Η «αναδιάρθρωση» του νερού και το δικαίωμα



| Λευτέρης Τηλιγάδας |

 

 

H «αναδιάρθρωση» της διαχείρισης του νερού έχει ήδη αρχίσει.
Αυτοδίκαιη κατάργηση του Συνδέσμου Ύδρευσης Δήμων Λευκάδας
και Αιτωλοακαρνανίας στις 31 Δεκεμβρίου 2026


Σε δημόσια διαβούλευση βρίσκεται το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τους παρόχους ύδρευσης, αποχέτευσης και άρδευσης. Η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως απάντηση στον κατακερματισμό, στα χρέη και στις αδυναμίες των δικτύων. Στην πράξη, όμως, το σχέδιο μεταφέρει περισσότερες αρμοδιότητες στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ και ανοίγει έναν δρόμο συγκέντρωσης που δεν αφορά μόνο την Αττική και τη Θεσσαλονίκη, αλλά μπορεί να επεκταθεί σε όλη τη χώρα.

Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, περισσότεροι από 735 φορείς διαχειρίζονται σήμερα τις υπηρεσίες του νερού στη χώρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται ΔΕΥΑ, δημοτικές υπηρεσίες, ΤΟΕΒ, ΓΟΕΒ και Περιφέρειες. Σύμφωαν με το υπουργειο αυτή η πολυδιάσπαση προκαλεί αλληλοεπικαλύψεις, αυξημένο κόστος, δυσκολία χρηματοδότησης και άνισες υπηρεσίες. Η εικόνα είναι πράγματι προβληματική. Πολλά δίκτυα είναι παλιά, οι διαρροές παραμένουν μεγάλες, οι βλάβες συχνές και αρκετοί φορείς λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό και σοβαρές οφειλές. Η λύση που προτείνει η κυβέρνηση για να λυθεί το παραπάνω πρόβλημα είναι η συγκέντρωση. Η ΕΥΔΑΠ επεκτείνεται σε ολόκληρη την ηπειρωτική Αττική, στην Αίγινα, στο Αγκίστρι, στη Βοιωτία, στη Φωκίδα και στην Εύβοια, με εξαίρεση τη Σκύρο. Παράλληλα αναλαμβάνει και αρμοδιότητες άρδευσης. Η ΕΥΑΘ επεκτείνεται στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Συνολικά, περίπου 70 πάροχοι προβλέπεται να συνενωθούν στους δύο παραπάνω μεγάλους φορείς [1].

Όμως η αλλαγή δεν αφορά μόνο το ποιος θα εκδίδει τον λογαριασμό. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ θα αναλάβουν δίκτυα, εγκαταστάσεις, απαιτήσεις, περιουσιακά στοιχεία και μέρος των υποχρεώσεων των φορέων που απορροφούν με την τελική αποτίμηση να ελέγχεται από τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων. Το κράτος δηλώνει επίσης ότι θα διευθετήσει τις οφειλές των εντασσόμενων ΔΕΥΑ προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, με μια ρύθμιση ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ για να τις παραδώσει «καθαρές».

Για τους εργαζομένους, το υπουργείο υποστηρίζει ότι η μεταφορά θα γίνει με διατήρηση των δικαιωμάτων τους. Στις δημοτικές υπηρεσίες, ωστόσο, ο κάθε δήμος θα αποφασίζει ποιοι υπάλληλοι θα μετακινηθούν και ποιοι θα παραμείνουν. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της στελέχωσης των τοπικών υπηρεσιών μετά τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων.

Το ΥΠΕΝ απορρίπτει επίσης σε όλους τους τόνους την κατηγορία της ιδιωτικοποίησης και επιμένει ότι ο μόνος στόχος του νομοσχεδίου είναι η ενίσχυση των δύο δημόσιων παρόχων, που ετοιμάζονται να αναλάβουν τη διαχειρηση του νερού στα πολυπληθέστερα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Το επιχείρημα όμως χρειάζεται προσοχή. Η κρατική συμμετοχή δεν αρκεί από μόνη της για να εγγυηθεί κοινωνική διαχείριση, ούτε διασφαλίζει ότι μια εταιρεία θα παραμείνει υπό ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο.

