8 Φεβρουαρίου 2023

1η Ιανουαρίου 1959: Σάντα Κλάρα και πτώση Μπατίστα

Σε όλη την Κούβα,
μέχρι και στο τελευταίο χωριό,
θα δεις ένα σύνθημα, μία τοιχογραφία
για την 1η Ιανουαρίου του 1959

 

Στις 31 Δεκεμβρίου 1958, η μάχη της Σάντα Κλάρα έλαβε χώρα σε ένα σκηνικό μεγάλης έντασης. Η πόλη της Σάντα Κλάρα έπεσε στις συνδυασμένες δυνάμεις των ανταρτών του Τσε Γκεβάρα, του Σιενφουέγκος και της Φοιτητικής Επαναστατικής Διεύθυνσης με επικεφαλής τους Κομαντάντε Ρολάντο Κουμπέλα,Χουάν Αμπραχάντες και Γουίλιαμ Αλεξάντερ Μόργκαν. Τα νέα για αυτές τις ήττες προκάλεσαν πανικό στον Μπατίστα, ο οποίος διέφυγε από την Κούβα αεροπορικώς για τη Δομινικανή Δημοκρατία λίγες ώρες αργότερα την 1η Ιανουαρίου 1959. Ο Κομαντάντε Αλεξάντερ Μόργκαν συνέχισε τις μάχες καθώς ο Μπατίστα έφευγε και είχε καταλάβει την πόλη Σιενφουέγκος μέχρι τις 2 Ιανουαρίου. Ο Κουβανός στρατηγός Ελότζιο Καντίλο μπήκε στο Προεδρικό Μέγαρο της Αβάνας, όπου και ανακήρυξε τον δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κάρλος Πιέντρα ως νέο πρόεδρο της Κούβας και άρχισε να διορίζει νέα μέλη στην παλιά κυβέρνηση του Μπατίστα.

Όταν ο Κάστρο έμαθε για την φυγή του Μπατίστα το πρωί, ξεκίνησε αμέσως διαπραγματεύσεις για να αναλάβει το Σαντιάγο ντε Κούβα. Στις 2 Ιανουαρίου, ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης, συνταγματάρχης Ρουμπίντο, διέταξε τους στρατιώτες του να μην πολεμήσουν και οι δυνάμεις του Κάστρο κατέλαβαν την πόλη. Οι δυνάμεις του Γκεβάρα και του Σιενφουέγκος μπήκαν στην Αβάνα την ίδια περίπου ώρα. Δεν είχαν συναντήσει καμία αντίσταση στο ταξίδι τους από τη Σάντα Κλάρα στην πρωτεύουσα της Κούβας. Ο ίδιος ο Κάστρο έφτασε στην Αβάνα στις 8 Ιανουαρίου μετά από μια μακρά πορεία νίκης και επέλεξε ως νέο προέδρο, τον Μανουέλ Ουρουτία, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου.

Από τις 16 του Δεκέμβρη, η συστηματική ανατίναξη των γεφυριών και άλλων γραμμών επικοινωνίας είχαν βάλει τη δικτατορία σε μεγάλους μπελάδες. Πώς να υπερασπίσουν τα προχωρημένα φυλάκιά τους κι ακόμα εκείνα της κεντρικής αρτηρίας κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες; Την αυγή της 16ης, ανατινάχτηκε η γέφυρα του Φαλκόν, πάνω στον κεντρικό δρόμο και οι συγκοινωνίες μεταξύ της Χαβάνας και των πόλεων στ’ Ανατολικά της Σάντα Κλάρα ουσιαστικά διακόπηκαν. Ακόμα οι δυνάμεις μας πολιόρκησαν και χτύπησαν μια σειρά χωριά –ανάμεσα στα οποία το Φομέντο ήταν το πιο μεσογειακό. Ο τοπικός αρχηγός αμύνθηκε αρκετά καλά για κάμποσες μέρες, αλλά παρά το σφυροκόπημα της αεροπορίας πάνω στον αντάρτικο στρατό μας, τα στρατεύματα της δικτατορίας, αποθαρρυμένα, δεν προχωρούσαν καθόλου για να βοηθήσουν τους συντρόφους τους. Διαπιστώνοντας τη ματαιότητα κάθε αντίστασης παραδόθηκαν και περισσότερα από 100 όπλα πέρασαν με το μέρος της Λευτεριάς.

Χωρίς ν’ αφήσουμε τον εχθρό να πάρει ανάσα, αποφασίσαμε να παραλύσουμε αμέσως την κεντρική αρτηρία και στις 21 τού Δεκέμβρη χτυπήσαμε ταυτόχρονα το Καμπαϊκάν και το Γκουάγιος. Σε λίγες ώρες το Γκουάγιος παραδινόταν και δυο μέρες αργότερα ακλούθησε το Σαμπαϊγκουάν και οι 90 στρατιώτες του. Στο Καμπαϊγουάν διαπιστώθηκε ολοφάνερα η ανικανότητα της δικτατορίας που δεν έστειλε καθόλου ενισχύσεις στους πολιορκημένους.

Ό Καμίλο Σιενφουέγος χτύπησε μια σειρά χωριά στα βόρεια του Λας Βίλιας, και περικύκλωσε το Γιαγκουαχάυ, το τελευταίο προπύργιο των στρατευμάτων της δικτατορίας, κάτω από τις διαταγές ενός λοχαγού κινέζικης καταγωγής που αντιστάθηκε έντεκα μέρες, ακινητοποιώντας τις επαναστατικές δυνάμεις του τομέα, ενώ οι δικοί μας είχαν κιόλας βάλει μπρος για την κεντρική αρτηρία, προς τη Σάντα Κλάρα, πρωτεύουσα της επαρχίας.

Μετά την πτώση του Καμπαϊγουάν επιτεθήκαμε στο Πλασέτας, που παραδόθηκε σε μια μέρα. Το Επαναστατικό Διευθυντήριο μας έδωσε σημαντική βοήθεια. Μετά την κατάληψη του Πλακέτας απελευθερώσαμε πολύ γρήγορα το Ρεμέδιος και το Καϊμπαριέν (σημαντικό λιμάνι) στη Βόρεια ακτή. Τα πράματα σκούραιναν για τη δικτατορία. Νικούσαμε συνέχεια στο ‘Οριέντε, το Μέτωπο του Εσκαμπράι ανάγκαζε σε υποχώρηση τις μικρές φρουρές κι ό Καμίλο Σιενφουέγος είχε τον έλεγχο του Βορρά.

 

Οι τελευταίες μέρες της τυραννίας από την πένα του Τσε
[29-31 Δεκέμβρη. Σάντα Κλάρα: Η κρίσιμη αναμέτρηση]
Το  θωρακισμένο τρένο

Όταν ο εχθρός αποχώρησε από το Καμαχουανί, χωρίς την παραμικρή αντίσταση, ήμασταν πια έτοιμοι για την τελική επίθεση στήν πρωτεύουσα του Λας Βίλιας. (Η Σάντα Κλάρα είναι ο άξονας της κεντρικής πεδιάδας τού νησιού. Πόλη 160.000 κατοίκων, σιδηροδρομικό κέντρο, και σημαντικός κόμβος επικοινωνιών. Περιβάλλεται από γυμνούς λοφίσκους που τα στρατεύματα της δικτατορίας κατείχαν από πρώτα).

Την ώρα της επίθεσης είχαμε αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των όπλων μας· είχαμε ακόμα και βαριά όπλα… αλλά χωρίς εφόδια. Είχαμε ένα μπαζούκα χωρίς οβίδες κι έπρεπε να πολεμήσουμε ενάντια σε μια δεκάδα τανκς. Αλλά ξέραμε πως το καλύτερο μέσο να τα αποκρούσουμε ήταν να μπούμε στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες, όπου η αποτελεσματικότητα αυτών των μηχανών μειώνεται σημαντικά…

Ενώ τα στρατεύματα του Διευθυντηρίου είχαν αναλάβει να πάρουν το στρατώνα Νο 31 της Αγροτικής Φρουράς, εμείς ετοιμαζόμασταν να περικυκλώσουμε όλα τα οχυρά σημεία της Σάντα Κλάρα. Παράλληλα συγκεντρώναμε τις προσπάθειές μας ενάντια στους υπερασπιστές ενός θωρακισμένου τραίνου στήν είσοδο τού δρόμου τού Καμαχουανί, θέση που υποστηριζόταν σταθερά από το στρατό.

Στις 29 του Δεκέμβρη άρχισε η μάχη. Το Πανεπιστήμιο είχε αρχικά χρησιμέψει σα βάση επιχειρήσεων. Στη συνέχεια εγκαταστήσαμε το Γενικό Επιτελείο μας πιο κοντά στο κέντρο της πόλης. Οι άντρες μας μάχονταν ενάντια σε τμήματα που υποστηρίζονταν από μονάδες θωρακισμένων και τα έτρεπαν σε φυγή, άλλα πολλοί ήταν αυτοί που πλήρωσαν με τη ζωή τους αυτά τα κατορθώματα. Νεκροί και τραυματίες άρχισαν να γεμίζουν τα νεκροταφεία και τα αυτοσχέδια νοσοκομεία.

