφιος κατηύθυνε τον Θεοδόσιο Β´ με πανουργία και δημιουργούσε προβλήματα στις σχέσεις του με την Ευδοκία, η οποία συκοφαντήθηκε ότι διατηρούσε αθέμιτες σχέσεις με τον ανώτατο αξιωματούχο του παλατιού Παυλίνο. Μάλιστα ο Παυλίνος καταδικάσθηκε για τον λόγο αυτό σε θάνατο.
Η Ευδοκία διεπίστωσε ότι η παραμονή της στην Κωνσταντινούπολη θα συνεπάγετο συνεχείς τριβές με τον αυτοκράτορα αλλά και με την αυγούστα Πουλχερία, αγανακτισμένη δε κατέφυγε και πάλι στους Αγίους Τόπους το 443, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό της το 460. Δεν επέστρεψε δε στην Βασιλεύουσα ούτε μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου το 450. Κατά τη διάρκεια της δεκαεπταετούς παραμονής της στους Αγίους Τόπους επεδόθη στην ανέγερση ναών, μονών και κοινωφελών ιδρυμάτων στα Ιεροσόλυμα, ενώ παράλληλα αφιερώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Φαίνεται δε ότι κατά το διάστημα αυτό παρασύρθηκε από μονοφυσιτικούς κύκλους, αλλά με τη βοήθεια των μοναχών Συμεών του Στυλίτου και Ευθυμίου του Μεγάλου επέστρεψε στην Ορθοδοξία.
Η Ευδοκία έγραψε αρκετά έργα, τα πλείστα των οποίων απωλέσθησαν. Μεταξύ των σωζόμενων περιλαμβάνονται στίχοι για τη νίκη του Θεοδοσίου Β´ εναντίον των Περσών, παράφραση της Οκτατεύχου και των προφητών Ζαχαρία και Δανιήλ, ευαγγελική ιστορία σε ομηρικούς στίχους και τρία βιβλία περί του μάγου Κυπριανού του Αντιοχέως.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Ευδοκία ως αγία και εορτάζει τη μνήμη της στις 13 Αυγούστου, αν και αναφέρεται σε λεπτομερή Συναξάρια και όχι στο συναξάριο των μηναίων.

 2011 – Μουαμάρ Μοχάμαντ Άμπου Μινιάρ αλ-Καντάφι (αραβ. مُعمّر محمد عبد السلام القذّافي‎, 7 Ιουνίου 1942 – 20 Οκτωβρίου 2011) ήταν Λίβυος πολιτικός, στρατιωτικός (συνταγματάρχης), επαναστάτης, πολιτικός θεωρητικός και οραματιστής. Καταγόταν από οικογένεια Βεδουίνων νομάδων. Ήταν πατέρας 8 παιδιών, με μεγαλύτερο γιο τον Μουχαμάντ Καντάφι, επικεφαλής της Ολυμπιακής Επιτροπής της Λιβύης. Ο Καντάφι κυβέρνησε τη Λιβυκή Αραβική Δημοκρατία σαν Επαναστατικός Πρόεδρος από το 1969 μέχρι το 1977 και στη συνέχεια σαν “Αδελφικός Ηγέτης” της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Λαϊκής Λυβικής Αραβικής Τζιμχαρίας από το 1977 μέχρι το 2011. Γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου του 1942. Το 1961 διώχθηκε από τη Sebha εξαιτίας της δράσης του ως ακτιβιστής. Σπούδασε νομικά και στη συνέχεια ακολούθησε στρατιωτική καριέρα στη Βεγγάζη.
Την 1η Σεπτεμβρίου του 1969, μια μικρή ομάδα από αξιωματικούς του στρατού υπό την ηγεσία του Καντάφι ανέτρεψε με αναίμακτο πραξικόπημα[2] τον 79χρονο βασιλιά Ίντρις, ενώ ο τελευταίος παραθέριζε στην τουρκική λουτρόπολη Προύσα για ιαματικά λουτρά. Το νέο καθεστώς, όχι μόνο δεν συνάντησε την παραμικρή αντίσταση, αλλά αναγνωρίστηκε και από τον διάδοχο του θρόνου και ανιψιό του Ίντρις, πρίγκιπα Χασάν αλ Ρίντα. Πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης, που ανακοινώθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου, ήταν ο ηλικίας 35 ετών δικηγόρος Μαχμούντ Σόλιμαν αλ Μαχράμπι, αλλά ιθύνων νους του κινήματος ήταν ο ηλικίας μόλις 27 χρόνων Μουαμάρ Καντάφι.
Ο Καντάφι, νασερικός λοχαγός του λιβυκού στρατού τη στιγμή του πραξικοπήματος, προήχθη σε συνταγματάρχη, ανέλαβε αρχηγός του γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων και εμφανίστηκε ως πρόεδρος του “Επαναστατικού Συμβουλίου”, που πήρε όλες τις εξουσίες στα χέρια του.
Η μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου του 1969 συντηρητικότερη και φιλοδυτικότερη των αραβικών χωρών Λιβύη γνώρισε υπό τη νέα, επαναστατική ηγεσία της, μια εντυπωσιακή μεταστροφή: Το καθεστώς ανακήρυξε τη Λιβύη “επαναστατική, μη δογματική σοσιαλιστική δημοκρατία” και συντάχθηκε με τα πιο ριζοσπαστικά αραβικά καθεστώτα κηρύσσοντας ιερό πόλεμο κατά του Ισραήλ. Ταυτόχρονα, κάλεσε τους Αμερικανούς και τους Άγγλους να απομακρύνουν τις αεροπορικές και στρατιωτικές βάσεις που διατηρούσαν οι μεν πρώτοι στη Χουίλα, οι δε δεύτεροι στο Τομπρούκ και στο Ελ Άντεμ. Στις 15 Δεκεμβρίου, Αμερικανοί και Βρετανοί ανακοίνωσαν την απομάκρυνση των βάσεών τους, μέσα στους πρώτους μήνες του 1970. Αλλά η κυριότερη ανησυχία των Δυτικών αφορούσε τα τεράστια συμφέροντα που σχετίζονταν με την εκμετάλλευση του λιβυκού πετρελαίου, καθώς το καθεστώς Καντάφι άφησε να εννοηθεί ότι πρόκειται να πάρει στα χέρια του την εκμετάλλευση των πλουσιότατων κοιτασμάτων της χώρας.
Μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στο καθεστώς Μουαμάρ Καντάφι άρχισαν από 1974. Για χρόνια, οι Λίβυοι είχαν υποφέρει από ένα κατασταλτικό στρατιωτικό καθεστώς. Στερημένοι από τον ογκώδη πλούτο πετρελαίου της Λιβύης, οι κοινωνικοί και οικονομικοί πόροι επιδεινώθηκαν γρήγορα, και το εκπαιδευτικό σύστημα συνετρίβη από την πίεση του στρατιωτικού ελέγχου. Στις 7 Απριλίου 1976, πανεπιστημιακοί φοιτητές από τη Βεγγάζη και την Τρίπολη οργάνωσαν τις μαζικές διαδήλωσες ενάντια στο καθεστώς Μουαμάρ Καντάφι. Το καθεστώς του Καντάφι αντέδρασε με τη βία, τα κυβερνητικά στρατεύματα στάλθηκαν στα σχολεία, όπου επιτέθηκαν και συνέλαβαν διάφορους σπουδαστές. Άλλοι πυροβολήθηκαν και αρκετοί σκοτώθηκαν, άλλοι κρεμάστηκαν δημόσια. Και αυτό που συνέβη θα αποτυπωνόταν οδυνηρά στα μυαλά των Λίβυων για πάντα. Εκείνη την ημέρα, πολίτες και σπουδαστές από το πανεπιστήμιο Al-Fateh κρεμάστηκαν δημόσια στην κεντρική πλατεία της Βεγγάζης. Το καθεστώς μετέδωσε τις εκτελέσεις στη λιβυκή κρατική τηλεόραση περισσότερο για να εκβιάσει και να εκφοβίσει το λαό ώστε να μην ξανατολμήσει να διαμαρτύρεται. Ημέρες αργότερα, οι διαφωνούντες ανώτεροι στρατιωτικοί κρεμάστηκαν επίσης. Κάθε χρόνο μετά από αυτό, και στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, ο μήνας Απρίλιος έφερνε έναν καινούργιο κύκλο εκτελέσεων.
Στις 15 Φεβρουαρίου 2011 ξέσπασαν πολιτικές ταραχές στη Λιβύη εναντίον της κυβέρνησης του Καντάφι. Οι διαδηλώσεις κορυφώθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου, με τον αριθμό των νεκρών να ξεπερνά τους 1.000.
Τον Μάρτιο παραιτήθηκαν πολλοί πρώην συνεργάτες του Καντάφι, ανάμεσά τους και υπουργοί, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική καταστολής που ακολουθούσε προς τους διαδηλωτές. Πολλά μέλη των δυνάμεων ασφαλείας αυτομόλησαν προς το μέτωπο της αντιπολίτευσης. Ο πρώην υπουργός δικαιοσύνης, Μουσταφά Αμπντέλ Τζαλίλ σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση και τα Ηνωμένα Έθνη επέβαλαν στις 17 Μαρτίου 2011 ζώνη εναέριου αποκλεισμού στην Λιβύη, με σκοπό να προστατευτεί ο άμαχος πληθυσμός. Στις 30 Απριλίου 2011 σκοτώθηκε ένας από τους γιους του Καντάφι σε αεροπορικό βομβαρδισμό του ΝΑΤΟ, καθώς επίσης και 3 από τους εγγονούς του, στην Τρίπολη. Ο Καντάφι, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του επισκεπτόταν το σπίτι του γιου του, όπου έλαβε χώρα ο βομβαρδισμός, δεν τραυματίστηκαν.
Στις 27 Ιουνίου 2011, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Καντάφι, κατηγορώντας τον για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που τελέστηκαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Παράλληλα εκδόθηκαν εντάλματα κατά του γιου του Καντάφι, Σαΐφ αλ-Ισλάμ, και του επικεφαλής των λιβυκών μυστικών υπηρεσιών Αμπντάλα αλ-Σενούσι.
Στις 20 Οκτωβρίου του 2011, σύμφωνα με το κανάλι Αλ Τζαζίρα ο Μουαμάρ Καντάφι βρέθηκε τραυματισμένος και στα δυο του πόδια. Σύμφωνα με πηγές, ο Καντάφι σκοτώθηκε το πρωί της 20ης Οκτωβρίου ενώ μετέβαινε στη γενέτειρά του, τη Σύρτη. Ένας δημοσιογράφος του καναλιού NTC δήλωσε πως το νεκρό σώμα του Καντάφι βρέθηκε κοντά στην πόλη Μισράτα. Η Βρετανική εφημερίδα “The Guardian”, δημοσίευσε φωτογραφία του ματωμένου και νεκρού Καντάφι αναφέροντας πως είναι νεκρός.
Ο Καντάφι και ο γιος του, Μοτασίμ, κηδεύτηκαν στις 25 Οκτωβρίου, το πρωί, σε άγνωστη τοποθεσία. Νωρίτερα ανακοινώθηκε ότι «ο Μουαμάρ αλ Καντάφι και ο γιος του θα κηδεύονταν σε μυστικό τάφο στην έρημο». Ένας αξιωματούχος δήλωσε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters: «Ο Μουαμάρ Αλ Καντάφι και ο Μοτασίμ κηδεύτηκαν σήμερα [25 Οκτωβρίου] την αυγή σε μυστική τοποθεσία. Αργότερα, θα δημοσιεύσουμε και άλλες λεπτομέρειες». Ενώ μια στρατιωτική πηγή από την Μισράτα να επιβεβαιώνει την είδηση. Η σορός του συνταγματάρχη ήταν μέχρι τις 24 Οκτωβρίου εκτεθειμένη σε ψυγείο κρεάτων στη Μισράτα, όπου συγκεντρώθηκαν πολλοί κάτοικοι της περιοχής, φωτογραφίζοντας τα πτώματα του συνταγματάρχη και του γιου του. Η μεταφορά των σορών έγινε από 4 στρατιώτες οι οποίοι ορκίστηκαν στο Κοράνι να μην αποκαλύψουν ποτέ το μέρος της ταφής. Μέχρι σήμερα είναι άγνωστη η ακριβής τοποθεσία.

