27 Σεπτεμβρίου 2022

Συνέβη 27 Αυγούστου στην Ελλάδα και τον κόσμο

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

Είναι η 239η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 126 ημέρες για τη λήξη του
🌅  Ανατολή ήλιου: 06:50 – Δύση ήλιου: 20:02 – Διάρκεια ημέρας: 13 ώρες 12 λεπτά
🌑  Σελήνη 0 ημέρας
Διεθνής Νύχτα Νυχτερίδων
Χρόνια πολλά στους: Αρκάδιο, Αρκάδη, Αρκαδία, Αρκάδα, Λιβέριο, Λυμπέρη, Όσιο, Οσία, Φανούριο, Φανούρη, Φάνη και Φανή.

 

Γεγονότα

 

479 π.Χ. – Η Μάχη των Πλαταιών (αρχαία ελληνικά: Μάχη τῶν Πλαταιῶν) διεξήχθη τον Αύγουστο του 479 π.Χ, μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά τη διάρκεια της δεύτερης περσικής εκστρατείας.
Το 480 π.Χ, οι Πέρσες νίκησαν στις Θερμοπύλες και συνακόλουθα οι Έλληνες αποχώρησαν από το Αρτεμίσιο, για να απαντήσουν με τη νίκη στη Σαλαμίνα. Ο Ξέρξης υποχώρησε, τότε, στην Ασία, αφήνοντας 300.000 άνδρες με τον Μαρδόνιο ως αρχηγό. Το 479 π.Χ, οι Έλληνες με αρχηγό τον Παυσανία τον Σπαρτιάτη και τον Δηλιο συγκέντρωσαν μεγάλο στρατό και συγκρούστηκαν με τους Πέρσες στις Πλαταιές. Αν και ήταν αριθμητικά λιγότεροι, οι Έλληνες επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τον περσικό στρατό. Ο Μαρδόνιος έπεσε στη μάχη.
Η νίκη στις Πλαταιές συνοδεύτηκε από τη μεγάλη νίκη του ελληνικού στόλου κατά του περσικού στη Μυκάλη. Οι μάχες στις Πλαταιές και στη Μυκάλη είναι σημαντικότατες, γιατί εξάλειψαν την περσική απειλή και γιατί μετά απ’ αυτές, οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση, μέχρι να λήξουν οι συγκρούσεις το 450 π.Χ.

 

 

 

1813 – Ο Μέγας Ναπολέων, ηγούμενος στρατού 130.000 ανδρών, νικά στη μάχη της Δρέσδης τον συμμαχικό στρατό Αυστριακών, Ρώσων και Πρώσων, που αριθμεί 200.000 άτομα. Η μάχη έγινε το 1813 και ήταν σημαντική μάχη των Ναπολεόντειων Πολέμων, με νικηφόρα έκβαση για τους Γάλλους. Η μάχη πραγματοποιήθηκε γύρω από την πόλη της Δρέσδης στη σημερινή Γερμανία. Παρά το γεγονός ότι Γάλλοι είχαν πολύ λιγότερο στρατό, οι γαλλικές δυνάμεις υπό τις διαταγές του Ναπολέοντα Α΄ σημείωσαν μεγάλη νίκη ενάντια στον συμμαχικό στρατό (Αυστρία, Ρωσία, Πρωσία) υπό την ηγεσία του πρίγκηπα Κάρολου Φιλίππου. Οι απώλειες ήταν μεγάλες, οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν χάσει περίπου 38.000 άνδρες και 40 όπλα. Οι γαλλικές απώλειες ανήλθαν σε περίπου 10.000 νεκρούς και τραυματίες. Κάποιοι από τους αξιωματικούς του Ναπολέοντα σημείωσαν ότι “υπέφερε από ένα βίαιο κολικό, το οποίο είχε προκληθεί από την κρύα βροχή, στην οποία είχε εκτεθεί σε όλη τη μάχη.”

 

 

 

1829 – Το ημερολόγιο έδειχνε 27 Αυγούστου του 1829 όταν ο πρώτος Ελληνας πατούσε το πόδι του στην Αυστραλία. Ηταν ο Αντώνης Μανώλης, ένας καπετάνιος από την Υδρα, που έφτανε στους Αντίποδες εξόριστος, καταδικασμένος από τη βρετανική αυτοκρατορία ως πειρατής της Μεσόγειου, όμως στην πραγματικότητα είχε εκτοπιστεί εκεί επειδή  εμπόδιζε τους Βρετανούς να προμηθεύουν με όπλα την Οθωμανική Αυτοκρατορία εν μέσω του Αγώνα για την ελευθερία. Την ημέρα εκείνη, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ο πλοίαρχος της σκούνας «Ηρακλής» και το οκταμελές πλήρωμά του έπλεαν ανενόχλητοι στο Λιβυκό Πέλαγος όταν συνάντησαν το εμπορικό βρετανικό πλοίο «Alceste» («Αλκηστις»), που κατευθυνόταν προς την Αλεξάνδρεια. Ο Αντώνης Μανώλης και οι άνδρες του ακινητοποίησαν το βρετανικό πλοίο και, χωρίς να βλάψουν το πλήρωμά του, αφαίρεσαν τμήμα του φορτίου του. Η λεία ήταν, σύμφωνα με τους Αγγλους, πιπέρι, σχοινιά και θειάφι. Δύο ημέρες αργότερα κι ενώ ο «Ηρακλής» συνέχιζε την πορεία του στο Αιγαίο, ένα δεύτερο βρετανικό πλοίο, το «Gannet», που περιπολούσε κοντά στην Κρήτη, κυνήγησε το ελληνικό πλοίο και συνέλαβε το πλήρωμά του.
Η συνέχεια ήταν επεισοδιακή. Οι Ελληνες οδηγήθηκαν στη Μάλτα, παραπέμφθηκαν σε δίκη, ενώ, σύμφωνα με τον επί σειρά ετών πρεσβευτή της Αυστραλίας στην Ελλάδα και ερευνητή της συγκεκριμένης ιστορίας Hugh Gilchrist, πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο γνωστός ναύαρχος Κόδρινγκτον. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι έλληνες ναυτικοί υποστήριξαν ότι επιτέθηκαν στο «Alceste» επειδή μετέφερε προμήθειες για τους Οθωμανούς και ότι οι ίδιοι αγωνίζονταν κατά του οθωμανικού ζυγού. Οι εξηγήσεις τους δεν είχαν καμία σημασία. Επτά από τα μέλη του πληρώματος καταδικάστηκαν σε θάνατο με την κατηγορία της πειρατείας, ενώ δύο κρίθηκαν αθώοι.  Ακολούθησαν έντονες παρασκηνιακές διαδικασίες, ακόμη και παρέμβαση του Δημήτρη Κουντουριώτη στο Λονδίνο, με αποτέλεσμα οι θανατικές ποινές να μετατραπούν σε ποινές εξορίας. Ετσι, ο Αντώνης Μανώλης, μαζί με άλλους υδραίους ναυτικούς, έφτασε στο Σίδνεϊ στις 27 Αυγούστου του 1829 και έγινε ο πρώτος Ελληνας που κατεγράφη επισήμως στα αυστραλιανά αρχεία, με το όνομα «Αντώνης του Μανώλη». Οι υπόλοιποι συνεξόριστοι ήταν οι : Γεώργιος Βασιλάκης, Γκίκας Βούλγαρης, Γεώργιος Λαρίτσος, Δαμιανός Νίνης, Νικόλαος Παπανδρέας και Κωνσταντίνος Στρομπόλης.

 

 

 

 

1859 – Ο Έντουιν Ντρέικ, ο άνθρωπος που δημιούργησε την πετρελαϊκή βιομηχανία των ΗΠΑ, πραγματοποιεί την πρώτη γεώτρηση για την ανεύρεση πετρελαίου στην περιοχή της Πενσιλβάνια. Ο Ντρέικ ήταν Αμερικανός, άνθρωπος για όλες τις δουλειές, τυχοδιώκτης που για άγνωστους λόγους δήλωνε «συνταγματάρχης». Η χρονιά ήταν το 1859 και ο Ντρέικ είχε φτάσει στην αγροτική Πενσυλβάνια αναζητώντας πετρέλαιο κατ’ εντολήν αμερικανών τραπεζιτών. Οι τραπεζίτες που χρηματοδοτούσαν τον «συνταγματάρχη», πίστευαν ότι οι μέθοδοι που ήδη χρησιμοποιούνταν για την άντληση υπόγειων υδάτων, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για την άντληση πετρελαίου, εφ’ όσον κάποιος ανακάλυπτε τον κατάλληλο τόπο και επιχειρούσε το διάβημα. Αλλά η πραγματική καινοτομία τους είχε στρατηγικό χαρακτήρα: το πετρέλαιο, υπεθεταν οι χρηματοδότες του Ντρέικ, εφόσον αντλούνταν σε ικανές ποσότητες, θα μπορούσε να αντικαταστήσει το λάδι της φάλαινας στις φωτιστικές λάμπες.

 

 

 

1922 – Τα τελευταία ελληνικά τμήματα εγκαταλείπουν τη Σμύρνη. Στις 11 π.μ. εμπροσθοφυλακή του τουρκικού ιππικού εισέρχεται στη Σμύρνη, ενώ τις βραδυνές ώρες φτάνει και μία μεραρχία πεζικού. Οι Τούρκοι πυρπολούν την πόλη και προβαίνουν σε σφαγές του ελληνικού πληθυσμού της. Μεταξύ των σφαγιασθέντων είναι και ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος. Η πυρκαϊά θα συνεχιστεί έως τις 3 Σεπτεμβρίου, μεταβάλλοντας την πόλη σε σωρό ερειπίων. Τις πρώτες τρεις ημέρες της κατοχής οι λεηλασίες, οι βιαιότητες και οι φόνοι συνεχίστηκαν. Ήταν μια σφαγή με όλες τις συνακόλουθές της φρικαλεότητες, αλλά Τούρκοι φρουροί είχαν τοποθετηθεί σε όλες τις εισόδους της αρμενικής συνοικίας για να εμποδίσουν όσο ήταν δυνατόν τους Ευρωπαίους να μάθουν τι συνέβαινε. Την πρώτη ημέρα οι πρόξενοι των διάφορων ∆υνάμεων τρόμαξαν και διαμαρτυρήθηκαν στον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή Νουρεντίν, που τους διαβεβαίωσε ότι η τάξη επρόκειτο να αποκατασταθεί. Αυτή η υπόσχεση τηρήθηκε σε γενικές γραμμές μέχρι την πυρκαγιά, όσον αφορά την ευρωπαϊκή συνοικία, αλλά στο μεταξύ απερίγραπτες σκηνές εκτυλίσσονταν στον ελληνικό και στον αρμενικό τομέα. Είναι αξιοσημείωτο ότι, όταν προτάθηκε στο γενικό πρόξενο της Γαλλίας να συνοδεύσει τους άλλους πρόξενους για να διαμαρτυρηθούν στον Νουρεντίν, εκείνος αρνήθηκε και αντιπρότεινε να πάνε όλοι μαζί και να συγχαρούν τον κυβερνήτη για την τουρκική νίκη. Η πρότασή του απορρίφθηκε.
Το Σάββατο το βράδυ σημειώθηκε η πρώτη καταστροφή αμερικανικής περιουσίας. Το σπίτι του δρα και της κυρίας Μπιρτζ, κοντά στο Αμερικανικό ∆ιεθνές Ινστιτούτο Αρρένων στον Παράδεισο, ένα προάστιο της Σμύρνης, λεηλατήθηκε άγρια αν και είχε αναρτημένη την αμερικανική σημαία. Πρέπει να σημειωθεί ότι όλο αυτό τον καιρό στο ένα μέρος της πόλης ήξεραν πολύ λίγο τα όσα συνέβαιναν στο άλλο. Στο όλο πανόραμα μπορούσες μόνο να δεις φευγαλέα τι συνέβαινε εδώ κι εκεί. Το Σάββατο, η Κυριακή, η ∆ευτέρα και η Τρίτη αφιερώθηκαν στη λεηλασία της ελληνικής και της αρμενικής συνοικίας, στη σφαγή των κατοίκων τους και στις εναντίον τους βιαιοπραγίες. Όσο ήταν δυνατόν όμως αυτά αποκρύπτονταν, γιατί ο Κεμάλ παρίστανε στον κόσμο τον ηγέτη του «νέου τουρκικού πολιτισμού» και ήταν ουσιώδες γι’ αυτόν να διατηρηθεί τούτη η αυταπάτη. Την Κυριακή, ο ίδιος ο Κεμάλ μπήκε στην πόλη επευφημούμενος σαν «γαζί», δηλαδή κατακτητής.

 

 

 

 

1942 – Η όπερα «Τόσκα» του Τζιάκομο Πουτσίνι κάνει πρεμιέρα στην Αθήνα από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Παρουσιάζεται στο θέατρο Παρκ της Πλατείας Κλαυθμώνος, με τη 19χρονη Μαρία Καλογεροπούλου (Μαρία Κάλλας) στον κεντρικό ρόλο, υπό τη μουσική διεύθυνση του Σώτου Βασιλειάδη. Είναι η πρώτη φορά που πρωταγωνιστεί και η πρώτη φορά που θα μεταμορφωθεί σε Tosca . Θα ακολουθήσουν άλλες 37 ερμηνείες της στον ίδιο ρόλο και μοιραία (;) θα είναι και η τελευταία παράσταση που θα παίξει τον Ιούλιο του 1965.
«Ή είσαι γεννημένος καλλιτέχνης ή δεν είσαι. Και παραμένεις καλλιτέχνης, αγαπητέ, ακόμα κι αν η φωνή σου είναι χαμηλότερη από πυροτεχνήματα. Ο καλλιτέχνης είναι πάντοτε εκεί.» είπε κάποτε και δεν είχε άδικο . Εκείνη βέβαια ήταν και πυροτέχνημα και γεννημένη σταρ .
Kανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα, ελληνικός μύθος, η σημαντικότερη – ίσως- λυρική τραγουδίστρια του περασμένου αιώνα, που εξακολουθεί να λατρεύεται από εκατομμύρια φανατικών τριανταεννέα χρόνια από το θάνατό της. Ερωτευμένη με τον διασημότερο Έλληνα, τον Αριστοτέλη Ωνάση, μια εξίσου κορυφαία προσωπικότητα που συνεχίζει να γοητεύει , παρά το τραγικό του τέλος. Η καλύτερη όπερά της είναι η ίδια της η ζωή. Παραμυθένια, μελοδραματική και τραγική, μέσα από μια εντυπωσιακή διαδρομή από την άνοδο προς την πτώση.
Ελάχιστοι έχουν δώσει τόσα στην τέχνη τους όσα η πρώτη ντίβα του λυρικού τραγουδιού. Μια γυναίκα με ολύμπιο ταλέντο, γοητευτική, με προσωπική ζωή που αντικατοπτρίζει την τραγική πορεία των ηρωίδων που ενσαρκώνει. Ένας μύθος που έκανε όλους τους Έλληνες υπερήφανους.

 

 

Γεννήσεις

 

 

1909 – Νίκος Τσιφόρος. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1909. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Από τα έντεκά του χρόνια ο Νίκος Τσιφόρος άρχισε να ασχολείται μανιωδώς με το γράψιμο, ενώ την πρώτη του επιθεώρηση την έγραψε το 1928 για ένα θερινό θέατρο στη Φρεαττύδα. Η πρώτη του αυτή προσπάθεια απέτυχε αλλά δεν απογοητεύτηκε. Αφού πήρε το πτυχίο της Νομικής, εργάστηκε για δυο χρόνια στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη συνέχεια παραιτήθηκε για να μπαρκάρει στα καράβια. Ως το 1939 άλλαζε συνέχεια επάγγελμα, αλλά συνέχιζε να γράφει δημοσιεύοντας κείμενά του σε διάφορα έντυπα. Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1944 όταν ο θίασος του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη αποφάσισε να ανεβάσει στο θέατρο Ακροπόλ το θεατρικό έργο του Τσιφόρου «Η Πινακοθήκη των Ηλιθίων». Τέσσερα χρόνια αργότερα, την περίοδο 1948-49 έκανε και την πρώτη του ταινία, η οποία προβλήθηκε με τον τίτλο «Τελευταία αποστολή», σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.
Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες (Προοδευτικός Φιλελεύθερος, Βήμα, Ελεύθερος Κόσμος) και περιοδικά (Τραστ, Ρομάντσο, Ταχυδρόμος, Πάνθεον), ενώ έγραψε πάνω από 40 θεατρικά έργα και περισσότερα από 60 σενάρια[1]. Κάποια αυτά τα έγραψε μόνος του και άλλα σε συνεργασία, κυρίως με τον Πολύβιο Βασιλειάδη, με τον οποίο δημιούργησαν ένα από τα πιο σημαντικά δίδυμα θεατρικών συγγραφέων.
Πολυτάλαντος και πολυσχιδής, ευθυμογράφος, επιθεωρησιογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης του κινηματογράφου και του θεάτρου, αφοσιώθηκε, παράλληλα, στη δημοσιογραφία γράφοντας χρονογραφήματα και εύθυμα στιγμιότυπα τα οποία συνήθως υπέγραφε με διάφορα ψευδώνυμα. Οι ήρωες του Νίκου Τσιφόρου κινούνται συνήθως στο περιθώριο της αθηναϊκής προπολεμικής και μεταπολεμικής περιόδου, έχουν δοσοληψίες με το νόμο και το δραματικό διογκώνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταλήγει γκροτέσκ. Πένα ευθύβολη, καυστική, συνέθετε ξεκαρδιστικές ιστορίες προσφέροντας απλόχερα το γέλιο σε μία Ελλάδα που το είχε απόλυτα ανάγκη.
Το 1965 αρρώστησε με καρκίνο. Μετά από πέντε χρόνια ταλαιπωρίας, με εγχειρήσεις και μεταστάσεις -χωρίς να σταματήσει ωστόσο να γράφει- πέθανε στις 6 Αυγούστου του 1970. Από τα έργα του ξεχωρίζουν οι Σταυροφορίες, Τα Παιδιά της Πιάτσας, τα Παραμύθια Πίσω Από Τα Κάγκελα, Άνθρωποι Και Ανθρωπάκια, η παρωδία της Ελληνικής Μυθολογίας κ.ά.

 1909 – Λέστερ Γιανγκ. Γεννήθηκε στην πόλη Γούντβιλ του Μισισίπι και μεγάλωσε κοντά στην περιοχή της Νέας Ορλεάνης. Ο πατέρας του, Γουίλις Χάντι Γιανγκ (1872-1943), ήταν επιδέξιος μουσικός και φρόντισε να εκπαιδεύσει τους τρεις γιους του πάνω σε διάφορα όργανα, όπως βιολί, τρομπέτα, κορνέτο, σαξόφωνο και ντραμς, σχηματίζοντας ένα είδος οικογενειακής ορχήστρας. Σύμφωνα με μία ατεκμηρίωτη μαρτυρία του μικρότερου αδελφού τού Λέστερ, Λι Γιανγκ, ο εργάστηκε παράλληλα ως διευθυντής γυμνασίου στο Τιμποντό (Thibodaux) της Λουιζιάνας, ωστόσο είναι δεδομένο ότι μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του προερχόταν από την ενασχόλησή του με τη μουσική και ειδικότερα περιοδεύοντας σε καρναβάλια ή άλλες μαζικές εορταστικές εκδηλώσεις.
Ο Λέστερ Γιανγκ σπούδασε βιολί, τρομπέτα και ντραμς, πριν καταλήξει στο άλτο σαξόφωνο όταν ήταν περίπου δεκατριών ετών. Καταγράφονται αρκετές συγκρούσεις με τον πατέρα του, ενώ μετά από μία εξ’ αυτών εγκατέλειψε την οικογενειακή ορχήστρα, στα τέλη του 1927, προσχωρώντας στην ορχήστρα Bostonians του Αρτ Μπρόνσον, με την οποία περιόδευσε σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ. Την ίδια περίοδο πιστεύεται ότι μεταπήδησε στο τενόρο σαξόφωνο, έχοντας προηγουμένως δοκιμαστεί επίσης στο σοπράνο αλλά και στο βαρύτονο, ωστόσο συνέχισε να παίζει άλτο σαξόφωνο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας. Το 1929 επανασυνδέθηκε προσωρινά με την οικογενειακή ορχήστρα, αυτή τη φορά στο Νέο Μεξικό όπου είχε πλέον εγκατασταθεί. Αργότερα επέστρεψε στη Μινεάπολη, χωρίς να ακολουθήσει την ορχήστρα των Γιανγκ στην Καλιφόρνια, παίζοντας για ένα διάστημα στο μουσικό σχήμα Blue Devils του Γουόλτερ Πέιτζ και κατόπιν ξανά με τον Αρτ Μπρόνσον. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με πληθώρα μουσικών, όπως τον Έντι Μπέαρφιλντ, τον Κινγκ Όλιβερ και τον σαξοφωνίστα Κλάρενς Λαβ, προσχώρησε στην ορχήστρα Thirteen Original Blue Devils, ενώ περιόδευσε επίσης με τον Κόλμαν Χόκινς, χρησιμοποιώντας ως κύρια έδρα του την πόλη του Κάνσας που αποτελούσε τότε σημαντικό κέντρο για τη σκηνή της τζαζ.
Στις αρχές του 1934 συνεργάστηκε με τον Κάουντ Μπάσι, αποχωρώντας από την ορχήστρα του λίγους μήνες αργότερα, προκειμένου να αναπληρώσει τον Χόκινς στο σχήμα του Φλέτσερ Χέντερσον. Σύντομα αποχώρησε από αυτό, καθώς οι υπόλοιποι μουσικοί της ορχήστρας απέρριπταν τη διαφορετική προσέγγιση του Γιανγκ στο σαξόφωνο, εκφράζοντας παράπονα για το μουσικό ύφος του. Επόμενοι σταθμοί του Γιανγκ υπήρξαν οι συνεργασίες του με τους Άντι Κιρκ, Μπόιντ Άτκινς και Ρουκ Γκανζ. Το 1936 επανασυνδέθηκε με τον Κάουντ Μπέισι και το Νοέμβριο του ίδιου έτους πραγματοποίησε τις πρώτες ηχογραφήσεις του με ένα μικρό σύνολο από την ορχήστρα του, προκαλώντας το ενδιαφέρον άλλων μουσικών. Ο Γιανγκ ωφελήθηκε από τη σταδιακά αυξανόμενη δημοτικότητα της ορχήστρας του Μπέισι και παρά το γεγονός πως αντιμετώπισε αντιφατικές κριτικές για τον τρόπο με τον οποίο έπαιζε, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τη νεότερη γενιά μουσικών. Την ίδια περίπου περίοδο καταγράφεται η γνωριμία του με την Μπίλι Χόλιντεϊ, με την οποία ανέπτυξε στενή φιλία και καθιέρωσε το παρωνύμιο Lady Day με το οποίο είναι γνωστή. Το 1940, έχοντας αποκτήσει μεγαλύτερη φήμη, σχημάτισε την πρώτη προσωπική ορχήστρα, αποτελούμενη από έξι μουσικούς. Μετά από μία περίοδο κατά την οποία συνεργάστηκε με τον αδελφό του, Λι Γιανγκ, σχηματίζοντας νέα ορχήστρα, ενώ αργότερα περιόδευσε με τη μεγάλη ορχήστρα του Αλ Σίαρς, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και επανασυνδέθηκε με τον Κάουντ Μπέισι το 1943. Η συνεργασία αυτή έφερε τον Γιανγκ στο προσκήνιο και αποτέλεσε την αρχή μιας σειράς διακρίσεών του. Υπήρξε αγαπημένος σαξοφωνίστας πολλών νέων μουσικών, όπως των Τζον Κολτρέιν, Σόνι Ρόλινς και Σταν Γκετζ, ενώ συμμετείχε επίσης στη μικρού μήκους ταινία Jammin’ the Blues.
Η ενασχόλησή του με τη μουσική διακόπηκε το Σεπτέμβριο του 1944, όταν κατατάχθηκε στο στρατό. Όταν ανακαλύφθηκε πως έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, οδηγήθηκε σε στρατοδικείο και υπηρέτησε για αρκετούς μήνες σε πειθαρχείο της Τζόρτζια απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος στα τέλη του 1945. Επανήλθε στα μουσικά δρώμενα ηχογραφώντας και πραγματοποιώντας εμφανίσεις στο Λος Άντζελες. Την περίοδο 1945-55 έπαιξε με μικρά συνήθως σύνολα, δεχόμενος επιδράσεις από νέους μουσικούς που τον συνόδευαν, ενώ πραγματοποίησε επίσης τις πρώτες ευρωπαϊκές περιοδείες του.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η συχνότητα των ηχογραφήσεών του περιορίστηκε αισθητά, ενώ παράλληλα ο αλκοολισμός του επιδείνωσε σοβαρά την υγεία του, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε αρκετές περιπτώσεις. Οι τελευταίες ηχογραφήσεις του ολοκληρώθηκαν το Μάρτιο του 1959 στο Παρίσι. Τον ίδιο μήνα αρρώστησε σοβαρά και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου απεβίωσε.

1941 – Σεζάρια Έβορα Γεννήθηκε στην πόλη Μιντέλο του νησιού Σάο Βισέντε, στο Πράσινο Ακρωτήριο, στις 27 Αυγούστου του 1941. Σε ηλικία 7 ετών έμεινε ορφανή από πατέρα. Μετά το θάνατό του, η μητέρα της αγωνίστηκε να την μεγαλώσει με τα πενιχρά της εισοδήματα που εξασφάλιζε από την εργασία της ως μαγείρισσα. Τελικά, την οδήγησε σε ορφανοτροφείο και στη χορωδία του ιδρύματος εκείνου η μικρή Σεζάρια έμαθε να τραγουδά.
Η Έβορα συνάντησε όταν ήταν 16 ετών έναν ναυτικό από το Πράσινο Ακρωτήριο, ο οποίος ονομαζόταν Εντουάρντο. Ήταν ο άνθρωπος που την δίδαξε τα παραδοσιακά μουσικά στιλ των coladeiras και mornas. Τα τελευταία αποτελούν τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας και της νοσταλγίας. Η Σεζάρια ξεκίνησε να τραγουδά σε τοπικά μπαρ και ξενοδοχεία. Με τη βοήθεια τοπικών μουσικών, θα επεδείκνυε τις ικανότητές της και αργότερα θα ανακηρυσσόταν «Βασίλισσα των Μόρνας» από τους θαυμαστές της. Την εποχή εκείνη ήταν διάσημη στο νησί της, σχετικά άγνωστη όμως διεθνώς.
Η τραγουδίστρια είχε έναν θείο, ο οποίος ήταν ένας διάσημος μουσικός και τραγουδοποιός, χρησιμοποιώντας το όνομα B. Leza. Αυτός έγραψε πολλά τραγούδια για την Έβορα.
Η ξυπόλητη αοιδός παρέμεινε διάσημη, χωρίς όμως να έχει και επιτυχία στα οικονομικά. Η δυσχερής οικονομική και πολιτική κατάσταση στη νησιωτική της χώρα, σε συνδυασμό με τα προσωπικά και οικονομικά της προβλήματα, την οδήγησαν στην απόφαση να σταματήσει το τραγούδι, ώστε να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένειά της. Επί δέκα χρόνια δεν τραγούδησε και η ίδια τα περιγράφει ως “σκοτεινά χρόνια.” Την ίδια περίοδο πάλεψε με τον αλκοολισμό.
Έπειτα από ενθάρρυνση ενός εξόριστου μουσικού και προστάτη των τεχνών από το Πράσινο Ακρωτήριο, ο οποίος ζούσε στην Πορτογαλία, η Έβορα ξανάρχισε να τραγουδά. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Μπάνα, ο οποίος προσκάλεσε τη Σεζάρια να τραγουδήσει σε συναυλίες σε πορτογαλικό έδαφος, με τη χρηματοδότηση μιας τοπικής οργάνωσης γυναικών.
Ο Ζοζέ ντα Σίλβα, ένας Γάλλος με καταγωγή από το Πράσινο Ακρωτήριο την έπεισε να μεταβεί στο Παρίσι, όπου ηχογράφησε το άλμπουμ La Diva Aux Pieds Nus (Η Ξυπόλητη Ντίβα) το 1988. Το τραγούδι “Sodade” ήταν η πρώτη της διεθνής επιτυχία και η πρώτη της επιτυχία στη Γαλλία που δεν ήταν στα γαλλικά. Αυτό σηματοδότησε την απαρχή της παγκόσμιας φήμης για την τραγουδίστρια από την Αφρική. Ο πορτογαλικός όρος saudade έχει περίπλοκη σημασία, που είναι δύσκολο να μεταφραστεί. Σημαίνει γενικά νοσταλγία, πόθο, λύπη και μετάνοια. Η έκφραση της “sodade” αποτελεί εσωτερικό στοιχείο στη μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου. Το άλμπουμ εκείνο επαινέθηκε από τους κριτικούς και με αυτό ξεκίνησε την καριέρα της, συνεχίζοντας με το άλμπουμ του 1992, Miss Perfumado, το οποίο σημείωσε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία. Έτσι, η τραγουδίστρια έγινε διεθνές αστέρι σε ηλικία 47 ετών.
Ο πρώην αρχηγός του συγκροτήματος Talking Heads, Ντέιβιντ Μπερν, έχει τραγουδήσει συχνά το τραγούδι της Έβορα «Ausencia» σε δεύτερη εκτέλεση σε συναυλίες του.
Τον Σεπτέμβριο του 2011 ανακοίνωσε πως θέτει τέλος στη μουσική της καριέρα, ακυρώνοντας τις προγραμματισμένες συναυλίες της, καθώς βρισκόταν «σε κατάσταση μεγάλης εξάντλησης». Η Έβορα είχε υποβληθεί το 2010 σε επέμβαση ανοιχτής καρδιάς, στο Παρίσι, έπειτα από σοβαρά προβλήματα που παρουσίασε στην στεφανιαία αορτή. Έφυγε τελικά από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου 2011 ενώ νοσηλευόταν στην εντατική σε κρίσιμη κατάσταση.

 

 

 

Θάνατοι

 

 

 

1990 – Στίβι Ρέι Βον. Γεννήθηκε στο Ντάλας του Τέξας στις 3 Οκτωβρίου 1954. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1961, ο Στιβ πήρε δώρο μια κιθάρα. Ανάμεσα στα πρώτα τραγούδια που έμαθε ήταν το “Wine, wine, wine” και το “Thunderbird” των Nightcaps. Δύο περίπου χρόνια αργότερα, ο Στιβ αγόρασε τον πρώτο του δίσκο, το “Wham Of That Memphis Man” του Λόνι Μακ και τον έπαιζε τόσες πολλές φορές που ο πατέρας του τον έσπασε από τα νεύρα του. Εκείνη την εποχή, ο Στιβ πήρε και την πρώτη του ηλεκτρική κιθάρα, την παλιά κιθάρα του αδελφού του, Τζίμι. Τρία χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1966, ο Ντόιλ Μπράμχολ άκουσε για πρώτη φορά τον Βον να παίζει. Την επόμενη χρονιά το γκρουπ του Στιβ εμφανίστηκε στο Lee Park στο Ντάλας και ξεκίνησε να δραστηριοποιείται πέραν των σχολικών εκδηλώσεων και πάρτι. Έως το 1969, είχαν καθιερωθεί στη μουσική σκηνή του Όστιν και το καλοκαίρι του 1970, μετά από ένα ατύχημα σε ένα φαστ-φουντ όπου εργαζόταν, παραιτήθηκε και αφιέρωσε τη ζωή του στη μουσική.
Δημιούργησε το πρώτο του επαγγελματικό γκρουπ που άντεξε αρκετό καιρό, με το όνομα Blackbird με τους Στίβι και Κιμ Ντέιβις (κιθάρες), Κρίστιαν ΝτεΠλικ (φωνητικά), Ρόντι Κορόνα και Τζον Χαφ (τύμπανα), Νόελ Ντέις (πλήκτρα) και Ντέιβιντ Φρέιμ (μπάσο). Στις 31 Δεκεμβρίου του 1971, ο Στιβ εγκατέλειψε το σχολείο και μετακόμισε με το συγκρότημά του στο Όστιν, όπου και εμφανίζονταν στο μπαρ “Rolling Hills Country Club”, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε “Soap Creek Saloon”, για τα επόμενα επτά χρόνια.
Στα τέλη του 1972, ο Στιβ συμμετείχε στο συγκρότημα Krackerjack για μερικούς μήνες όπου και συνεργάστηκε με τον μελλοντικό μπασίστα των Double Trouble, Τόμι Σάνον για πρώτη φορά. Στις 14 Μαρτίου του 1973, ο Στιβ εντάχθηκε με το συγκρότημα του Μαρκ Μπένο, Nightcrawlers, το οποίο εκείνο τον καιρό ηχογραφούσε για την δισκογραφική εταιρεία “A&M Records”. Το άλμπουμ όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Στο συγκρότημα συμμετείχε επίσης ο Ντόιλ Μπράμχολ, που ξεκίνησε μια συνεργασία 17 ετών με τον Βον, γράφοντας του τραγούδια. Το 1974, ο Στιβ αποκτά την θρυλική φθαρμένη “Stratocaster”, γνωστή ως “Number One” (νούμερο ένα), την κιθάρα σήμα κατατεθέν για την υπόλοιπη καριέρα του.
Στις 31 Δεκεμβρίου του 1974 ο Στιβ έγινε μέλος των Paul Ray & the Cobras, ενός πολύ δημοφιλούς γκρουπ από το Όστιν και έπαιζαν ζωντανά κατά μέσον όρο πέντε φορές την εβδομάδα για τα επόμενα δυόμισι περίπου χρόνια. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1977 κυκλοφόρησαν ένα 45άρι, το οποίο αποτέλεσε την πρώτη εμφάνιση του Στιβ στη δισκογραφία. (Στα 17 του είχε συμμετάσχει σε μια σχολική παραγωγή με τίτλο “A New Hi”) ενώ τον Μάρτιο την ίδιας χρονιάς οι Cobras ψηφίστηκαν συγκρότημα της χρονιάς στο Όστιν. Τον Σεπτέμβριο του 1977 ο Στιβ αποχώρησε από τους Cobras για να δημιουργήσει τους Triple Threat Revue με τους: Λου Αν Μπάρτον (φωνητικά), Γ.Σ.Κλαρκ (μπάσο & φωνητικά), Μάικ Κίντρεντ (πλήκτρα) και Φρέντι Φάροα (τύμπανα).
Τον Μάιο της επόμενης χρονιάς οι Τζόνι Ρένο (σαξόφωνο) και Τζάκι Νιούζαουζ (μπάσο) ενώθηκαν με τον Στιβ, σχηματίζοντας τους Double Trouble. Το όνομα είναι εμπνευσμένο από ένα τραγούδι του Otis Rush. Τον Σεπτέμβριο του 1978, ο ντράμερ Κρις Λέιτον προσχώρησε στις τάξεις του συγκροτήματος και στις 19 Αυγούστου 1979 συμμετείχαν σε μία από τις πρώτες, εκτός συνόρων της πολιτείας του Τέξας, συναυλίες, στο “San Francisco Blues Festival”. Την επόμενη χρονιά, ηχογράφησαν το άλμπουμ “In the Beginning”, κατά την ζωντανή τους εμφάνιση στο “Steamboat 1874” του Όστιν, το οποίο κυκλοφόρησε 13 χρόνια αργότερα. Τον Ιούλιο του 1981, το συγκρότημα εμφανίστηκε σε ένα φεστιβάλ έξω από το Όστιν και γύρισε ένα βίντεο, το οποίο ο μάνατζερ του συγκροτήματος θα δώσει στον Μικ Τζάγκερ περίπου ένα χρόνο αργότερα. Το αποτέλεσμα ήταν το συγκρότημα να εμφανιστεί ζωντανά σε ένα ιδιωτικό πάρτι των Rolling Stones, στις 22 Απριλίου του 1982. Στις 17 Ιουλίου του 1982, ο Στιβ και η παρέα του έγιναν το πρώτο συγκρότημα που εμφανίστηκε στο διεθνές φεστιβάλ τζαζ του Μοντρέ στην Ελβετία, χωρίς δισκογραφική δουλειά ή συμβόλαιο με οποιαδήποτε δισκογραφική εταιρεία. Το πλήθος αποδοκίμασε, ενώ τo γκρουπ κέρδισε Grammy για την εκτέλεση του κομματιού “Texas Flood” σε αυτή την εμφάνιση. Σε αυτό το φεστιβάλ ο Στιβ γνώρισε τον Ντέιβιντ Μπόουι και τον Τζάκσον Μπράουν. Το Νοέμβριο του 1982, το συγκρότημα ηχογράφησε τον δίσκο που κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Texas Flood”, ύστερα από πρόσκληση του Μπράουν, ενώ ταυτόχρονα ο Στιβ ηχογράφησε την κιθάρα, κατόπιν παράκλησης του Μπόουι στο άλμπουμ “Let’s Dance” και συμφώνησε να συνοδεύσει τον Μπόουι στην παγκόσμια περιοδεία του. Τελικά, δεν συνέχισε με τον Βρετανό τραγουδιστή, λόγω του ότι ήθελε να επικεντρωθεί στην προσωπική του καριέρα.
Την άνοιξη του 1983, ο διάσημος παραγωγός Τζον Χάμοντ, άκουσε μια κασέτα από ζωντανή εμφάνιση του συγκροτήματος στο Μοντρέ του 1982 και πέτυχε μία συμφωνία μεταξύ του γκρουπ και της δισκογραφικής “Epic Records”. Στις 13 Ιουνίου του 1983, κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του Στιβ, ενώ τον Μάιο του 1984 κυκλοφόρησε το δεύτερο στούντιο άλμπουμ με τίτλο “Couldn’t Stand The Weather”, λαμβάνοντας πολύ καλές κριτικές. Την ίδια χρονιά, κερδίζει δύο “W.C. Handy National Blues Awards”, στις κατηγορίες “Καλλιτέχνη της χρονιάς” και “Καλύτερου Μπλουζ Μουσικού της χρονιάς” και το 1985 ήλθε η σειρά του “Soul To Soul”, με τη συμμετοχή ενός καινούργιου μέλους, του Ρις Γουάινανς στα πλήκτρα. Τον Ιούλιο του 1986, ηχογραφώντας μια σειρά εμφανίσεων στο Όστιν και το Ντάλας, κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Live Alive” το Νοέμβριο της επόμενης χρονιάς. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1985, κατά τη διάρκεια παγκόσμιας περιοδείας, ο Στιβ κατέρρευσε στο Λούντβιχσχαφεν της Γερμανίας, μετά από παρατεταμένη χρήση ουσιών. Ο Στιβ έδωσε δύο ακόμη συναυλίες, αλλά οι τελευταίες 13 εμφανίσεις της περιοδείας ακυρώθηκαν και ο Στιβ εντάχθηκε σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης. Ο Στιβ παρέμεινε «καθαρός» από τις 13 Οκτωβρίου μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1990.
Στις 6 Ιουνίου του 1989, κυκλοφόρησε, ο κατά πολλούς καλύτερος δίσκος της καριέρας του, το “In Step”. Η αναγνώριση ήλθε άμεσα, με την απονομή βραβείου “Grammy” για τον καλύτερο σύγχρονο μπλουζ δίσκο. Ο Στιβ με το συγκρότημα του περιόδευσαν μαζί με τους Τζεφ Μπεκ και Τζο Κόκερ. Στις 30 Ιανουαρίου του 1990, ο Στιβ εμφανίστηκε στην γνωστή τηλεοπτική εκπομπή του MTV, “Unplugged”, όπου παρουσιάζει τις ακουστικές εκδόσεις των “Pride And Joy”, “Testify” και “Rude Mood” με μια 12-χορδη ακουστική κιθάρα. Την άνοιξη του 1990, ηχογράφησε με τον αδελφό του Τζίμι Βον τον δίσκο “Family Style”, που κυκλοφόρησε στις 25 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Στις 13 Αυγούστου όλα τα άλμπουμ του Στιβ, έγιναν χρυσά (500.000 πωλήσεις). Στις 26 Αυγούστου, στο Άλπαιν Βίλατζ του Γουισκόνσιν, πραγματοποιήθηκε η γνωστότερη συναυλία του Στιβ (“sold out” – 30.000 εισιτήρια), με συμμετοχές των Έρικ Κλάπτον, Μπάντι Γκάι, Τζίμι Βον και Ρόμπερτ Κρέι.
Γυρνώντας από μία συναυλία στο Σικάγο, στις 27 Αυγούστου του 1990, λίγο πριν τη 01:00 π.μ., το ελικόπτερο που μετέφερε τον Στιβ έπεσε, δευτερόλεπτα μετά την απογείωση, σκοτώνοντας τον ίδιο και άλλους τέσσερις επιβαίνοντες. Η έρευνα για την πτώση του ελικοπτέρου απέδωσε την ευθύνη σε λάθη του χειριστή.
Στις 11 Μαΐου 1995, ο αδελφός του Τζίμι, μαζί με τους Double Trouble και την αφρόκρεμα της μπλουζ σκηνής (B. B. King, Eric Clapton, Robert Cray, Buddy Guy, Dr. John, Αρτ Νέβιλ και Μπόνι Ρέιτ) έδωσαν μια συναυλία προς τιμήν του.
Στις 22 Φεβρουαρίου του 2000, ο Στιβ αποφασίστηκε να συμπεριληφθεί στο Blues Hall Of Fame όλων των εποχών και έγινε ένας από τους μόλις 79 καλλιτέχνες στην λίστα.

2001 – Μιχάλης Δερτούζος (Michael Leonidas Dertouzos, 5 Νοεμβρίου 1936 – 27 Αυγούστου 2001) ήταν διακεκριμένος καθηγητής στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών και στο τμήμα Πληροφορικής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασσαχουσέτης (MIT) αλλά και διευθυντής του Εργαστηρίου Επιστήμης Υπολογιστών (LCS) στο ίδιο ίδρυμα από το 1974 μέχρι το 2001.
Κατά την διάρκεια της θητείας του εκεί, το LCS καινοτόμησε σε ένα εύρος πεδίων, συμπεριλαμβανομένων της αποκρυπτογράφησης του RSA, των λογιστικών φύλλων, του NuBus, του X Window System και του διαδικτύου. Ο Δερτούζος ήταν πρωτοπόρος στο να ορίσει το World Wide Web Consortium και να το φέρει MIT. Ήταν υποστηρικτής του Ρίτσαρντ Στάλμαν, διευθυντή της εταιρείας GNU Project, και του FSF ενώ υποστήριξε και την συνεχή παρουσία τους στο MIT.
Προέβλεψε από πολύ νωρίς την επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, και μαζί με τον επίσης ερευνητή του MIT Νίκολας Νεγρεπόντε υπήρξε από τους πρωτοπόρους σε πολλούς τομείς της τεχνολογίας, ανάμεσα στους οποίους και τον Παγκόσμιο Ιστό. Το 1968 ήταν συνιδρυτής του Computek Inc., μιας εταιρείας γραφικών και έξυπνων τερματικών, μαζί με τους Μάρβιν Σ. Λιούις και Χιούμπερ Γκρέιχαμ.
Είχε γεννηθεί στην Αθήνα και ήταν γιος του Λεωνίδα Δερτούζου, αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού.Η καταγωγή του είναι από τη νησί της Άνδρου,όπου και η υπάρχει η προτομή του για τη συνεισφορά του στην πληροφορική. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών και φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Αρκάνσας με υποτροφία Φουλμπράιτ. Έλαβε το διδακτορικό του από το ΜΙΤ το 1964 και έγινε μέλος ΔΕΠ στο MIT. Επίσης, αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Πληροφορικής Α.Π.Θ. στις 20 Νοεμβρίου 2000.
Πέθανε στις 27 Αυγούστου 2001 στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, σε ηλικία 64 ετών. Τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

2005 – Γιώργος Μουζάκης. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως τρομπετίστας το 1938 και ο πρώτος του δίσκος κυκλοφόρησε το 1946. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών (1939-1947) και συνέχισε εκπαίδευση στην Αυστρία και Γερμανία (1952-1954). Έγραφε μουσική κυρίως για το θέατρο και για χορό. Διατηρούσε δική του ορχήστρα από το 1940. Ο ίδιος έπαιζε τρομπέτα, πιάνο, φιλικόρντα και τρομπόνι.
Τη δική του σφραγίδα φέρουν περίπου 2.500 μουσικές μελωδίες, επενδύσεις και τραγούδια (ελαφρά και κλασικά), μουσική για πάνω από 200 θεατρικά έργα (ελαφρά), 20 μουσικές κωμωδίες και περίπου 60 κινηματογραφικές ταινίες, καθώς και μια συμφωνία (πρώτη), μια σουίτα (αρχαϊκή) και τη λαϊκή όπερα Ο Μηνάς ο ρέμπελος. Επίσης έγραψε μουσική για βαριετέ (1940-1948). Από τα πιο γνωστά του τραγούδια είναι «Η σκλάβα», «Θέλω κοντά σου να μείνω», «Κάποιο δειλινό», «Έλα μου κοπέλα μου», «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει», «Αδυναμία μου», «Ένας φίλος ήρθε από τα παλιά», «Σου σφυρίζω», «Όμορφη που ήτανε η παλιοπαρέα μας», «Έχω απόψε ραντεβού», «Καλωσόρισες έρωτα», «Θέλω ρούμπα να χορεύω», «Σ’ αγαπώ σ’ όλες τις γλώσσες» αλλά και ο Ύμνος του Παναθηναϊκού.
Υπήρξε μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Μουσουργών και του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. Είχε δώσει πολλές συναυλίες ακόμη και εκτός Ελλάδος, όπως στην Αμερική, Αυστραλία, Βουλγαρία, Καναδά, Πολωνία, Ρουμανία και αλλού. Επονομάστηκε «βασιλιάς της επιθεώρησης». Ήταν ο δημιουργός των τηλεοπτικών εκπομπών Από τον παππού στον εγγονό και Μελωδίες και ρυθμοί. Ειδικότερα, το τραγούδι του “Μάμπο μπραζιλέρο” από την ταινία Η ωραία των Αθηνών, 1954, είναι πάντα επίκαιρο και ενθουσιάζει γέρους, νέους και παιδιά. Είχε τιμηθεί με το Α’ Βραβείο ενορχήστρωσης ΣΟΠΟΤ (Πολωνία 1966), Α’ Βραβείο τραγουδιού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1967). Επίσης, για τρεις συνεχόμενες χρονιές, με το Ξενοπούλειο Έπαθλο (1952, 1953 και 1954) και το 1973 με το Βραβείο Ελλήνων Λογοτεχνών. Τέλος, το 2003 τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την 68χρονη προσφορά του. Ήταν κάτοικος Αθηνών (Παπάγου) και μιλούσε Ιταλικά και Αγγλικά.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