Θυμάμαι ένα επεισόδιο πολύ χαρακτηριστικό της ψυχικής κατάστασης του στρατού μας στη διάρκεια αυτής της τελευταίας επίθεσης. Είχα επιπλήξει ένα στρατιώτη που κοιμόταν την ώρα της μάχης. Μου απάντησε πως τον είχαν αφοπλίσει γιατί του είχε ξεφύγει ένας πυροβολισμός. Του είπα, με το συνηθισμένο ξερό μου τρόπο: «Πήγαινε στήν πρώτη γραμμή με γυμνά χέρια και βρες εκεί όπλο… αν είσαι ικανός». Στη Σάντα Κλάρα ενώ είχα πάει στο στρατιωτικό νοσοκομείο να δώσω κουράγιο στους λαβωμένους, ένας ετοιμοθάνατος μ’ άγγιξε στο χέρι και μου είπε: «Θυμάσαι, ταγματάρχη; Μ’ έστειλες να βρω όπλο στο Ρεμέντιος… και το πήρα». Ήταν ο ίδιος αγωνιστής, που πέθανε λίγα λεπτά αργότερα. Μου φάνηκε ευτυχισμένος που είχε αποδείξει το θάρρος του. Τέτοιος είναι ο αντάρτικος στρατός μας.

 

 

30 Δεκέμβρη: Ολοήμερη μάχη

Οι λόφοι τού Κάπιρο εξακολουθούσαν ν’ αντιστέκονται και η μάχη βάσταξε ολόκληρη τη μέρα –30 τού μηνός. Ταυτόχρονα πιάναμε διάφορα σημεία της πόλης. Ήδη είχαν κοπεί οι επικοινωνίες ανάμεσα στο κέντρο της Σάντα Κλάρα και το θωρακισμένο τραίνο. Οι αμυνόμενοι, βλέποντας πως είχαν περικυκλωθεί πάνω στους λόφους του Κάπιρο, προσπάθησαν να ξεφύγουν από τη σιδηροδρομική γραμμή κι έπεσαν μαζί με το πλούσιο φορτίο τους στη διακλάδωση που είχαμε φροντίσει ν’ ανατινάξουμε. Η μηχανή και πολλά βαγόνια Εκτροχιάστηκαν. Έγινε τότε μια πολύ ενδιαφέρουσα μάχη: οι άντρες του θωρακισμένου τραίνου διώχτηκαν με τα κοκτέιλ Μολότοφ. Παρά τη θαυμάσια προστασία τους, δεν ήταν διατεθειμένοι να πολεμήσουν παρά από απόσταση, από θέσεις ευνοϊκές κι εναντίον ενός εχθρού ουσιαστικά άοπλου, σε άψογο στυλ αποίκων εναντίον των Ινδιάνων του Αμερικάνικου Γουέστ. Βαλλόμενο από τους άντρες που από γειτονικές θέσεις και διπλανά βαγόνια έριχναν μπουκάλια μ’ αναμμένη βενζίνα, το τραίνο μεταβλήθηκε –χάρη στις λαμαρίνες της θωράκισης – σε πραγματικό φούρνο για τους στρατιώτες. Μέσα σε λίγες ώρες ολόκληρο το πλήρωμα παραδινόταν μαζί με τα 22 βαγόνια του, τα αντιαεροπορικά του κανόνια, τα πολυβόλα D.CA. και τις μυθικές ποσότητες των εφοδίων του (μυθικές για μας, βέβαια). [«Ο Μικρός Γελαδάρης» και η «Ομάδα Αυτοκτονίας»] Ρομπέρτο Ροντρίγκες – El Vaquerito

[Λας Βίγιας, 7 Ιουλ. 1935 – 30 Δεκ. 1958]
Σάντα Κλάρα

Καταφέραμε να καταλάβουμε τον κεντρικό ηλεκτρικό σταθμό κι ολόκληρο το Βορειοδυτικό τμήμα της πόλης. Αναγγείλαμε από το ραδιόφωνο πως η Σάντα Κλάρα βρισκόταν σχεδόν ολόκληρη στα χόρια της Επανάστασης. Στη διάρκεια αυτής της αναγγελίας που έκανα σαν ανώτερος διοικητής των Ενόπλων Δυνάμεων του Λας Βίλιας έκανα με θλίψη γνωστό στο λαό της Κούβας το θάνατο του λοχαγού Ρομπέρτο Ροντρίγκες, του «Μικρού Γελαδάρη» μικρού στο ανάστημα και στην ηλικία, αρχηγού της «Ομάδας Αυτοκτονίας» που είχε διακινδυνέψει τη ζωή του χίλιες φορές στον αγώνα για τη λευτεριά.

Το μνημείο του Βακερίτο στη Σάντα Κλάρα

Η «Ομάδα Αυτοκτονίας» ήταν ένα πρότυπο Επαναστατικής ευψυχίας που αποτελούνταν αποκλειστικά από δοκιμασμένους εθελοντές. Ωστόσο, κάθε φορά που σκοτωνόταν ένας άντρας –πράμα που συνέβαινε σε κάθε μάχη– μέχρι την υπόδειξη του νέου δόκιμου, εκείνοι που αποκλείονταν δεν μπορούσαν να κρύψουν τη θλίψη τους, ούτε να κρατήσουν τα δάκρυά τους. Πόσο παράξενο ήταν να βλέπει κανείς αυτούς τους ευγενικούς πολεμιστές με το ηλιοψημένο δέρμα ν’ αφήνουν να μιλάει ή νιότη τους χύνοντας δάκρυα απελπισίας γιατί δεν είχαν την τιμή να διαλεχτούν για την πρώτη θέση της μάχης και του θανάτου.

Στη συνέχεια έπεσε η Αστυνομική Διεύθυνση παραδίνοντάς μας τα τανκς που την υπεράσπιζαν. Ακολούθησε η γρήγορη παράδοση του στρατώνα No 31 στον ταγματάρχη Κουμπέλα, ενώ η φυλακή, το Δικαστικό Μέγαρο και το Κυβερνείο της επαρχίας παραδίνονταν σε μας, όπως και το «Γκράντ Οτέλ» όπου οι πολιορκημένοι συνέχιζαν να βάλλουν από τον δέκατο όροφο, σχεδόν ως το τέλος των εχθροπραξιών.

 

 

1 Γενάρη 1959
Los Libertadores de la Historia

Τη στιγμή αυτή μονάχα ο στρατώνας «Λεόνσιο Βιντάλ», το γοερότερο φρούριο του κέντρου τού νησιού έμενε στα χέρια της δικτατορίας. Αλλά την 1η του Γενάρη τού 1959, τα σημάδια της ασφυξίας των υπερασπιστών του ήταν κιόλας φανερά. Το πρωί της 1ης τού Γενάρη στείλαμε το λοχαγό Νούνες Χιμένες με τον Ροντρίγκες ντε λα Βέγα να διαπραγματευτούν την παράδοση του στρατώνα. Τα νέα ήταν ασυνήθιστα και αντιφατικά: ο Μπατίστα μόλις το ’χε σκάσει προκαλώντας την κατάρρευση της Διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων… Οι δυο αποσταλμένοι μας ήρθαν σ’ επαφή με τον Καντίγιο με ασύρματο και του ανακοίνωσαν την πρόταση παράδοσης, όμως εκείνος έκρινε πως δεν ήταν δυνατό να τη δεχτεί, γιατί αποτελούσε τελεσίγραφο και πως αυτός είχε αναλάβει τη διοίκηση του στρατού ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες του Φιντέλ Κάστρο. Ήρθαμε αμέσως σ’ επαφή με τον Φιντέλ, και τον ενημερώσαμε δίνοντάς του τη γνώμη μας για την ύποπτη στάση τού Καντίγιο. Η πεποίθησή του ήταν κιόλας ατράνταχτη: είχε κι αυτός τη βεβαιότητα πως ο Καντίγιο ήταν προδότης. (Ο Καντίγιο, σ’ αυτές τις αποφασιστικές στιγμές, επέτρεψε σε όλους τους μεγάλους υπεύθυνους της Κυβέρνησης του Μπατίστα να διαφύγουν. Η στάση του γίνεται ακόμα πιο αξιοκατάκριτη αν σκεφτεί κανείς πως είχαμε έρθει σ’ επαφή μ’ έναν αξιωματικό και πως του ’χαμε δείξει εμπιστοσύνη με την αφελή σκέψη πως ένας στρατιωτικός κρατάει το λόγο του…).

Η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους: η άρνηση του Φιντέλ Κάστρο να λάβει υπόψη τη γνώμη του. Η διαταγή του να βαδίσουμε προς τη Χαβάνα, η ανάληψη της διοίκησης του στρατού από τον στρατηγό Μπαρκίν που βγήκε από τις φυλακές του Νησιού των Πεύκων, η κατάληψη της στρατιωτικής πόλης της Κολούμπια από τον Καμίλο Σιενφουέγος, του φρουρίου της Καμπάνια από τη δική μας όγδοη φάλαγγα και λίγες μέρες αργότερα, τέλος, η ανάδειξη του Φιντέλ Κάστρο σε Πρωθυπουργό της Προσωρινής Κυβέρνησης. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της σημερινής πολιτικής ιστορίας της χώρας.

 


AgrinioStories