2014 – Σπύρος Ζαγοραίος. Ο Σπύρος Ζαγοραίος (23 Ιουνίου 1928 – 20 Οκτωβρίου 2014) ήταν Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής. Γεννήθηκε στον Άγιο Αρτέμιο (Γούβα) του Παγκρατίου στις 23 Ιουνίου 1928. Σε ηλικία 13 ετών έχασε σε ατύχημα το αριστερό του χέρι, όταν έσκασε μια χειροβομβίδα την ώρα που έπαιζε με συμμαθητές του στην Αγία Παρασκευή της Αττικής. Ασχολήθηκε με το λαϊκό τραγούδι και ξεχώρισε με τη φωνή του. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1952 από την Αθήνα και μετά δούλεψε στη Θεσσαλονίκη. Για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με την Καίτη Γκρέυ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 άρχισε να τον συνοδεύει στο τραγούδι η σύζυγος του Ζωή Μοσχονησιώτη.
Πραγματοποίησε πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού που ζουν Έλληνες. Κυκλοφόρησαν δεκάδες δίσκοι του. Έως και τα τελευταία χρόνια της ζωής του εξακολουθούσε την καλλιτεχνική του δραστηριότητα στο Αιγάλεω Αττικής όπου διέμενε και είχε δημιουργήσει το λαϊκό κέντρο “Εντελαμαγκέν”. Πέθανε σε ηλικία 86 ετών στις 20 Οκτωβρίου 2014. Η νεκρώσιμη ακολουθία του πραγματοποιήθηκε στο Γ΄ Νεκροταφείο.

 

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

AgrinioStories