3 Δεκεμβρίου 2022

Νυχτερινή περιπέτεια – Ο συνταγματάρχης Σολίνα

Η ευεργετική δράση του Σολίνα συνεχίστηκε με συνέπεια
και δίχως καμιά «παρέκκλιση» ως το τέλος.

  • Ένα κείμενο του Αντρέα Τσαπάρα
  • Πηγή: «αρχείον Αγρινίου», τεύχος 12
  • Δείτε ΕΔΩ το 1ο μέρος του κειμένου

Νυχτερινή περιπέτεια

Σ’ όλο τούτο το διάστημα, που οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε η «επιχείρηση της σιωπηλής διαφυγής», όπως την ονομάσαμε, η δική μας μικρή ομάδα- τρία μέλη της Γραμματείας- είχε μείνει αμετακίνητη στο σπίτι που πήγαμε από την αρχή γυρίζοντας από το Ζαπάντι. Με τη βαριά φροντίδα να κινητοποιήσουμε άμεσα την οργάνωση στη δύσκολη κείνη στιγμή, λες κι είχαμε αποξεχαστεί. Κι όταν κι ο τελευταίος «σύνδεσμος» ήρθε να μας ανακοινώσει πως όλα έγιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα και τις εντολές, τότε κοιτάξαμε ξανά το ρολόι μας. Η ώρα πλησίαζε δέκα και σε λίγο η κυκλοφορία θα σταματούσε. Σηκωθήκαμε και καθώς κατεβήκαμε βιαστικά τη σκάλα, σταθήκαμε αναποφάσιστοι μπροστά στην εξώπορτα.

– Κι  εσείς πού θα πάτε να φυλαχτείτε απόψε; ακούστηκε μια φωνή από δίπλα.

Γυρίσαμε προς τα εκεί κι αναγνωρίσαμε το Δήμο Αυγούλη. Ήταν ο αδελφός του Κωστάκη, που όμως ως εκείνη τη στιγμή ξέραμε πως δεν είχε καμιά ανάμειξη στην οργάνωση. Παραξενευτήκαμε κι απαντήσαμε.

– Ακόμα δεν έχουμε αποφασίσει.

– Τώρα είναι πια αργά, για να σκεφτείτε. Ελάτε μαζί μου κι έχω εγώ σπίτι για σας.

Μια που δεν είχαμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε, τον ακολουθήσαμε. Πριν όμως πάμε στο άγνωστο κατάλυμα που προόριζε για μας ο Δήμος, έπρεπε προηγούμενα να περάσουμε από άλλο σπίτι, όπου φυλάγαμε τα σπουδαιότερα στοιχεία από το αρχείο της οργάνωσης. Φτάσαμε, ταχτοποιήσαμε βιαστικά τον «κρυμμένο μας θησαυρό», πήραμε μαζί μας και μερικά «χαρτιά» που μας χρειάζονταν και ξεκινήσαμε με βήμα κάπως ανοιχτό- γιατί η ώρα είχε περάσει πια- να φτάσουμε εκεί όπου επιτέλους θα διανυχτερεύαμε. Εκεί όπου θα τελείωνε έστω και για μια βραδιά η «περιπέτεια». Καθώς λοιπόν, προχωρούσαμε δυο-δυο με κάποια επιδειχτική αφροντισιά κι αδιαφορία, ακούσαμε  το ρολόι της πόλης να χτυπάει 10:00. Και σε λίγο, μια που οι δρόμοι ήταν τώρα άδειοι διακρίναμε μες στο σκοτάδι τα πρώτα αποσπάσματα των Ιταλών να κινούνται για να πραγματοποιήσουν το μεγάλο σχέδιο της Καραμπιναρίας. Θυμάμαι καλά, πως φτάνοντας στον κεντρικό δρόμο κάτω από την πλατεία είδαμε το σπίτι του Δημάρχου κυκλωμένο από μεγάλη περίπολο. Από δω θ’ αρχίσουν οι φίλοι μας, είπαμε. Το σχέδιο, φαίνεται, έχει προβλέψει ακόμα και για την τήρηση της ιεραρχίας.

Εμείς, ωστόσο, που είχαμε μείνει οι τελευταίοι και γι’ αυτό πολύ ύποπτοι διαβάτες της νύχτας αυτής, έπρεπε να περάσουμε μέσα από τον «κλοιό». Και μια και δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα πια για υποχώρηση, περάσαμε. Και το περίεργο είναι πως οι Καραμπινιέροι δε μας σταμάτησαν κι ούτε καν μας έκαναν μια τυπική παρατήρηση. Την ώρα τούτη των «μεγάλων επιχειρήσεων» ο επικεφαλής φασίστας αξιωματικός πολύ σωστά σκέφτηκε πως οι καθυστερημένοι αυτοί, ακόμα κι επικίνδυνα μέλη της οργάνωσης αν είναι, όπου και να πάνε για διανυχτέρευση θα πιαστούν. Το σχέδιο ήταν, τόσο λεπτομερειακό και καλομελετημένο, ώστε με την εφαρμογή του πίστευε, πως κανένας δε θα μπορούσε να γλιτώσει.

Αφού ξεπεράσαμε και το τελευταίο αυτό «κακό συναπάντημα», φτάσαμε με αρκετή καθυστέρηση στον προορισμό μας και, με μεγαλύτερη προφύλαξη, μπήκαμε και οι τέσσερις στο σπίτι που θα περνούσαμε τη νύχτα. Ήταν κάπου κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Με τις συστάσεις του Δήμου, οι νοικοκυραίοι, οι καλοί αυτοί άνθρωποι και πατριώτες, που δεν είχαν ίσαμε τότε καμιά σχέση με την οργάνωση, μας δέχτηκαν φιλόξενα και μας περιποιήθηκαν με όλα τα μέσα που θα μπορούσαν τότε να διαθέσουν. Κι εμείς, ύστερα από το πρόχειρο δείπνο της παρανομίας, αποσυρθήκαμε στο δωμάτιο που ετοίμασαν για μας κι ως πολύ αργά τη νύχτα σκεπτόμασταν πώς θα αντιμετωπίσουμε τη νέα αυτή κατάσταση που δημιουργούσε η «επίθεση» αυτή του εχθρού. Έπρεπε, πριν απ’ όλα, ν’ αποχτήσουμε από την άλλη κιόλας μέρα επαφή. Κι ο αγώνας να συνεχιστεί.

Όπως και να το πεις, η αλήθεια είναι πως η νύχτα πέρασε με αγωνία. Και μόλις ξημέρωσε θελήσαμε γλήγορα να μάθουμε σε ποιο βαθμό άντεξε πραχτικά η «επιχείρηση της διαφυγής». Στην κατάσταση που βρισκόμασταν τώρα μονάχα ο Δήμος μπορούσε να μας βοηθήσει. Τον κατατοπίσαμε, του καθορίσαμε τις μετρημένες κινήσεις που έπρεπε να κάνει στην πόλη για να συναντηθεί με ορισμένα «πρόσωπα», του δώσαμε κι ένα σημείωμα αναγνώρισης και μόλις έφτασε η ώρα της ελεύθερης κυκλοφορίας, τον εξαποστείλαμε. Αυτός ήταν, ας πούμε, η περιστερά του Νώε ύστερα από τον «κατακλυσμό» των συλλήψεων. Καθώς η ώρα περνούσε δύσκολα, μας φάνηκε πως άργησε πολύ ο Δήμος να γυρίσει από την εξερευνητική του αποστολή. Αλλά στο τέλος ήρθε γελαστός, με κλάδο ελαίας. Οι πληροφορίες που μας έφερε ήταν περισσότερο από καλές- ήταν θαυμάσιες. Το σχέδιο της Καραμπιναρίας σημείωσε ολοκληρωτική αποτυχία. Εκείνη τη νύχτα οι Ιταλοί συλλήψεις δεν μπόρεσαν να κάνουν, γιατί κανένας «ύποπτος» δε βρέθηκε στη θέση του. Κι έτσι άρχισαν να πιστεύουν από τότε στα σοβαρά πως οι αγωνιστές του ΕΑΜ, που τους πολεμούσαν μέσα κι έξω από την πόλη δεν ήταν άνθρωποι, παρά φαντάσματα…

Ο Δήμος βγήκε κι άλλες φορές κείνη την ημέρα με σημειώματα που έπρεπε οπωσδήποτε να δοθούν στους «υπεύθυνους», για να πραγματοποιηθούν, όσο επιτρέπανε πια οι περιστάσεις, μερικές από τις εκδηλώσεις που είχαμε αποφασίσει για τις 25 του Μάρτη. Οι αποστολές αυτές ήταν οι «εξετάσεις», που έδωσε ο καλός φίλος και η επίδοσή του σ’ αυτές ήταν τόσο εξαιρετική, που τον βαθμολογήσαμε όλοι μας με άριστα. Από τότε στρατεύτηκε κι αυτός στην οργάνωση και πολέμησε ως το τέλος τον καταχτητή από τις γραμμές του ΕΛΑΣ. Το βράδυ φύγαμε μαζί από το φιλόξενο σπίτι και περνώντας από τους πιο απόμερους δρόμους εγκατασταθήκαμε, πάλι για λίγο, σε άλλη πιο σίγουρη κατοικία. Εκεί χωρίσαμε με το Δήμο, αφού πρώτα του σφίξαμε με συγκίνηση το χέρι.

Η αποτυχία αυτή των Ιταλών στάθηκε μια μεγάλη δική μας επιτυχία, που είχε άμεσα κι ευεργετικά αποτελέσματα για την οργάνωση. Ο κόσμος πείστηκε από τη δύναμη και την ικανότητά της ν’ αντιμετωπίζει νικηφόρα και τις πιο δύσκολες περιστάσεις.

Οι προσχωρήσεις πατριωτών, που θα βοηθούσαν πολύ στη συνέχιση και την ένταση του αγώνα, ενάντια στους φασίστες καταχτητές, ήταν από τότε μαζικές. Πολλοί από αυτούς, που πρόσφεραν φιλόξενα τα σπίτια τους κείνη τη νύχτα στους διωκόμενους, έγιναν σε λίγο συναγωνιστές μας κι έγραψαν κι αυτοί την ιστορία τους στην απελευθερωτική προσπάθεια του λαού της περιφέρειας. Η οργάνωση προχωρούσε γλήγορα στην ολοκλήρωσή της.

 

Ο συνταγματάρχης Μάριο Σολίνα

 

Την άλλη μέρα η είδηση για την αποτυχία της Καραμπιναρίας σκόρπισε βέβαια χαρά κι ενθουσιασμό σ’ όλους τους Έλληνες αλλά στους Ιταλούς δημιούργησε, αντίθετα, σάλο. Πώς κι από πού είχε διαρρεύσει το μεγάλο μυστικό; Ποιος ήταν ο επικίνδυνος πληροφοριοδότης, που τόσο έγκαιρα και αποφασιστικά ειδοποίησε την οργάνωση; Τα ερωτήματα αυτά έμειναν γι’ αυτούς ως το τέλος δίχως απάντηση. Γιατί ποτέ κανένας τους δε θα μπορούσε ούτε και να φανταστεί πως ο υπεύθυνος για την τρομερή αυτή «αντιπατριωτική» ενέργεια ήταν ο συνταγματάρχης του Ιταλικού Στρατού, Μάριο Σολίνα.

Αξίζει πραγματικά, ν’ αναφερθεί πολλές φορές και να γίνει ευρύτερα γνωστό το όνομα του ανώτερου αυτού Ιταλού αξιωματικού, που ήταν Πρόεδρος του Στρατοδικείου Ηπείρου-Δυτικής Στερεάς με μόνιμη έδρα το Αγρίνιο. Όλοι οι αγωνιστές της εποχής εκείνης, που σαν κατηγορούμενοι τον αντίκρυσαν να προεδρεύει στο Ιταλικό  Στρατοδικείο κι είδαν στο τέλος της δίκης αναπάντεχα ν’ αθωώνονται- όλοι αυτοί θα τον θυμούνται πάντα με συγκίνηση. Κι όχι μονάχα αυτοί, μα και πολλοί που είχαν τότε ακούσει για τα καλά του αισθήματα.

Ο Μάριο Σολίνα, λοιπόν, εκείνο το βράδυ της επιστροφής μας από τη μεγάλη σύσκεψη βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση. Πάσχιζε από το πρωί να μας μεταδώσει έγκαιρα την πληροφορία για τον κίνδυνο που διατρέχαμε. Όμως δεν έβρισκε τον τρόπο, δεν έβλεπε το κατάλληλο πρόσωπο που θα μπορούσε να του εμπιστευθεί το μεγάλο μυστικό. Ο  άνθρωπος που αναζητούσε κι είχε ειδική εξουσιοδότηση να διατηρεί, σε σπάνιες περιπτώσεις, επαφή μαζί του ήταν ο Κωστάκης Αυγούλης. Αυτός, όσο κρατούσε η σύσκεψη, έλειπε, φυσικά, από την πόλη. Γι’ αυτό, όταν αργά το βράδυ του γυρισμού τον είδε να κυκλοφορεί, ο ανήσυχος Σολίνα, που προσποιούταν ως τότε τον αδιάφορο περιπατητή, τον τράβηξε σε κάποια σκοτεινή γωνιά και, παραβλέποντας κάθε κίνδυνο να γίνει αντιληπτός, του αποκάλυψε στα πεταχτά την εμπιστευτική πληροφορία. Και μονάχα τότε ησύχασε.

Η ευεργετική δράση του Σολίνα συνεχίστηκε με συνέπεια και δίχως καμιά «παρέκκλιση» ως το τέλος. Ισχυρή προσωπικότητα καθώς ήταν, είχε δημιουργήσει και επιβάλει στη Διοίκηση και στο Στρατοδικείο μιαν ατμόσφαιρα επιείκειας, ας πούμε, και «ανθρωπιάς», που ερχόταν σε φανερή αντίθεση με τη θηριωδία της απάνθρωπης φασιστικής κατοχής και του πολέμου. Με την τακτική αυτή έσωσε τη ζωή εκατοντάδων αγωνιστών που, ανάλογα με τις περιστάσεις, είτε τους αθώωνε, είτε τους καταδίκαζε σε ποινές ολότελα ασήμαντες. Γι’ αυτό και η φήμη του «καλού» δικαστή και προέδρου, που κυκλοφορούσε τότε σ’ ολόκληρη την πόλη, ξεχωρίζοντάς τον από τους άλλους, τον έκανε συμπαθητικό. Ο λαός τον ένιωθε κάπως «δικό» του.

 

Συνεχίζεται…

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ιστορία της Αντίστασης 1940 -45, εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1979. Είναι συλλογικό έργο μιας μεγάλης συγγραφικής ομάδας τον συντονισμό της οποίας είχε ο Βάσος Γεωργίου


AgrinioStories