Το παράδειγμα της ΔΕΗ είναι χαρακτηριστικό. Από επιχείρηση με πλειοψηφική κρατική ιδιοκτησία μετατράπηκε σταδιακά σε εισηγμένη εταιρεία, στην οποία το Δημόσιο κατέχει σήμερα συνολικά το 33,4% των δικαιωμάτων ψήφου, ενώ ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια έχουν αποκτήσει ισχυρή παρουσία στη μετοχική της σύνθεση. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι ο χαρακτηρισμός «δημόσιος πάροχος» δεν αποτελεί μόνιμη θεσμική εγγύηση. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ είναι επίσης ανώνυμες εταιρείες, λειτουργούν με εταιρική διοίκηση, οικονομικούς δείκτες και λογική ανταποδοτικότητας. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κατέχει σήμερα τις μετοχές τους, αλλά αν υπάρχει νομική και πολιτική θωράκιση που θα εμποδίσει μια μελλοντική πορεία αντίστοιχη με εκείνη της ΔΕΗ. Στο επίκεντρο βρίσκεται τελικά το ποιος θα αποφασίζει για τις επενδύσεις, τα τιμολόγια και τις προτεραιότητες και πόσο πραγματικός θα είναι ο δημόσιος και κοινωνικός έλεγχος.

Στην ανακοίνωση του υπουργείου δεν υπάρχει σαφής εγγύηση ότι οι λογαριασμοί δεν θα αυξηθούν. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι οικονομίες κλίμακας θα περιορίσουν το κόστος. Δεν εξηγεί όμως πώς θα διαμορφωθούν τα τιμολόγια σε περιοχές με διαφορετικές ανάγκες, διαφορετική κατάσταση δικτύων και διαφορετικό κόστος άντλησης ή μεταφοράς νερού. Η επίκληση της ανταποδοτικότητας σημαίνει ότι οι επενδύσεις θα πρέπει να συνδέονται με τα έσοδα των παρόχων. Αν η κρατική χρηματοδότηση δεν είναι σταθερή και επαρκής, το κόστος μπορεί εύκολα να περάσει στους καταναλωτές.

Εξάλλου υπάρχει και το ζήτημα της απόστασης από τις τοπικές κοινωνίες. Ένας μεγάλος φορέας μπορεί να διαθέτει περισσότερους μηχανικούς, καλύτερο εξοπλισμό και ευκολότερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Μπορεί όμως να λειτουργήσει επαρκώς πιο μακριά από τις ανάγκες μιας μικρής πόλης, ενός χωριού, ενός νησιού ή μιας αγροτικής περιοχής; Η τοπική γνώση δεν εξασφαλίζεται επειδή προβλέπεται ένας συντονιστής ή μια υπηρεσιακή δομή. Χρειάζεται θεσμικός έλεγχος, λογοδοσία και πραγματική δυνατότητα παρέμβασης των κατοίκων.

Οι περιφέρειες της Δυτικής Ελλάδας, της Ηπείρου, των Ιονίων Νήσων και της Μεσσηνίας δεν εντάσσονται στον πρώτο κύκλο των απορροφήσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι μένουν έξω από τη συζήτηση, αφού το ίδιο το υπουργείο παρουσιάζει το νέο μοντέλο ως βάση για τα επόμενα βήματα. Αν η μεταρρύθμιση επεκταθεί, οι ΔΕΥΑ και οι δημοτικοί πάροχοι αυτών των περιοχών θα βρεθούν μπροστά στις ίδιες υποχρεωτικά επιλογές.

Για τους Δήμους Λευκάδας και Ακτίου–Βόνιτσας, αυτή η προοπτική έχει ήδη αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης προβλέπει την αυτοδίκαιη κατάργηση του «Συνδέσμου Ύδρευσης Δήμων Λευκάδας και Αιτωλοακαρνανίας» στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Ο Σύνδεσμος διαχειρίζεται τον βασικό αγωγό που τροφοδοτεί το νησί της Λευκάδας, όλες τις κοινότητες του Δήμου Ακτίου–Βόνιτσας και ορισμένες κοινότητες του Δήμου Πρέβεζας από τις πηγές του Αγίου Γεωργίου. Το δίκτυό του εκτείνεται σε περίπου 150 χιλιόμετρα και περιλαμβάνει αντλιοστάσια και δεξαμενές. Δεν πρόκειται, επομένως, για έναν φορέα που μπορεί να διαγραφεί τόσο εύκολα από τον διοικητικό χάρτη της χώρας με μία μόνο διάταξη σε ένα νομοσχέδιο, χωρίς να έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα ένα σοβαρό και ολοκληρωμένο σχέδιο μετάβασης. [2].

Η κατάργησή του και η μεταφορά των αρμοδιοτήτων του στους δήμους ή στις ΔΕΥΑ δεν είναι μια ουδέτερη διοικητική αλλαγή. Ανοίγει ζητήματα για την κυριότητα του αγωγού, τις οφειλές, το προσωπικό, τη συντήρηση και τον συντονισμό ενός συστήματος που ξεπερνά τα όρια ενός μόνο δήμου. Τα ερωτήματα αυτά είχαν ήδη τεθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο Λευκάδας, όπου η μετάβαση χαρακτηρίστηκε από την αντιπολίτευση βίαιη και χωρίς καθαρή απάντηση για την επόμενη ημέρα [3].

Η συγκεκριμένη εξέλιξη δείχνει ότι η αναδιάρθρωση της διαχείρισης του νερού έχει ήδη αρχίσει πριν ολοκληρωθεί η συζήτηση για το νέο νομοσχέδιο. Από τη μία καταργούνται διαδημοτικοί σύνδεσμοι και από την άλλη ενισχύεται η τάση δημιουργίας μεγαλύτερων σχημάτων. Οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να προσαρμοστούν χωρίς να έχουν πάντα σαφή εικόνα για το ποιος θα αναλάβει την επόμενη ημέρα, με ποιους πόρους, με ποια περιουσία και με ποια ευθύνη.

Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι ανάμεσα στις σημερινές υποστελεχωμένες ΔΕΥΑ και σε δύο τεράστιες εταιρείες. Γιατί τα προβλήματα των ΔΕΥΑ δεν δημιουργήθηκαν μόνο από κακή διοίκηση. Συνδέονται με το υψηλό ενεργειακό κόστος, την υποστελέχωση και τη χρόνια μεταφορά ευθυνών χωρίς τους αντίστοιχους πόρους.

Το νερό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη υπηρεσία που οφείλει απλώς να ισοσκελίζει τα οικονομικά της. Δεν είναι μόνο δημόσιο αγαθό. Είναι δικαίωμα. Είναι το βασικότερο στοιχείο για την ύπαρξη και τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη και, ως εκ τούτου, θεμελιώδες ανθρώπινο και κοινωνικό δικαίωμα, όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά για όλα τα έμβια όντα.

Η διαχείρισή του είναι αυτή που το καθιστά δημόσιο αγαθό. Δεν είναι όμως δυνατόν, κατά την εκτίμησή μας, αυτή η ιδιότητα να ακυρώνει τις δύο προηγούμενες: το νερό ως προϋπόθεση ζωής και ως δικαίωμα. Στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να πείσει κανέναν το αντεπιχείρημα ότι το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό αφορά μόνο τις πηγές του. Όχι. Αφορά και τις βρύσες των ανθρώπων, και τις ποτίστρες των ζώων και το νερό που χρειάζονται οι καλλιέργειες και τα φυτά.

Γι’ αυτό η συγκεκριμένη διαβούλευση, όπως και κάθε σοβαρή διαβούλευση για τη διαχείριση του νερού, οφείλει να απαντά καθαρά στο ποιος θα αποφασίζει, ποιος θα πληρώνει τις επενδύσεις, πώς θα προστατεύονται τα ευάλωτα νοικοκυριά και με ποιον τρόπο θα εξασφαλίζεται ότι κανένα χωριό, κανένα νησί και καμία αγροτική περιοχή δεν θα μένει χωρίς ασφαλές και προσιτό νερό, ακόμη και για τον φτωχότερο πολίτη αυτής της χώρας.

 

 


Πηγές: 1. https://ypen.gov.gr/«Σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ για τους …» | 2. https://lefkada.gov.gr/ «ενημέρωση σχετικά με την αυτοδίκαιη κατάργηση του …» | 3. https://www.lefkadatoday.gr/ «Κατάργηση Συνδέσμου Ύδρευσης: Ερωτήματα για τον …»
Στη σπουδή της πατίνας των γεγονότων


Περισσότερα από AgrinioStories

Στάση εργασίας στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου

Dance Academy | Στην κορυφή του WADF στην Αθήνα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *