5 Ιουλίου 2022

Νικολαΐδης: «Η μονοκαλλιέργεια εξαντλεί το χωράφι»

Βασίλης Νικολαΐδης:
«Θα ήθελα να συνεργαστώ με τον Γιάννη Ξενάκη,
να κάνουμε μαζί ένα γιγάντιο θέαμα με θέμα τα Δεκεμβριανά»

 

  • Επιμ. κειμένου: Λ. Τηλιγάδας

Μου αρέσει ιδιαίτερα ο τρόπος που χτίζει τους στίχους των τραγουδιών του…

Στο κέντρο της δομής κάθε τραγουδιού του υπάρχει πάντα μια ιστορία, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ένα καλοδουλεμένο διήγημα, όπου το χιούμορ, ο σαρκασμός, ενίοτε και ο αυτοσαρκασμός («Οδός Σανταρόζα», «Η ντόπια διανόηση», «Βαφτιστικό», «Οι άδειες καρέκλες», «25η Μαρτίου», «Το σαλάμι», «Επιστολή σε κασέτα», «Συνθέται και Τραγουδισταί», «Νούμερα στην Αθήνα», «Μετά θάνατον», «Δεν είμαι εγώ»), παραμένουν βασικά δομικά του στοιχεία, χωρίς όμως ούτε για μια στιγμή να εξαφανίζεται η ευαισθησία του, η τρυφερότητά του και μια κάποια μελαγχολία που χαρακτηρίζει τους πραγματικά συνειδητοποιημένους ανθρώπους («Το λίκνισμά σου», «Δεν έχει», «Μια πόρτα», «Πρωινό Νανούρισμα», «Δωμάτιο Χρωματιστό», «Η Κίρκη στη νταλίκα», «Η νύχτα ήταν πάντα κάπου αλλού», «Πάθη και χρώματα»).

 

Βιογραφία

Ο δικηγόρος και τραγουδοποιός Βασίλης Νικολαΐδης γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1954 στην Αθήνα και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πρωτοεμφανίστηκε στην ευρύτερη ελληνική μουσική σκηνή το 1981 στους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας, που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Τα τραγούδια του «Οδός Σανταρόζα» και «Δωμάτιο Χρωματιστό» ξεχώρισαν και βραβεύθηκαν.

Ο Βασίλης Νικολαΐδης έχει κυκλοφορήσει 4 προσωπικούς δίσκους («Οδός Σανταρόζα» 1982, «Ελλάς» 1984, «Η νύχτα ήταν κάπου αλλού» 1989, «Ατασθαλίες» 1993) σε δική του μουσική, στίχους και ερμηνεία. Συμμετείχε επίσης στιχουργικά και ερμηνευτικά σε δίσκους των «Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω »και έγραψε τους στίχους του δίσκου της Έλλης Πασπαλά «Το νησί των λωτοφάγων» (1990) και μουσική του Στάμου Σέμση.

Την περίοδο από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1995, ταξίδεψε στην Ρουάντα ως εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όπου κατέγραψε τα όσα έζησε στο βιβλίο του «Μπαζουνγκού: Ένα οδοιπορικό στη Ρουάντα, Μάρτιος-Ιούνιος 1995».

Τα περισσότερα τραγούδια του έχουν έντονη κοινωνική και πολιτική χροιά.

 

 

 

Σε πρώτο πρόσωπο
«Η μουσική μετακόμισε στο διαδίκτυο
και έχει και εξοχικό στο λάιβ»

Οι αγώνες στην Κέρκυρα
«Ήταν λίγο πριν τις εκλογές του 1981 -που κατέκτησε το ΠΑΣΟΚ την εξουσία- και ήμασταν επιφυλακή. Πήρε λοιπόν ο Χατζιδάκις τον Αβέρωφ που ήταν ακόμα υπουργός αμύνης και προσωπικός του φίλος, κι αυτός έβαλε τον υπασπιστή του να πάρει τηλέφωνο στο καράβι να μου δώσουν άδεια να πάω να τραγουδήσω στο φεστιβάλ στην Κέρκυρα, και τότε έτρεχαν όλοι να με βρούνε, πράγμα όχι και τόσο εύκολο, γιατί το πλοίο ήταν το μεγαλύτερο του στόλου, ένα πλωτό χωριό. Να γίνεσαι διάσημος από τη μια στιγμή στην άλλη -κι’ ας είναι και σε καράβι- μόνο εγώ το έκανα, και η Βλαχοπούλου σε ταινία. Η οποία ήταν τυχαίως μέσα στο ίδιο αεροπλάνο, γυρνώντας από την Κέρκυρα. Μιλούσε όπως ακριβώς στο σινεμά.»

Για την «Οδό Σανταρόζα»
«Ήμουν φοιτητής στην Θεσσαλονίκη και ζούσα σ’ ένα διαμερισματάκι μ’ έναν συγκάτοικο πολύ καλό μουσικό. Περιφερόταν πολύς κόσμος εκεί, και μία κιθάρα. Η οποία αντί για τη ρε είχε μία πετονιά. Αυτό ήταν εντελώς εκτός λογικής, διότι κανείς δεν πήγαινε για ψάρεμα. Έτσι, καθώς γύριζα από την απέναντι ταβέρνα, μου ήρθε μία μελωδία με κάπως άσεμνους στίχους, και βάλθηκα να μάθω να την παίζω, με βοήθησε κι εκείνο το περιβάλλον, μου δείξανε τα ακόρντα.
Έπαιξα λοιπόν εκείνο το τραγούδι με τους άσεμνους στίχους σε μία συναυλία, στο αμφιθέατρο της Νομικής. Άρεσε στους μισούς, οι άλλοι βρίζανε. Είχα διχάσει το κοινό, αλλά άντεξα διότι ήμουν εντελώς μεθυσμένος, και ξέχναγα τα λόγια, ωστόσο τα κατάφερα, είπα τρία τραγούδια, γιατί εντωμεταξύ είχα φτιάξει κι άλλα.»

 

 

Οι «ταμπέλες» στο τραγούδι
«Πάντως, αν υποψιαστώ πως ένα τραγούδι κινδυνεύει να χαρακτηριστεί πολιτικό, ερωτικό, κοινωνικό, διαμαρτυρίας, σατυρικό, ευαίσθητο ή δενξερωγωτί, φροντίζω να το στραπατσάρω ούτως ώστε να μην επιδέχεται καμιάς ταμπέλας ή κατηγοριοποίησης. Δεν τα καταφέρνω πάντα, γιατί κάποιοι είναι πολύ επίμονοι, δεν ανέχονται κάτι που δεν έχει ετικέτα. Και του βάζουν ό,τι να ’ναι.»

Οι ιστορίες που «δένουν» τα τραγούδια
«Τελευταίως, χάρη στο διαδίκτυο, άρχισα να ανακαλύπτω τις ιστορίες των τραγουδιών που μου άρεσαν όταν ήμουν μικρός, πως γραφτήκανε δηλαδή, τι έγινε στο στούντιο κ.λπ. Κι έτσι ξαναγυρίζω στα χρόνια εκείνα, αλλά μαζί με την ιστορία του τραγουδιού, που δεν την υποπτευόμουν τότε. Για παράδειγμα, ξέρετε πως γράφτηκε το Octopuses’s Garden, που είναι στο Abbey Road; Λοιπόν, ο Ρίνγκο Σταρ είχε αγανακτήσει με τους καβγάδες των άλλων στις ηχογραφήσεις (σημ. του λευκού άλμπουμ), και πήγε διακοπές στη Σαρδηνία, με την θαλαμηγό του φίλου του, του Πήτερ Σέλλερς. Οπότε ο καπετάνιος του έλεγε για τα χταπόδια, που βάζουν πολύχρωμα πετραδάκια έξω από τα θαλάμια τους και φτιάχνουν ένα είδος κήπου εκεί μπροστά. Οπότε ο Ρίνγκο έγραψε εκείνο το τραγούδι, που έχει ησυχία και σκιά στους κήπους των χταποδιών, και θα φωνάξει και τους φίλους του.»

 

 

Σχέδιο συνεργασίας
«Θα ήθελα να συνεργαστώ με τον Γιάννη Ξενάκη, να κάνουμε μαζί ένα γιγάντιο θέαμα με θέμα τα Δεκεμβριανά, το οποίο θα είχε δεκάδες χιλιάδες κομπάρσους, τανκς, αληθινές εκρήξεις, συνθεσάιζερ, πελώρια ηχητικά και φωτιστικά συγκροτήματα, κλασσικές ορχήστρες, κάτι τέτοιο. Η αφήγηση θα χρησιμοποιούσε, βέβαια, τον φυσικό χώρο και χρόνο των γεγονότων, από τον όρμο του Φαλήρου, Νέα Σμύρνη, Καλλιθέα, το Σύνταγμα, Χαυτεία, το Γκάζι, του Ψυρρή, του Μακρυγιάννη, και φυσικά τα Εξάρχεια, όπου πολέμησε και τραυματίστηκε ο Ξενάκης. Ως την Πάρνηθα. Νομίζω πως και αυτόν τον ενδιέφερε μία συγχρονική σύλληψη της πραγματικότητας ως παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, θα περνάγαμε υπέροχα. Και εσείς μαζί, ασφαλώς. Η μάχη του Μακρυγιάννη θα γινόταν, π.χ, μέσα στο καινούργιο Μουσείο της Ακρόπολης. Δυστυχώς αυτό το σχέδιο δεν μπορεί πια να πραγματοποιηθεί, αφού ο Ξενάκης δεν είναι πια ανάμεσά μας.»

Διαβάσματα
«Τελευταίως ξαναδιάβαζα μερικές σελίδες από τη Νυχτερίδα του Τσίρκα. Είναι εκεί που ο Παράσχος αναπολεί τις διακοπές στην Αλεξάνδρεια, στο σπίτι του παππού του, μαζί με τον ξάδελφό του, τον Τόνη, που έκανε τον ωραίο και τον μάγκα, και τελικώς κατέληξε χαφιές. Αλλά πέρα από τον Τόνη που απεδείχθη καθίκης, έχει τέτοιες όμορφες περιγραφές, σου ενσταλάζει τέτοια νοσταλγία, που τώρα νομίζω πως έχω ζήσει στην Αλεξάνδρεια, στον Μεσοπόλεμο. Αλλά φοβάμαι πως αυτό είναι παραίσθηση. Ο Τσίρκας γράφει πως είχε πάει στον Άλιμο για μπάνιο, το πρώτο της σεζόν, Απρίλιο. Οπότε μετά στέγνωνε στη λιακάδα, θα τον είχε δαγκώσει κανονικά, προφανώς. Και πατάει κάτι κλάματα, τι να σας πω! Πήγε μετά και έγραψε αυτές τις σελίδες, απνευστί, με τη μία.»

 

 

Δικηγορία και τραγούδι
«Δεν ασχολήθηκα ποτέ μου με ποινικές υποθέσεις. Παλιά πίστευα πως θα ήταν καλύτερα αν είχα ασχοληθεί μόνο με το τραγούδι, θα ήμουν πιο αποδοτικός. Μετά κατάλαβα πως αυτή η μονοκαλλιέργεια εξαντλεί το χωράφι, είσαι υποχρεωμένος να ανανεώνεσαι με το ζόρι, και καταντάς να λες περισσότερα από αυτά που έχεις να πεις, δηλαδή ανοησίες. Οπότε καλύτερα όπως ήρθαν τα πράγματα.»

Υλικό ακυκλοφόρητο στο συρτάρι
«Υπάρχει. Ακυκλοφόρητο αλλά όχι πια καινούργιο. Από την άλλη μεριά, η δισκογραφία βρίσκεται σε κρίση. Δεν εννοώ εμπορική μόνο, εννοώ υπαρξιακή, των δημιουργών. Αν ακόμη κυκλοφορούν σιντί και δίσκοι, είναι επειδή οι δίσκοι έχουν αναχθεί σε αντικείμενα φετίχ, υποκαθιστούν την πραγματική αξία της μουσικής που μεταφέρουν, το μόνο που προσφέρουν στον καλλιτέχνη είναι μία ψευδαίσθηση κύρους. Η μουσική μετακόμισε στο διαδίκτυο και έχει και εξοχικό στο λάιβ. Οπότε κι εγώ δεν επιδιώκω πρόσφατα να κυκλοφορήσω τα τραγούδια μου σε δίσκο.»

 

 

Η λογοκρισία της μεταπολίτευσης
«Ήταν ύπουλο πράμα η λογοκρισία της μεταπολίτευσης. Δεν λέω για την φανερή, που υπήρχε και λειτουργούσε ως θεσμός. Λέω για την άλλη, που δεν χτυπούσε επισήμως, με σφραγίδες και υπογραφές και αποφασίζομεν και διατάσσομεν. Τουλάχιστον να βγεις μετά, βρε αδερφέ, να φωνάξεις για τις αδικίες και τις διώξεις και τους κατατρεγμούς σου, να θαυμάσει ο λαός τον ήρωά του!
Γινόταν αλλιώς το κόψιμο, μουλωχτά, εγώ τα μάθαινα από ακριτομυθίες, πως κάποιος πέρασε και είπε δυο λόγια στον παραγωγό, πως χάραζαν τους δίσκους της δισκοθήκης με καρφί -στην μονοπωλιακή τότε ΕΡΤ-, τέτοια πράγματα. Αργότερα, στα χρόνια της ελεύθερης ραδιοφωνίας, δεν υπήρχε λογοκρισία. Είχε έρθει όμως η αβάσταχτη ελαφρότης του λάιφστάιλ, κι’ ήταν ακόμα χειρότερα.
Τελικώς, στον πρόσκαιρο εκδημοκρατισμό του Περισσού, στα μέσα της δεκαετίας του΄80, πρωτακούστηκε στον «902» η «Ιστορία της Μαρίας» και μερικά ακόμη τραγούδια μου. Αλλά μετά ακολούθησαν οι εκκαθαρίσεις στο κόμμα και την νεολαία, που πήρανε μπάλα και τους συμπαθούντες τα τραγούδια μου. Και μετά δεν ακουγόμουν πουθενά!»

Οι «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω»
«Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν βιάστηκαν για κάτι. Ακόμα κι’ όταν βιάζονταν, δεν μπορούσαν να κάνουν γρήγορα. Αυτό δημιούργησε μια χαλαρή περιρρέουσα, δεν βάζαμε στόχους, μερικές φορές έγραφα πράγματα που αμέσως καταλάβαινα πως ήταν γραμμένα γι’ αυτούς. Πήγαινα τότε και τους έβρισκα στο Λαγονήσι. Εκεί μένουν, εκτός Κλεινού Άστεως, ο Καβαλλιεράτος και η Μπάρμπαρα Σάουτερ, και ο Λίο και η Πέντυ, που μεγάλωσαν εν τω μεταξύ και γράφουν δικά τους τραγούδια, εκτός Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Να πατήσω λίγο την αττική γη, να πιώ μαζί τους μια ρετσίνα, να φάω κανένα παϊδάκι αρνίσιο. Κοπάδια ολόκληρα έχουν θυσιαστεί στον βωμό της συνεργασίας με τους Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω!»

 

 

 

Πηγές: Μια κουβέντα με τον Βασίλη Νικολαΐδη, 35 χρόνια μετά την «Οδό Σανταρόζα», πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 9 Μαρτίου 2017  | Συνέντευξη με τον Βασίλη Νικολαΐδη, Νότες Λογοτεχνίας. Πολιτιστικό ιστολόγιο με έμφαση στο βιβλίο.

AgrinioStories