7 Φεβρουαρίου 2023

Λυκοχαβιά – Έξι ιστορίες εμπνευσμένες από τη νεότερη ελληνική ιστορία

Η Λυκοχαβιά
Είναι το πρώτο βιβλίο του Αγρινιώτη Κώστα Μπαρμπάτση

  • της Μαρίας Αγγέλη,
    Δρ Κοινωνικής Λαογραφίας.

Πριν αναφερθούμε στο βιβλίο, θα παρουσιάσω ένα σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Κ. Μπαρμπάτσης γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Εδώ και πολλά χρόνια ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Εφαρμοσμένη πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος με ειδίκευση στην εκπαιδευτική τεχνολογία και στα πολυμεσικά περιβάλλοντα. Παρακολουθεί το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημιουργική γραφή» της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΕΑΠ. Από το 2004 διδάσκει Πληροφορική στο δημόσιο σχολείο.

Ο ίδιος σε συνέντευξή του  στην Athens Voice λέει: «Κατάγομαι από τη μεριά της μητέρας μου από το Αγρίνιο και από τη μεριά του πατέρα μου από την περιοχή Ξηρόμερο στην Ακαρνανία. Συγκεκριμένα από το Δρυμό, ένα χωριό πριν τη Βόνιτσα, μέσα στον Αμβρακικό κόλπο. Μεγάλωσα στο Αγρίνιο αλλά από παιδί ως και μετά το τέλος του λυκείου, γιορτές και καλοκαίρια, τα περνούσαμε εκεί, στο χωριό. Όλοι οι συγγενείς ασχολιόταν με τον καπνό. Σηκώνονταν απ’ το χάραμα για να μαζέψουν τα φύλλα στο χωράφι και ως το απόγευμα αρμάθιαζαν στην αυλή. Εκεί ανάμεσα στα άλλα, θυμάμαι να λένε ιστορίες ή διάφορα περιστατικά που είχαν συμβεί στο παρελθόν. Η γιαγιά μου η Σπυριδούλα, μάνα του πατέρα μου, διηγιόταν παραμύθια. Κάποια απ’ αυτά τα είχε ακούσει, αλλά τα περισσότερα τα έφτιαχνε η ίδια.[…].

Πέρα από αυτές τις επιρροές, ο Κώστας άντλησε υλικό για τις ιστορίες του και από το μικρό μαγαζί, μπακάλικο, που είχε η μητέρα του στο Αγρίνιο…

O Kώστας Μπαρμπάτσης, όπως καταλαβαίνετε,  υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας πολλών ιστοριών είτε στο χωριό του πατέρα του, το Δρυμό, είτε στο μαγαζί της μητέρας του στο Αγρίνιο. Υπήρχε «το προζύμι» για να χρησιμοποιήσω μια ξηρομερίτικη έκφραση κι όταν ωρίμασε, με την κατάλληλη τέχνη, ο συγγραφέας έπλασε το πιο καλό ψωμί…

 

 

Ο τίτλος του βιβλίου: Λυκοχαβιά. Μια λέξη, ένας πρωτότυπος τίτλος. H «λυκοχαβιά» αν και «παροπλισμένη» λέξη σήμερα, γίνεται τίτλος μιας ενδιαφέρουσας Συλλογής ιστοριών, όπου κυριολεκτικά και μεταφορικά υπάρχουν λύκοι.

Καταρχάς θα εξηγήσω τη σημασία  της λέξης: Λυκοχαβιά, λέγεται το δέρμα από την περίμετρο του στόματος του λύκου. Ήταν κάτι σαν φυλαχτό, σύμφωνα με τις λαϊκές αντιλήψεις,  που προσέδιδε μαγικές ικανότητες σε όποιον την είχε πάνω του. Για να φτιάξουν τη «λυκοχαβιά» οι τσοπάνηδες κυρίως των περιοχών που διαδραματίζονται οι ιστορίες, σκότωναν ένα λύκο, τον κρέμαγαν ανάποδα κι έκοβαν με προσοχή το δέρμα που είναι γύρω από το στόμα του. Στη συνέχεια το ξέραιναν στον ήλιο. Μετά το πήγαιναν στην εκκλησία για να λειτουργηθεί σαράντα (40) μέρες. Αυτό το ξεραμένο και «λειτουργημένο» δέρμα του λύκου είχε μετατραπεί σε «λυκοχαβιά» φυλαχτό. Όποιος το είχε πάνω του «χάβωνε», όποιον είχε απέναντι. Το ρήμα «χαβώνω» στο ξηρομερίτικο ιδίωμα σημαίνει εξαπατώ, ασκώ υποβολή. Κυρίως αυτό «το φυλαχτό» ήταν χρήσιμο στα δικαστήρια. Αν κάποιος  είχε μια δίκη, και  έφερε πάνω του «λυκοχαβιά», σίγουρα, όπως έλεγαν, κέρδιζε. Στο ομώνυμο διήγημα ο συγγραφέας αναφέρει:

« Και  δίχως να ρωτήσει τα παρακάτω ο Νικολός, άρχισε να λέει πως προτού κάτι μέρες είχε ένα δικαστήριο στα Γιάννενα. Για μια παλιοϋπόθεση που τραβιότανε χρόνια τώρα.[…]. Αλλά με το που ο Γάκιας έσφιξε τη λυκοχαβιά στη χούφτα, αυτό ήτανε. Χάβωσε ο πρόεδρος, κι από κει και πέρα δεν έβγαλε μιλιά. Κι αυτός κι όλοι όσοι κάθονταν εκειά ψηλά. Σα πιωμένοι έλεγε πως τον κοίταζαν και μόνο σα συνείφεραν λίγο, βάλανε κάτι χαρτιά στα στόματα κι «Αθώος ο κατηγορούμενος», είπανε. […]. Και σα βγήκανε, πήρε αγκαζέ το δικηγόρο ο Γάκιας και πήγανε σ’ ένα καφενείο για ούζα. Κι εκεί που του ’λεγε για το πώς έπιασε τη λύκαινα και πώς της πήρε τη λυκοχαβιά, τους ακούει ένας από διπλανό τραπέζι. Ένας πραματευτής απ’ την Άρτα. Έφερε την καρέκλα κοντά κι «΄Αμα μου βρεις κι άλλα σαν αυτό, θα βγάλουμε πολλά λεφτά», του ’πε. «Ξέρω ανθρώπους που ως και λίρες χρυσές δίνουνε» (σελίδες70,71,72).

Βλέπετε πόση μεγάλη αξία είχε η «λυκοχαβιά»! Και πόση πίστη είχαν στα μαγικά φυλαχτά οι άνθρωποι της εποχής…

Η συλλογή Λυκοχαβιά είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα. Σ’ αυτό αφηγείται έξι ιστορίες εμπνευσμένες από τη νεότερη ελληνική ιστορία και «ειπωμένες» με την ντοπιολαλιά των περιοχών στις οποίες διαδραματίζονται.

Ο συγγραφέας αντλεί τις ιστορίες του από το παρελθόν ενός τόπου του οποίου γνωρίζει πολύ καλά την ανθρωπογεωγραφία και τα γλωσσικά του θησαυρίσματα… Ανασύρει στο φως ιστορικά γεγονότα της περιόδου του Πολέμου του ’40, της Κατοχής, του Εμφυλίου και της Μετανάστευσης των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών… Τα γεγονότα διαδραματίζονται στην Αιτωλοακαρνανία, κυρίως στην περιοχή Ξηρομέρου, και στη γειτονική  Ήπειρο. Το χρονικό και τοπικό πλαίσιο είναι προσδιορισμένο.

Ο αναγνώστης   όμως  «ακούγοντας» αυτές τις ιστορίες παρακολουθεί παράλληλα και άλλα θέματα τοπικής ιστορίας της εποχής… Είναι η σκληρή καθημερινότητα των ηρώων της υπαίθρου που παλεύουν για να επιβιώσουν και ταυτόχρονα έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τη βαρβαρότητα του πολέμου του ’40, της ναζιστικής κατοχής, του αδελφοκτόνου πολέμου που ακολούθησε…

Βασικές εργασίες των ανθρώπων της περιοχής ήταν η  κτηνοτροφία και η καπνοκαλλιέργεια. Γιδοβοσκοί και καπνάδες οι περισσότεροι αγωνίζονται για την επιβίωση. Αγράμματοι ή ημι-αγράμματοι, λόγω συνθηκών, δένονται με τον τόπο, τα ζώα τους, τα καπνά, τα καλαμπόκια…

  Οι ίδιοι είναι φορείς και συντελεστές μιας συνεχιζόμενης λαϊκής παράδοσης. Μύθοι, ιστορίες, παροιμίες, ανέκδοτα και δημοτικά τραγούδια διατηρήθηκαν «από στόμα σε στόμα» χάρη σ’ αυτούς. Διατηρήθηκαν επίσης, αρκετές προλήψεις και δεισιδαιμονίες…

Αυτοί οι απλοί άνθρωποι διατηρούν επίσης, ένα λεξιλογικό πλούτο(!), τον οποίο γνωρίζει άριστα, θα πω, ο συγγραφέας. Αυτός ο πλούτος των λέξεων και λαϊκών φράσεων του Ξηρομέρου, ίσως και των γειτονικών περιοχών, είναι διάχυτος στα αφηγήματά του. Λέξεις και εκφράσεις του Ξηρομέρου, που μπορεί να μην μιλιούνται σήμερα, διασώζονται στη γραφή του Κ. Μπαρμπάτση. Οι ήρωες «μιλάνε» την ντοπιολαλιά τους και ο αφηγητής την ίδια …

Ο συγγραφέας στη συνέντευξή του αναφέρθηκε στη βιωματική σχέση με την «ξηρομερίτικη» γλώσσα και τους ιδιωματισμούς. Την άκουγε στο οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον. Ήταν η γλώσσα των παππούδων του, με αυτή του μιλούσαν, του αφηγούνταν παραμύθια και ιστορίες! Και ο ίδιος την κατέγραφε στη μνήμη του… Και όταν έπλασε τις δικές του ιστορίες και τους ήρωές του την ανέσυρε και την ακούμε έτσι αυθεντική και γοητευτική… Δίχως εξωραϊσμούς και «φκιασίδια». Μόνο έτσι προσφέρει στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη αίσθηση της πραγματικότητας, που σήμερα υπάρχει πλέον στις αναμνήσεις των προηγούμενων γενεών. Είναι αυτές οι λέξεις, νομίζω, που «χτυπάνε» στο συναίσθημα του αναγνώστη…  Ως Ξηρομερίτισσα, πολύ την ευχαριστήθηκα αυτή την ντοπιολαλιά που «άκουσα» στη Λυκοχαβιά.

Ο ίδιος λέει: «Οι ήρωες των διηγημάτων μόνο με αυτή τη γλώσσα θα μπορούσαν να «μιλήσουν». Κι αυτό γιατί μια ενδεχόμενη χρήση λέξεων της καθομιλουμένης ή μια πιο λογοτεχνίζουσα γλώσσα, θα λειτουργούσε εις βάρος της αληθοφάνειας αλλά και του συναισθήματος που ήθελα να περάσω στον αναγνώστη. Να πω εδώ, ότι ακόμη και στα διηγήματα όπου δεν υπάρχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο λόγος του αφηγητή ακολουθεί σχεδόν το ίδιο ύφος. Δεν ήθελα έναν συνηθισμένο παντογνώστη αφηγητή, αλλά έναν αφηγητή που θα παραπέμπει σε κάποιον που κάθεται δίπλα σου και σου αφηγείται ένα γεγονός…».

Θα συμφωνήσω μαζί του.

Μου άρεσαν όλα τα διηγήματα της Λυκοχαβιάς. Δεν με χάβωσαν. Με συγκίνησαν !

 

 

Οι ήρωες των διηγημάτων:

 Ο Πάνος, πήρε το δρόμο της ξενιτειάς μεταπολεμικά και απογοητεύτηκε. Αυτός που ζούσε με το γιδοκόπαδο στη φύση βρέθηκε ανειδίκευτος εργάτης σε μια αυτοκινητοβιομηχανία… Και εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του στον ξάδελφό του:

«Τι να πω και ’γω, ωρέ ξάδερφε. Άσχημα μου ’κατσε ο ξένος τόπος. Δεν μπορώ άλλο, θα φύγω, θα πάω πίσω.
Είναι κι αυτήνη η παλιοδλειά, ωρέ παιδί. Αλλιώς τα περίμενα. Δεν είμαι ’γώ για εργοστάσια. Είμαι άμαθος σε τέτοια πράματα και γλήγορα αποσταίνω.
Κι όξω απ’ την κούραση είναι κι η φασαρία. Ώρες βουίζνε τ’ αυτιά μου μετά το σκόλασμα. Ένα πράμα λες κι έχω σφήκες μες το κεφάλι. Ούτε στον ύπνο δε μερεύω. Το πιστεύεις, ακόμη κι εκειά μηχανές γρικάω…» (σελίδες 11,12 ).

Η Σεβαστή έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρότητα του πατέρα της που δε σεβάστηκε την ευαισθησία και την αγάπη της για το Ζαχαρία. Ήταν Σεπτέμβρης του ’44. Εκείνη σπάραζε στο κλάμα ζητώντας να φέρουν πίσω τον αγαπημένο της, πατέρα του παιδιού που κυοφορούσε. Και της τον έφερε, «το γιο του Οβραίου», ο ίδιος ο πατέρας της, «πεσκέσι», σ’ ένα τσουβάλι που τ’ άδειασε στο πάτωμα…[Συγκλονιστική σκηνή…].

Ο ορφανεμένος Τσίλιας, από τότε που οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα του, Γενάρη του ’42, μουγγάθηκε και του ’δωσαν το παραγκώμι «Μούτος». Ο μπαρμπα Νικολός τον πήρε βοσκόπουλο στο μαντρί του. Ζούσε στο λόγγο το παιδί  με τα γίδια και με συντροφιά του ένα λυκόπουλο, το Ζάρκο…

Ο Λευτέρης, λοχαγός στο Αλβανικό μέτωπο, είχε υποσχεθεί, πως έστω κι ένας φαντάρος να έμενε ζωντανός θα τον πήγαινε ο ίδιος στον τόπο του. Και τον πήγαινε τον τελευταίο φαντάρο, αλλά εκείνος αψήφησε το θεό, το φιλόξενο Αλβανό, το λοχαγό του και σήκωσε τουφέκι από την αυλή και πυροβόλησε την κόρη στο μπαλκόνι… Και ο λοχαγός τον «άφησε στον τόπο», εκεί στον Τόπο του.

Η Γιωργία, χρόνια βολοδέρνει στα λεωφορεία, αναζητώντας ένα βλέμμα, ένα λόγο του Κωσταντή… Στο πρακτορείο στη Ζήνωνος, στον Κεραμεικό αργότερα, και τώρα τελευταία στον Κηφισό. Από το ’49 τον πιάσανε. Είναι τώρα ’71 κι ακόμα εκείνη τον αναζητά ανάμεσα στον κόσμο που ταξιδεύει…

Ο Λώλος που γέλαγε βροντερά, που περνούσε τόσα κι όμως εξακολουθούσε να γελά…Το τελευταίο διήγημα με πρωταγωνιστή το Λώλο με τίτλο:  «Ζωντανό σκιάχτρο», είναι, νομίζω, το πιο σπαρακτικό κείμενο που έχω διαβάσει για τη διαφορετικότητα.

Ο λωλός του χωριού που έγινε «Λώλος», ήταν ο Γιάννης που είχε μια ιδιαιτερότητα να γελά, μόνο να γελά ξεκαρδιστικά! Ακόμη κι όταν οι βασανιστές του τον κρέμασαν ζωντανό σκιάχτρο στο χωράφι, αυτός συνέχισε να γελά … μέχρι που σώπασε για πάντα.

Παραθέτω απόσπασμα:

«Λώλο τον φώναζαν. Γιάννη τον λέγανε κανονικά, αλλά όλοι Λώλο τον φώναζαν. Ιδιαίτερα απ’ όταν ξεφοβήθηκαν και μετά του ’βαναν αβέρτα αέρα. «Λωλός» ο ένας, «λωλός» ο άλλος, ώσου το λωλός έγινε Λώλος και του ’μεινε. Κι ήταν ήσυχος ο κακομοίρης, κανέναν δεν πείραζε, μόνο γέλαγε. Αλλά μιλάμε για ξεκάρδισμα τώρα, όχι τίποτα ξεψυχίσματα.[…] Και σα το καθάρισε κι ένας μόνο ξύλινος σταυρός απόμεινε, έπιασε απ’ τη φανέλα το Λώλο και τον τράβηξε πάνω. […] Και κει πάνω που ήταν ο Λώλος, το γέλιο δεν έλεγε να το σταματήσει. Κοίταζε τον ένα μετά τον άλλον, σα να πίστευε πως με παιγνίδια έχουν να κάνουν όλα αυτά. Κι όσο τον έβλεπαν οι Γερμανοί, τόσο τρελαίνονταν. Φωνές, βρισίδια, κάποιοι μάλιστα κόψανε καλαμιές και τον ράβδισαν στα ποδάρια, στα πλευρά, τον σακάτεψαν. Αλλά ο Λώλος ούτε βόγκαγε ούτε έκλαιγε, παρά μόνο γέλαγε…» (σελίδες165,180 ).

Προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε το βιβλίο του Κ. Μπαρμπάτση. Ένα βιβλίο που από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα καθηλώνει τον αναγνώστη… Ένα βιβλίο που ως σκηνικό του είναι η ύπαιθρος της Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας, συγκεκριμένα το Ξηρόμερο, και πρωταγωνιστές οι απλοί άνθρωποι, οι ήρωες της καθημερινότητας που με συμπάθεια απαθανατίζει με την πένα του ο συγγραφέας.

Κύριε Μπαρμπάτση, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το πρώτο σας βιβλίο!

Περιμένουμε με αγωνία το επόμενο…

 

 

Το παρόν κείμενο είναι η ομιλία της Μ. Αγγέλη που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Μπαρμπάτση. Η παρουσίαση συνδιοργανώθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος και το βιβλιοπωλείο Αγαύη. Πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022 στις 19:00 στην ωραία Τσαγερία «Το Μύρτιλο» στο Αγρίνιο. Για το βιβλίο μίλησαν: ο Στέλιος Μερμίγκης, νοσοκομειακός-φαρμακοποιός και η Μαρία Αγγέλη, Δρ Κοινωνικής Λαογραφίας.
Αποσπάσματα του βιβλίου διάβασε η ηθοποιός Κατερίνα Καραδήμα. Ακολούθησε συζήτηση του συγγραφέα με τους παρευρισκόμενους…

AgrinioStories