Ο ματωμένος Αύγουστος των καπνεργατών του Αγρινίου



Λευτέρης Τηλιγάδας

|

Η απεργία των καπνεργατών του 1926,
οι δύο νεκροί και η καταστολή που σημάδεψε το Αγρίνιο.


Το καλοκαίρι του 1926 το Αγρίνιο βρέθηκε στο κέντρο μιας μεγάλης εργατικής σύγκρουσης. Οι καπνεργάτες και οι καπνεργάτριες της πόλης διεκδικούσαν καλύτερα ημερομίσθια, σταθερή εργασία και στοιχειώδεις όρους αξιοπρέπειας. Απέναντί τους είχαν τους καπνεμπόρους, τις τοπικές αρχές, τη Χωροφυλακή και τον στρατό. Η απεργία αυτή, που κράτησε περισσότερο από έναν μήνα, άφησε δύο ανθρώπους νεκρούς, δεκάδες τραυματίες και μία σειρά από συλλήψεις, φυλακίσεις και εξορίες.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι καπνεργάτες ζητούσαν καλύτερες αμοιβές, οκτάωρο, υγειονομική περίθαλψη, ανθρώπινους χώρους δουλειάς και σύνταξη. Στο Αγρίνιο, ένα από τα βασικά ζητήματα ήταν η μη υιοθέτηση από τους καπνεμπόρους της «τόγκας», μιας νέας μεθόδου επεξεργασίας του καπνού, η οποία, σύμφωνα με τους καπνεμπόρους, έδινε πιο ομοιόμορφο προϊόν και μείωνε το κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα περιόριζε σημαντικά τις θέσεις των ανδρών καπνεργατών. Οι καπνέμποροι για τη συγκεκριμένη εργασία προσλάμβαναν αποκλειστικά γυναίκες, τις οποίες πλήρωναν σχεδόν με το ένα τρίτο του ανδρικού ημερομισθίου. Έτσι, αξιοποιούσαν τη φθηνότερη γυναικεία εργασία, έσπρωχναν πολλούς άνδρες στην ανεργία και αποδυνάμωναν συνολικά το καπνεργατικό κίνημα. Οι αντιδράσεις για την «τόγκα» είχαν αρχίσει ήδη από το 1910. Με τους αγώνες του όμως το καπνεργατικό κίνημα της πόλης και της χώρας κατάφερε το 1922 να απογορεύσει με νόμο «τόγκα». Τρία χρόνια όμως αργότερα ο νόμος αυτός κρίθηκε αντισυνταγματικός και καταργήθηκε. Νέος νόμος όρισε στη συνέχεια συγκεκριμένη αναλογία ανδρών και γυναικών στις καπναποθήκες, χωρίς όμως να κλείσει τη σύγκρουση.

Η ένταση επέστρεψε δυναμικά τον Ιούνιο του 1926. Οι εργαζόμενοι της εξαγωγικής εταιρείας «Ζένεραλ», του Οδυσσέα Ηλιού, υπέβαλαν σειρά αιτημάτων στη διεύθυνση. Η εταιρεία απάντησε ότι θα κλείσει την καπναποθήκη του Αγρινίου και θα μεταφέρει τα καπνά στον Βόλο. Όταν άρχισε η φόρτωση των πρώτων δεμάτων στο τρένο, οι καπνεργάτες ανέβηκαν στα βαγόνια, τα ξεφόρτωσαν και επέστρεψαν τα καπνά στις αποθήκες, τις οποίες κατέλαβαν. Η παρέμβαση του δημάρχου Αντρέα Παναγόπουλου οδήγησε προσωρινά σε συνεννόηση, αλλά η ηρεμία δεν κράτησε.

Την ίδια περίοδο, η αξία της αγγλικής λίρας ανέβηκε από τις 350 στις 450 δραχμές. Οι εξαγωγές καπνού πληρώνονταν σε συνάλλαγμα και τα κέρδη των καπνεμπόρων αυξάνονταν. Οι εργαζόμενοι ζήτησαν μερίδιο από αυτή την αύξηση. Αρχικά διεκδίκησαν να ανέβει το ανδρικό ημερομίσθιο από τις 85 στις 130 δραχμές και να δοθεί αύξηση 25 δραχμών στις γυναίκες. Οι εργοδότες πρόσφεραν μόνο πέντε δραχμές επιπλέον στους άνδρες. Οι καπνεργάτες κατέβασαν την απαίτησή τους στις 120 δραχμές και ζήτησαν αύξηση 15% για τις γυναίκες, αλλά ούτε αυτή η πρόταση έγινε δεκτή.

Στις 31 Ιουλίου κηρύχθηκε απεργία. Την επόμενη ημέρα έγιναν νέες διαπραγματεύσεις με τη μεσολάβηση του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δέχτηκαν σταδιακή αύξηση του ανδρικού ημερομισθίου έως τις 100 δραχμές, ενώ οι καπνέμποροι έφταναν μόνο μέχρι τις 95. Η συνέλευση των απεργών απέρριψε τη συμφωνία και ζήτησε αύξηση δέκα δραχμών και για τις γυναίκες.

Στις 6 Αυγούστου, το σωματείο «Η Αλληλοβοήθεια» κάλεσε εργάτες, αγρότες, πρόσφυγες και μικροεπαγγελματίες να σταθούν στο πλευρό τους και οργάνωσαν περιφρούρηση έξω από τα καπνομάγαζα, για να εμποδίσουν την απεργοσπασία. Στην προκήρυξή του το σωματείο μιλούσε για ημερομίσθια που δεν επαρκούσαν ούτε για το ψωμί των οικογενειών και κατηγορούσε τους καπνεμπόρους ότι θησαύριζαν από τη δουλειά καπνεργατών και παραγωγών. Η απάντηση των καπνεμπόρων ήταν η κήρυξη λοκ άουτ.

Οι απεργοί ζήτησαν άδεια για συγκέντρωση τη Δευτέρα 9 Αυγούστου στην κεντρική πλατεία Αγοράς της πόλης, αλλά οι αρχές τούς επέτρεψαν να συγκεντρωθούν στην Αγία Σωτήρα, του Πάρκου που τότε ήταν  έξω από την πόλη. Από τις έξι το πρωί άρχισαν να φτάνουν στον χώρο περίπου 2.000 άνθρωποι. Ύψωσαν μια μαύρη σημαία με το σύνθημα: «Δικαία απαίτησις: ή 100 δράμια ψωμί ή έναν χρόνο απεργία». Η Χωροφυλακή και στρατιωτικές δυνάμεις είχαν ήδη αποκλείσει τις εισόδους προς την πόλη.

Οι συγκεντρωμένοι ήταν περίπου 2.000 και οι στρατιωτικές αρχές, για να αποφύγουν τη «διατάραξιν της τάξεως», είχαν τοποθετήσει ισχυρή δύναμη της Χωροφυλακής λίγο πιο πάνω από το Ταχυδρομείο, στη στροφή του δρόμου Αγρινίου–Αμφιλοχίας, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η είσοδος του Πάρκου από την οδό Παπαστράτου. Τους εύζωνες του Συντάγματος 2/39 είχαν τοποθετήσει κάτω από το εξοχικό κέντρο «Χαραυγή», περίπου στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το Εργατικό Κέντρο Αγρινίου, πάνω στον ίδιο δρόμο.

Ας δούμε, όμως, πώς περιγράφει τα γεγονότα που ακολούθησαν η ανακοίνωση της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών:

«[…] Οι απεργοί, αφού ήκουσαν τους λόγους των διαφόρων ρητόρων επί της πορείας των αιτημάτων των, ήρχισαν να διαλύωνται και κατά μικράς ομάδας να επιστρέφουν ησύχως εις την πόλιν του Αγρινίου. Εις τας διαφόρους όμως εισόδους προς την πόλιν ευρίσκετο παρατεταγμένη στρατιωτική και αστυνομική δύναμις, ήτις απηγόρευσε την είσοδον εις τους πρώτους εργάτας, οίτινες μεμονωμένοι είχον φθάσει προ της στρατιωτικής ζώνης.

»Οι ολίγοι απεργοί παρεκάλεσαν τον επικεφαλής ταγματάρχην, διοικητήν της Χωροφυλακής Αιτωλοακαρνανίας, Ζαμπετάκην, να τους επιτρέψη την είσοδον. Ούτος, όμως, διέταξε τους υπ’ αυτόν άνδρας να τους ωθήσουν προς τα οπίσω. Εις μάτην οι ολίγοι αυτοί εργάται τον παρεκάλουν, πριν οι απεργοί, οίτινες θα ήρχοντο κατόπιν αυτών, συγκεντρωθούν, οπότε θα υπήρχε φόβος να δημιουργηθούν επεισόδια. Ούτος, όμως, παρέμενεν ανένδοτος. Κατά το διάστημα αυτό ήρχισαν να καταφθάνουν καθ’ ομάδας και οι λοιποί εργάται και εργάτριαι, οίτινες και εζήτουν να τους επιτραπή να επιστρέψουν εις τας οικίας των. […]»

»Η ομάδα που κατευθύνθηκε προς την πόλη ήρθε αντιμέτωπη με τις δυνάμεις της Χωροφυλακής. Ο επικεφαλής, ταγματάρχης Ζαμπετάκης, προέτρεψε τους απεργούς να κατεβούν προς την πόλη ανά δύο. Εκείνοι τον διαβεβαίωσαν ότι η συγκέντρωσή τους είχε διαλυθεί, αλλά αρνήθηκαν να χωριστούν σε ομάδες των δύο. Ακολούθησε συμπλοκή και η διαταγή του ταγματάρχη να πυροβολήσουν στον αέρα αποτέλεσε την αφορμή για να επιτεθούν με πέτρες ορισμένες εργάτριες στη δύναμη της Χωροφυλακής.

»Οι σφαίρες, που μέχρι τότε έπεφταν στον αέρα, στράφηκαν προς τους απεργούς. Μία σφαίρα βρήκε στο κεφάλι τον νεαρό, σχεδόν παιδί, Θεμιστοκλή Καρανικόλα, ο οποίος, σύμφωνα με μαρτυρίες, βρέθηκε τυχαία στον χώρο του επεισοδίου. Μία άλλη σφαίρα τραυμάτισε θανάσιμα την έγκυο καπνεργάτρια Βασιλική Γεωργαντζέλη, η οποία ξεψύχησε λίγο αργότερα. Η Βασιλική ήταν 29 ετών και είχε ήδη δύο παιδιά, τον εννιάχρονο Γεράσιμο και την πεντάχρονη Παρασκευή. Επίσης, ο εργάτης Δ. Τσαμπάς τραυματίστηκε σοβαρά στο μπράτσο, με αποτέλεσμα να ακρωτηριαστεί.

«[…] Εκ των πυροβολισμών αυτών εύρεν οικτρόν θάνατον ένας πρόσφυξ καπνεργάτης και ετραυματίσθησαν τέσσαρες άλλοι σοβαρώς, οίτινες διέτρεχον τον έσχατον κίνδυνον, αποκοπείσης της δεξιάς χειρός του ενός εξ αυτών. Ως να μην ήρκουν, όμως, αι δολοφονίαι αυταί των αθώων εργατών, ο εις άλλην είσοδον φυλάσσων ανθυπολοχαγός του πεζικού Κ. Κρέτσιας (σ.σ. Κρέτσης), εξαγαγών το περίστροφόν του, το εξεκένωσε εναντίον μίας πρόσφυγος καπνεργάτριας, την οποίαν άφησε άπνοον.

Κατόπιν των ανδραγαθημάτων του, ο ήρως των σκηνών αυτών, ταγματάρχης Ζαμπετάκης, ανεχώρησεν επ’ αυτοκινήτου εις Μεσολόγγιον, αφήσας τους εργάτας να περισυλλέξουν τα θύματά του. Και ενώ οι κυρίως υπεύθυνοι και δημιουργοί των σκηνών αυτών περιφέρονται ανενόχλητοι, προκαλούντες την αγανάκτησιν των πολιτών, αι αρχαί ήρχισαν να συλλαμβάνουν διαφόρους εργάτας και να τους φυλακίζουν. […]»

Οι απεργοί έσπασαν τον κλοιό και κατέβηκαν την οδό Αγίου Κωνσταντίνου, τη σημερινή οδό Ηρώων Πολυτεχνείου. Πέρασαν από την πλατεία Ζωοδόχου Πηγής, όπου βρισκόταν η Διοίκηση της Χωροφυλακής, και, χωρίς βιαιότητες, κατέληξαν στην πλατεία της Αγοράς, τη σημερινή πλατεία Ειρήνης. Εκεί, ο δημαρχεύων Λάμπρος Τσιτσιμελής ανέβηκε στον εξώστη της οικίας του Στεροδήμα και, μαζί με τον δικηγόρο Παπαϊωάννου, κατάφερε να ηρεμήσει τα πνεύματα. Διαβεβαίωσε ότι εκείνοι που προκάλεσαν «την χύσιν αδελφικού αίματος» θα τιμωρούνταν αμείλικτα και ότι οι απεργοί δεν έπρεπε να προκαλέσουν νέα αιματηρά επεισόδια.

 

 

Η κηδεία της δολοφονημένης εγκύου Βασιλικής Γεωργαντζέλη και του Θεμιστοκλή Καραμιχάλη, η οποία έγινε την επομένη, 10 Αυγούστου 1926, αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα συλλαλητήρια του τοπικού καπνεργατικού κινήματος εκείνης της εποχής.

Τις ημέρες που ακολούθησαν, οι κρατικές και δικαστικές αρχές, αντί να φροντίσουν για την τιμωρία των δραστών των δύο δολοφονιών, επέβαλαν καθεστώς τρομοκρατίας και εξαπέλυσαν κυνηγητό κατά των καπνεργατών, οι οποίοι συνέχισαν την απεργία μέχρι και τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου. Κάποιοι καπνεργάτες, μεταξύ των οποίων και ο γραμματέας του σωματείου, Στάθης Αναστασίου, συνελήφθησαν και εξορίστηκαν.

Τον Ιούλιο του 1977 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ο Εργαζόμενος» ένα αφιέρωμα με τίτλο «Πριν από 51 χρόνια. Πώς έγιναν τα γεγονότα σε βάρος των καπνεργατών Αγρινίου στις 9 Αυγούστου 1926». Σε αυτό, όσοι βρίσκονταν ακόμη εν ζωή το 1977 και είχαν συμμετάσχει στην απεργία εκείνου του Αυγούστου κατέθεσαν τις προσωπικές τους μαρτυρίες, φωτίζοντας αρκετά σημεία της ιστορίας. Ανάμεσά τους ήταν ο Ευστάθιος Αναστασίου, γραμματέας του Σωματείου Καπνεργατών το 1926, ο Κώστας Τσακλατήρας, ο Τάσος Πετρίδης, ο Θεόδωρος Σταυροθανάσης ή Κατής, ο Γεώργιος Στρεβενιώτης, ο Πάνος Γιώτης, ο Χρήστος Καλύβας κ.ά.

Όπως μας πληροφορεί το συγκεκριμένο δημοσίευμα, κεντρικός ομιλητής εκείνης της συγκέντρωσης στην Αγία Σωτήρα ήταν το μέλος της διοίκησης του Σωματείου Καπνεργατών Αγρινίου και αρχειομαρξιστής Γιάννης Θέμελης.

Το αφιέρωμα, όπως είναι λογικό, αναφέρεται και στους δύο νεκρούς των απεργών: τη Βασιλική, σύζυγο του Γεωργίου Γεωργαντζέλη, η οποία ήταν έγκυος, και τον Θεμιστοκλή Νικολάου Καραμιχάλη. Τραυματίστηκαν επίσης βαριά, όπως αναγράφεται, περισσότεροι από 30 καπνεργάτες, μεταξύ των οποίων και ο Π. Τσαμπάς, του οποίου ακρωτηριάστηκε το χέρι.

Σημαντική είναι επίσης η πληροφορία ότι ο λαός του Αγρινίου έδειξε μεγάλη συμπαράσταση στους απεργούς. Όπως αναφέρεται, τα καταστήματα τροφίμων δώριζαν τρόφιμα ή παρείχαν πίστωση στους καπνεργάτες. Οι φουρνάρηδες της πόλης έδιναν και αυτοί δωρεάν καρβέλια ψωμί, ενώ ο Αριστείδης Παρθένης μαγείρευε δωρεάν για τους απεργούς στην ταβέρνα του. Ο ίδιος δώρισε στο Εργατικό Κέντρο Αγρινίου τη φωτογραφία της κηδείας της Γεωργαντζέλη και του Καραμιχάλη, την οποία βλέπετε παρακάτω.

Η απεργία συνεχίστηκε μέχρι τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου με το λαό της πόλης να στηρίζει τους απεργούς. Καταστήματα τροφίμων έδιναν προϊόντα με πίστωση, φούρνοι μοίραζαν ψωμί και ο ταβερνιάρης Αριστείδης Παρθένης μαγείρευε δωρεάν. Αργότερα, σύμφωνα με ανακοίνωση του Εργατικού Κέντρου Αγρινίου, οι αρτοποιοί διέκοψαν την πίστωση έπειτα από πίεση του Καπνεμπορικού Συλλόγου οπότε εργατικά σωματεία από άλλες πόλεις άρχισαν  να συγκεντρώνουν χρήματα για τις οικογένειες των απεργών.

Την ίδια ώρα συνεχιζόταν η καταστολή. Οι Λ. Ντούβας, Ε. Αναστασίου και Φ. Μαυρίδης κρατούνταν στο Τμήμα Μεταγωγών, παρά τις διαταγές για την απελευθέρωσή τους. Ο καπνεργάτης Βασίλειος Ασίκης εξορίστηκε στην Ανάφη για οκτώ μήνες, επειδή χαρακτηρίστηκε κομμουνιστής και «επικίνδυνος» για τη δημόσια τάξη. (Ιδιώνυμο)

Εκείνος ο Αύγουστος του 1926 έδειξε καθαρά ότι η σύγκρουση δεν αφορούσε μόνο μερικές δραχμές στο ημερομίσθιο. Αφορούσε κυρίως το δικαίωμα των εργαζομένων να οργανώνονται, να απεργούν και να διεκδικούν χωρίς να αντιμετωπίζονται ως εχθροί. Κι ας μη ξεχνάμε ότι οι δύο νεκροί του Αγρινίου δεν χάθηκαν σε ένα τυχαίο επεισόδιο, αλλά έπεσαν σε έναν οργανωμένο εργατικό αγώνα, απέναντι σε μια εργοδοσία που αρνήθηκε τις αυξήσεις και σε ένα κράτος που επέλεξε να απαντήσει με όπλα, συλλήψεις και εξορίες, απέναντι σε μια «Δικαία απαίτηση: ή 100 δράμια ψωμί ή έναν χρόνο απεργία».

 

 


Πηγές: 1. Γ. Παπατρέχας, Η ιστορία του Αγρινίου, έκδοση Δήμου Αγρινίου, 1993 | 2. Κωνσταντίνα Μπάδα, Μαρία Αγγέλη, Οι γυναίκες του καπνού, Πάτρα, 2007· | 3. Β. Πατρώνη, «Ο καπνός και το καπνεργατικό κίνημα» | 4. Ελευθεροτυπία – Ιστορικά, 26/9/2002, σσ. 30–35 | 5. Β. Πατρώνη, «Οικονομία του καπνού και το καπνεργατικό ζήτημα στο Αγρίνιο του Μεσοπολέμου», στον συλλογικό τόμο Η μνήμη του επαρχιακού αστικού τόπου και τοπίου: Το Αγρίνιο μέχρι τη δεκαετία του ’60, εκδόσεις Μεταίχμιο και Δήμος Αγρινίου, 2003 | 6. Μαρία Αγγέλη, Ο κόσμος της εργασίας: Γυναίκες και άνδρες στην παραγωγή και επεξεργασία του καπνού, Ιωάννινα, 2007 | 7. Ε. Παπαστράτος,  Η δουλειά και ο κόπος της, Αθήνα, 1964, σ. 100. | 8. Γ. Πέγιου, Από την ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος της Καβάλας, 1922–1953, ΟΑΕΔ, Αθήνα, 1984. | 9. Εφημερίδα  Εμπρός, 11/8/1926, έτος 30ό, αρ. φύλλου 10.691, σ. 1. | 10. Εφημερίδα Ο Εργαζόμενος Αιτωλοακαρνανίας και Ηπείρου, Ιούλιος 1977, αρ. φύλλου 14. | 11. Εφημερίδα Εμπρός 14/8/1926 , έτος 30ον, αρ. φύλλου 10.694, σελ.: 2 | 12. Ριζοσπάστης 24/8/1926, Περίοδος Γ΄, Χρόνος Θ΄, αρ. φύλλου 2, σελ.: 3 | 13. Ριζοσπάστης 25/8/1926, Περίοδος Γ΄, Χρόνος Θ΄, αρ. φύλλου 3, σελ.: 3 | 14. Ριζοσπάστης 26/8/1926, Περίοδος Γ΄, Χρόνος Θ΄, αρ. φύλλου 4, σελ.: 3 | 15. Ριζοσπάστης 29/8/1926, Περίοδος Γ΄, Χρόνος Θ΄, αρ. φύλλου 7, σελ.: 3 | 16. Ριζοσπάστης 1/9/1926 Περίοδος Γ΄, Χρόνος Θ΄, αρ. φύλλου 10, σελ.: 1.
Φωτογραφία Τίτλου:
Πηγή φωτογραφίας:

Έρευνα – Κείμενα: Λ. Τηλιγάδας
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


Περισσότερα από AgrinioStories

Δολιανά Πωγωνίου |  10/8 – 16/8 | Δολιανίτικες Αγκαλιές

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ 9ῃ Αυγούστου | 1926: «Δικαία απαίτησις: …»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *