Την εποχή του Δεσποτάτου



Λευτέρης Τηλιγάδας

Από την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου
έως τις δυναστικές συγκρούσεις του 14ου αιώνα
η εξουσία άλλαζε χέρια, και οι φτωχοί
βυθίζονταν στη φορολογική πίεση, την υπερχρέωση και την εξαθλίωση.


Μετά την άλωση της πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1204 από τις ορδές των Σταυροφόρων —οι οποίοι, στο όνομα του ιδρυτή της θρησκείας τους, ξεκίνησαν από τα πέρατα του τότε καθολικού κόσμου για να λεηλατήσουν και να πυρπολήσουν τις περιουσίες των «απίστων», εμποδίζοντας την πρόσβασή τους στους Αγίους Τόπους του Χριστιανισμού—, ο Μιχαήλ Κομνηνός Δούκας, νόθος γιος του σεβαστοκράτορα[1] Ιωάννη Δούκα και πρώτος εξάδελφος των αυτοκρατόρων Ισαακίου Β΄ και Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου, εγκατέλειψε τα Μύλασσα της Μικράς Ασίας. Αφού προσέφερε για σύντομο διάστημα τις υπηρεσίες του στον Λατίνο άρχοντα της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, επιχείρησε να επιβληθεί στην Πελοπόννησο, συμμετέχοντας στην προσπάθεια αναχαίτισης των Φράγκων ιπποτών του Γουλιέλμου Σαμπλίτη, οι οποίοι επιχειρούσαν να καταλάβουν τον Μοριά. Στην τελική μάχη, που δόθηκε στον ελαιώνα του Κουντουρά την άνοιξη του 1205, οι ιππότες επικράτησαν των Βυζαντινών και ίδρυσαν το Πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Μετά την ήττα αυτή, ο Μιχαήλ Κομνηνός μετέβη στο Θέμα της Νικόπολης —διοικητική επαρχία του Βυζαντίου που περιλάμβανε την Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο— και ίδρυσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα, διαλύοντας τη συμμαχία του με τον Βονιφάτιο. Κυριότερες πόλεις του Δεσποτάτου στην Αιτωλία εκείνη την εποχή ήταν το Αγγελόκαστρο, το Αιτωλικό και η Ναύπακτος. Την τελευταία ο Μιχαήλ κατέλαβε από τους Ενετούς, την οχύρωσε και την «κατέστησε πολεμικόν έρεισμα της χώρας του»[2]. Ηγεμόνας με ισχυρές οργανωτικές και διοικητικές ικανότητες, φρόντισε να εδραιώσει την εξουσία του και να επεκτείνει την κυριαρχία του. Δημιούργησε πιστό στρατό, με τον οποίο απέτρεψε την εγκατάσταση των Ενετών στα παράλια και κατέλαβε την Κέρκυρα. Δεν πρόλαβε, όμως, να επεκταθεί προς τον νότο, όπως επιθυμούσε, καθώς το 1215 δολοφονήθηκε από έναν υπηρέτη του.

Τον διαδέχθηκε ο ετεροθαλής αδελφός του, Θεόδωρος, ως επίτροπος του ανήλικου γιου του Μιχαήλ, Μιχαήλ Β΄. Η φιλοδοξία και η δίψα για εξουσία ώθησαν τον Θεόδωρο σε εκτεταμένες πολεμικές επιχειρήσεις. Κατατρόπωσε Φράγκους, Αλβανούς, Σέρβους, Βούλγαρους και Λομβαρδούς και, ως αποκορύφωμα των επιτυχιών του, διέλυσε το λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης και ίδρυσε την Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης το 1227. Στα δυτικά, η Άρτα παρέμεινε πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, με διοικητή τον υπερσέβαστο δούκα Ευθύμιο.

Το 1230, κατά την εκστρατεία του για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, ο Θεόδωρος ηττήθηκε από τους Βούλγαρους, οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον τύφλωσαν. Ο αδελφός του, Εμμανουήλ, κατάφερε μέσω της διπλωματίας να σταματήσει την κάθοδο των Βουλγάρων στη Θεσσαλία και αναγνωρίστηκε ως αυτοκράτορας της Θεσσαλονίκης. Στο μεταξύ, ο νόμιμος διάδοχος, Μιχαήλ Β΄ —του οποίου τα δικαιώματα είχε καταπατήσει ο Θεόδωρος—, ενηλικιώθηκε και κατέφυγε στους Ιταλούς ηγεμόνες που κατείχαν τμήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, επιζητώντας τη στήριξή τους για να ανακτήσει την εξουσία. Ωστόσο, στρατηγικό λάθος του Μιχαήλ Β΄ υπήρξε η ρήξη του με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας, με συνέπεια να απολέσει σημαντικά εδάφη. Στα δυτικά, έχασε την Κέρκυρα και την Αυλώνα από τον βασιλιά των Δύο Σικελιών, Κάρολο τον Ανδεγαυό, και το Δεσποτάτο συρρικνώθηκε περαιτέρω.

Λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Μιχαήλ Β΄ μοίρασε την επικράτειά του στους δύο γιους του: στον Νικηφόρο Α΄ παραχώρησε την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, ενώ στον νόθο γιο του, τον σεβαστοκράτορα Ιωάννη, έδωσε τη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα. Έτσι, όταν πέθανε το 1271, άφησε στον Νικηφόρο Α΄ μια χώρα με «ανοιχτές πληγές» από ανατολή και δύση, τις οποίες εκείνος δεν κατάφερε να κλείσει, παρά τις έντονες —κυρίως διπλωματικές— προσπάθειές του έως τον θάνατό του, το 1296.

Τον Νικηφόρο διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του, Θωμάς, υπό την επιτροπεία της μητέρας του, Άννας Παλαιολογίνας Καντακουζηνής. Η αποκατάσταση των σχέσεών της με την Κωνσταντινούπολη την έφερε σε ρήξη με τους Ανδεγαυούς της Δύσης, τους οποίους αντιμετώπισε με επιτυχία στο πεδίο της μάχης. Το 1318 ο Θωμάς δολοφονήθηκε από τον ανιψιό του, κόμη της Κεφαλονιάς Νικόλαο Ορσίνι, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία. Ο Νικόλαος δολοφονήθηκε το 1323 από τον αδελφό του, Ιωάννη Β΄, ο οποίος κυβέρνησε ως «δούλος του αυτοκράτορα», αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία της Κωνσταντινούπολης. Για να ενισχύσει τη νομιμότητα της εξουσίας του, ασπάστηκε την Ορθοδοξία, οικειοποιήθηκε τα ονόματα Άγγελος, Κομνηνός και Δούκας και νυμφεύθηκε μία ακόμη Άννα Παλαιολογίνα, κόρη βυζαντινού αξιωματούχου.

Το 1337 η Άννα τον δολοφόνησε και τοποθέτησε στον θρόνο τον ανήλικο γιο της, Νικηφόρο Β΄ Ορσίνι ή Άγγελο Κομνηνό, κυβερνώντας ουσιαστικά η ίδια ως αντιβασίλισσα. Οι λανθασμένοι διπλωματικοί χειρισμοί της αποδυνάμωσαν το Δεσποτάτο και έδωσαν την ευκαιρία στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο να το προσαρτήσει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 1338 εκείνος διόρισε στην Άρτα τον πρωτοστράτορα Θεόδωρο Συναδηνό και, το 1340, τον Ιωάννη Άγγελο Πιγκέρνη.

«Όταν τσακώνονται οι ελέφαντες,
την πληρώνει το χορτάρι»

«Όταν τσακώνονται οι ελέφαντες, την πληρώνει το χορτάρι», λέει μια παροιμία που φαίνεται να επιβεβαιώνεται πλήρως. Μέσα σε αυτή τη διαρκή και αιματηρή εναλλαγή δεσποτών, ηγεμόνων και παραδυναστών, οι οποίοι, με εμφύλιες συγκρούσεις, δολοπλοκίες και κάθε λογής ενδοδυναστικές μικρότητες, υπερασπίζονταν τα συμφέροντά τους, εκείνοι που πλήρωναν το τίμημα —όπως πάντοτε στην ιστορία— ήταν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου. Ήταν οι φτωχοί, που έβλεπαν το ελάχιστο βιος τους να καταστρέφεται, τις μικρές περιουσίες τους να χάνονται και τις ζωές τους να βυθίζονται ολοένα περισσότερο στον βούρκο της ματαιοδοξίας των ισχυρών.

Η καθημερινότητα των φτωχών υπηκόων σε ολόκληρη την επικράτεια του Δεσποτάτου ελάχιστα διέφερε από την κατάσταση που επικρατούσε στη μακρινή και κατακερματισμένη πια Κωνσταντινούπολη. «Είναι να κλαίει κανείς τους γεωργούς και τους απόρους· γιατί, ενώ οι άρχοντες όφειλαν να τους ανακουφίζουν από τις συμφορές, τους αφανίζουν με τη φορολογική πίεση και φθονούν ακόμη και την ίδια τη ζωή τους, σαν να ήθελαν να έχουν για δείπνο τις σάρκες τους», γράφει ο λόγιος Δημήτριος Κυδώνης σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο[3].

Αν αυτά συνέβαιναν στις πόλεις, μπορεί εύκολα κανείς να φανταστεί ποια ήταν η κατάσταση στην ύπαιθρο και τι βάρη φόρτωναν στους ώμους των γεωργών. «Κατά τας αψευδείς μαρτυρίας των συγγραφέων του 14ου αιώνος», γράφει ο βυζαντινολόγος και μετέπειτα πρωθυπουργός Αλέξανδρος Διομήδης στις Βυζαντινές Μελέτες (Αθήνα 1941, σ. 66), «η τάξις των γεωργών ευρίσκετο εις οικτράν κατάστασιν». Δεν ήταν μόνο οι στρατιωτικοί και οι πολιτικοί δεσπότες· ήταν και οι εκκλησιαστικοί. «Οι περί τας μονάς οικούντες χωρικοί πληθυσμοί, όσοι μη θεοφοβούμενοι δεν υπέκυπταν στην Εκκλησία και δεν πίστευαν ότι για τη σωτηρία της ψυχής τους έπρεπε να χάσουν το κτήμα τους, αντιστέκονταν σθεναρά στα δίκαιά τους και στην υπόστασή τους. Την αυτοτέλειά τους δεν την έχασαν δίχως μάχη».

Τελικά, ανάμεσα στη σωτηρία της ψυχής και στην αχαλίνωτη φιλοδοξία των ηγεμόνων, οι μικροϊδιοκτήτες, οι κολλίγοι και οι επίμορτοι καλλιεργητές οδηγήθηκαν στην εξαθλίωση. Όσοι διέθεταν μικρό κλήρο τον έχασαν λόγω υπερχρέωσης, ενώ, την ίδια στιγμή, οι τιμαριούχοι και οι αυλές τους αύξαναν συνεχώς τα πλούτη τους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μεγαλογαιοκτήμονα Ιωάννη Τσάφα Ουρσίνου Δούκα, ο οποίος, με επικυρωμένους δεσποτικούς χρυσόβουλους, κατείχε τεράστιες εκτάσεις γης: ακίνητα και κτήματα μέσα και έξω από την Άρτα, το κάστρο των Ρωγών με ολόκληρη την περιφέρειά του, όλη τη Λευκάδα, τρία χωριά στο Ξηρόμερο —την Περατιά, το Παρδείσι και τη Ζαβέρδα—, οκτώ χωριά στο Θέμα των Ιωαννίνων και δεκαοκτώ χωριά στη Βαγενετία, δηλαδή στη Θεσπρωτία. Όλα αυτά του είχαν παραχωρηθεί «ανενόχλητα από πάσης επηρείας και συζητήσεως, από τε αγγαρείας, παραγγαρείας, βιολογίας, καπνολογίας, πρηβένδας, ζημίας…», όπως σημειώνει ο Γεράσιμος Παπατρέχας (1991)[4].

 


Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Παραπομπές: 1. Σεβαστοκράτορας: ανώτερος τίτλος της αυλής της ύστερης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Χρησιμοποιήθηκε επίσης και από άλλους ηγεμόνες, τα κράτη των οποίων συνόρευαν με την Αυτοκρατορία ή ήταν εντός της σφαίρας επιρ-ροής της (Βουλγαρική και Σερβική Αυτοκρατορία). Η λέξη προέρχεται από σύνθεση των λέξεων σεβαστός (αντίστοιχο του λατινικού Augustus) και αυτοκράτωρ. | 2. Θ. Μ. Πολίτης, «Η συμβολή της Αιτωλοακαρνανίας στην επανάσταση του 1821», Νομαρχία Αιτωλίας και Ακαρνανίας, 1973, σ. 19. | 3. Κατσούλη – Νικολινάκου – Φίλια, «Οικονομική ιστορία νεότερης Ελλάδας», τ. Α. σελ. 24 | 4. Γεράσιμου Ηρ. Παπατρέχα «Ιστορία του Αγρινίου», Δήμος Αγρινίου, 1991, σελ., 75
Φωτογραφία: Ο πύργος στο Αγγελόκαστρο
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


Περισσότερα από AgrinioStories

Ελληνίς | 5/8 | Η Οδύσσεια, του Νόλαν

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ 3ῃ Αυγούστου 1911: Θάνατος Κ. Αντωνόπουλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *